Η πρόσφατη διεθνής συγκυρία θυμίζει όλο και περισσότερο την ιστορική περίοδο του Μεσοπολέμου, όταν η σταδιακή κατάρρευση της διεθνούς τάξης που είχε δημιουργηθεί μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο οδήγησε στην άνοδο του ναζισμού και φασιστικών καθεστώτων και, τελικά, στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τη μεγαλύτερη καταστροφή που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα, με πάνω από 75 εκατομμύρια νεκρούς σε Ανατολή και Δύση.

Σήμερα, σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, ο κόσμος φαίνεται να εισέρχεται σε μια παρόμοια φάση: τη μετάβαση από μια μονοπολική διεθνή τάξη, που κυριάρχησε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, σε μια ασταθή πολυπολική πραγματικότητα, όπου μεγάλες δυνάμεις όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία και η Κίνα ανταγωνίζονται για γεωπολιτική επιρροή και πρόσβαση σε πρώτες ύλες.

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, η γενοκτονική καταστροφή της Γάζας από το Ισραήλ, η επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν και η απάντηση της Τεχεράνης, η στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα με την απαγωγή του προέδρου της χώρας, το πλήρες εμπάργκο της Κούβας και η απειλή εισβολής της καθώς και η συζήτηση για την κατάκτηση της Γροιλανδίας, αποτελούν ενδείξεις ότι έχουμε εισέλθει σε μια περίοδο επικίνδυνης αποσταθεροποίησης των διεθνών κανόνων δικαίου.

Μετά την καταστροφή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η διεθνής κοινότητα προσπάθησε να δημιουργήσει έναν θεσμό που θα απέτρεπε νέους πολέμους: την Κοινωνία των Εθνών. Το εγχείρημα αυτό, όμως, απέτυχε. Η Κοινωνία των Εθνών δεν διέθετε ούτε μηχανισμούς επιβολής των αποφάσεών της, ούτε την πραγματική πολιτική βούληση των μεγάλων δυνάμεων για την εφαρμογή τους. Έτσι, όταν η ναζιστική Γερμανία, η φασιστική Ιταλία και η αυτοκρατορική Ιαπωνία άρχισαν την επεκτατική τους πολιτική, ο οργανισμός αποδείχθηκε ανίκανος να αποτρέψει την κατάρρευση της διεθνούς τάξης.

Βέβαια, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι η ίδια η μεταπολεμική τάξη που δημιουργήθηκε μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο περιείχε σπέρματα αποσταθεροποίησης. Οι ταπεινωτικοί όροι που επιβλήθηκαν στη Γερμανία με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών και η οικονομική ασφυξία που ακολούθησε καλλιέργησαν βαθύ αίσθημα ταπείνωσης στη γερμανική κοινωνία. Παράλληλα, στην Ιταλία – παρότι ανήκε στους νικητές του πολέμου – διαμορφώθηκε η αντίληψη της λεγόμενης “ακρωτηριασμένης νίκης”, καθώς δεν έλαβε όλα τα εδάφη που θεωρούσε ότι της είχαν υποσχεθεί οι σύμμαχοι. Τα αισθήματα αυτά αξιοποιήθηκαν συστηματικά από εθνικιστικούς και φασιστικούς κύκλους, τροφοδοτώντας την άνοδο καθεστώτων που υποσχέθηκαν την ανατροπή της μεταπολεμικής αυτής τάξης. Όλα αυτά οδήγησαν στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον πιο καταστροφικό πόλεμο που γνώρισε η ανθρωπότητα.

Ακριβώς για να αποτραπεί η επανάληψη μιας τέτοιας παγκόσμιας τραγωδίας, ιδρύθηκε, μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ). Η ίδρυσή του ήταν μια ιστορική προσπάθεια δημιουργίας ενός διεθνούς συστήματος κανόνων που θα περιόριζε την αυθαίρετη χρήση στρατιωτικής ισχύος. Ο Καταστατικός Χάρτης του ΟΗΕ καθιέρωσε θεμελιώδεις αρχές: ισότητα όλων των κρατών ανεξάρτητα μεγέθους, θρησκείας ή πολιτικού συστήματος, απαγόρευση χρήσης ή απειλής βίας, μη επέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων κρατών, σεβασμό της εθνικής κυριαρχίας, συλλογική ασφάλεια και ειρηνική επίλυση των διεθνών διαφορών.

Για πολλές δεκαετίες, αυτές οι αρχές – παρόλο τις επιμέρους παραβιάσεις τους – αποτέλεσαν βασικό θεμέλιο της διεθνούς τάξης. Σήμερα, όμως, βιώνουμε μια ταχεία αποδόμηση αυτής της μεταπολεμικής αρχιτεκτονικής. Όταν μεγάλες δυνάμεις, με προεξέχουσα τις ΗΠΑ, παρακάμπτουν συστηματικά τον ΟΗΕ, όταν στρατιωτικές επεμβάσεις πραγματοποιούνται χωρίς την έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και όταν η χρήση μονομερούς βίας μασκαρεύεται ως «νόμιμη» ή «ηθικά δικαιολογημένη» από εκείνους που διαθέτουν την ισχύ να την επιβάλουν, τότε το διεθνές δίκαιο παύει να λειτουργεί ως καθολικό πλαίσιο ρύθμισης των διεθνών σχέσεων και μετατρέπεται σε εργαλείο επιλεκτικής επίκλησης.

Ένας κόσμος όπου οι διεθνείς κανόνες εφαρμόζονται μόνο όταν εξυπηρετούν τα συμφέροντα των ισχυρών, γίνεται αναπόφευκτα ασταθής, και η ιστορία του Μεσοπολέμου δείχνει πόσο επικίνδυνη μπορεί να είναι μια τέτοια εξέλιξη. Ταυτόχρονα, η γεωπολιτική αυτή συνθήκη συνοδεύεται από ανησυχητικές πολιτικές εξελίξεις στο εσωτερικό πολλών δυτικών κοινωνιών. Η άνοδος αυταρχικών πολιτικών πρακτικών, η καλλιέργεια φόβου απέναντι στους μετανάστες, ο ρατσισμός, ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός και η ενίσχυση κατασταλτικών μηχανισμών θυμίζουν έντονα το πολιτικό κλίμα που επικρατούσε στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η κυβέρνηση Τραμπ αξιοποίησε την υπηρεσία ICE ως βίαιο μηχανισμό εκφοβισμού μεταναστών, αλλά και Αμερικανών πολιτών. Μαζικές επιχειρήσεις συλλήψεων, επιδρομές σε κοινότητες και δημιουργία γενικευμένου κλίματος φόβου συνθέτουν μια εικόνα που δεν μπορεί παρά να θυμίζει τις πρακτικές εκφοβισμού που χρησιμοποιήθηκαν στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου.

Στη ναζιστική Γερμανία της δεκαετίας του 1930, οι παραστρατιωτικές οργανώσεις των Sturmabteilung – τα διαβόητα SA – και οι «μελανοχίτωνες» του Μουσολίνι, λειτούργησαν αντίστοιχα ως μηχανισμός τρομοκράτησης ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, μειονοτήτων και πολιτικών αντιπάλων, δημιουργώντας το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο εδραιώθηκε το ναζιστικό και το φασιστικό καθεστώς, αντίστοιχα. Αν και οι ιστορικές συνθήκες δεν είναι ταυτόσημες, η εμπειρία του 20ου αιώνα δείχνει ότι, όταν αυταρχικές πολιτικές στο εσωτερικό κυρίαρχων χωρών συνδυάζονται με έντονο γεωπολιτικό ανταγωνισμό μεταξύ μεγάλων δυνάμεων, οι πιθανότητες γενικευμένης σύγκρουσης αυξάνονται δραματικά.

Όμως, σήμερα υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά σε σχέση με τον Μεσοπόλεμο: η ανθρωπότητα ζει στην πυρηνική εποχή. Ένας γενικευμένος πόλεμος μεταξύ μεγάλων δυνάμεων δεν θα είχε απλώς εκατομμύρια νεκρούς. Θα μπορούσε να οδηγήσει στην κατάρρευση του παγκόσμιου πολιτισμού και ενδεχομένως σε αφανισμό του ανθρώπινου είδους.

Και εδώ η γεωπολιτική αυτή πραγματικότητα συναντά το Παράδοξο του Φέρμι (o Φέρμι ήταν νομπελίστας Ιταλός πυρηνικός φυσικός). Αν το Σύμπαν είναι γεμάτο από δισεκατομμύρια πλανητικά συστήματα, από τα οποία τουλάχιστον σε μερικά θα έχουν υπάρξει συνθήκες για να αναπτυχθεί ευφυής ζωή, γιατί δεν μας έχουν επισκεφθεί από κανέναν πιο προηγμένο τεχνολογικό πολιτισμό, που αναμφίβολα θα υπάρχουν;

Όταν κανείς αναλογιστεί την εξέλιξη της ανθρωπότητας και τις διελκυστίνδες που πέρασε για να αναπτυχθεί, η πιο πιθανή απάντηση είναι η υπόθεση του «Μεγάλου Φίλτρου», δηλαδή ότι σε κάποιο σημείο της εξελικτικής πορείας των πολιτισμών υπάρχει ένα κρίσιμο εμπόδιο που εμποδίζει τη μακροχρόνια επιβίωσή τους ώστε να φτάσουν στο σημείο της διαστημικής εξάπλωσης.

Πιθανώς, οι τεχνολογικοί πολιτισμοί, πριν προλάβουν να επεκταθούν στο διάστημα, αυτοκαταστρέφονται από τις ίδιες τις αντιφάσεις που παράγουν: την ανάπτυξη τεχνολογικής ισχύος από τη μία και την όξυνση ανισοτήτων και ανταγωνισμών για τους περιορισμένους πόρους του μητρικού πλανήτη από την άλλη, που αναπόδραστα οδηγούν σε γενικευμένους πολέμους και οικολογική κατάρρευση.

Αν αυτή η υπόθεση έχει βάση, τότε η ανθρωπότητα πιθανώς βρίσκεται ακριβώς μπροστά σε αυτήν την δραματικά κρίσιμη καμπή της ιστορίας της. Η διάβρωση του διεθνούς δικαίου, η υπονόμευση του ΟΗΕ, η επιστροφή έντονων γεωπολιτικών ανταγωνισμών μεταξύ μεγάλων πυρηνικών δυνάμεων, η ανάπτυξη του θρησκευτικού, φυλετικού και εθνικιστικού φονταμενταλισμού και η εφαρμογή αυταρχικών πολιτικών πρακτικών δείχνουν ότι ο πλανήτης κινείται επικίνδυνα προς μια ιστορική καμπή μεγάλων διαστάσεων.

Τίθεται λοιπόν το κρίσιμο ερώτημα: μπορεί ένας τεχνολογικός παγκόσμιος πολιτισμός να ξεπεράσει τις εσωτερικές του αντιφάσεις και να αναπτύξει το συλλογικό ένστικτο αυτοσυντήρησης που απαιτείται για την επιβίωσή του, πριν οδηγηθεί στην αυτοκαταστροφή; Ή μήπως το «Μεγάλο Φίλτρο» αποτελεί νομοτελειακή τελολογική φάση στην εξέλιξη των τεχνολογικών πολιτισμών;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα ίσως καθορίσει όχι μόνο το μέλλον του ανθρώπινου πολιτισμού, αλλά και το αν η νοήμων ζωή θα καταφέρει ποτέ να αφήσει το ίχνος της στο Σύμπαν.

Ο Μανώλης Πλειώνης είναι Καθηγητής στο Τμήμα Φυσικής ΑΠΘ, μέλος Ινστιτούτου Αλέξη Τσίπρα