Επειδή η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στην υπόθεση των παράνομων αγροτικών επιδοτήσεων από τον Οργανισμό ΟΠΕΚΕΠΕ είχε ζητήσει την άρση της ασυλίας των 13 Βουλευτών του κυβερνητικού κόμματος της ΝΔ (πράγμα το οποίο τελικά αποφασίστηκε), τόσο ο Πρωθυπουργός έμμεσα στη Βουλή, όσο και ο Υπουργός κ. Γεωργιάδης προχώρησαν -κατά την κρίση μου- σε μια αδικαιολόγητη δαιμονοποίηση του θεσμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας .

Για το λόγο αυτό θα επιθυμούσα να διατυπώσω τις ακόλουθες παρατηρήσεις .

Και αρχίζω με το πρώτο θέμα.

Η εσφαλμένη δαιμονοποίηση του θεσμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

Γιατί κάνω αυτή την αναφορά;

Γιατί υπάρχει η λανθασμένη αντίληψη (στον Υπουργό κ. Γεωργιάδη) , αλλά και σε πολλούς απλούς πολίτες ότι ο θεσμός της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας συνιστά μια «εξωγενή ευρωπαϊκή οντότητα» η οποία έχει ως αποστολή να υποκαταστήσει τις εγχώριες εισαγγελικές αρχές (υποκλέπτοντας τη λειτουργική τους εξουσία , ως «οιονεί κατακτητής»).

Μια τέτοια παραδοχή είναι εντελώς εσφαλμένη. Γιατί;

Γιατί ο Ευρωπαίος Γενικός Εισαγγελέας διορίζεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο -με απλή πλειοψηφία- από ένα κατάλογο 12 προσώπων που καταρτίζει η Ειδική Επιτροπή του άρθρου 14 του Κανονισμού 2017/1939 ( ο οποίος ακριβώς αφορά τη λειτουργία του προκείμενου θεσμού ).

Στα ανωτέρω όργανα τα οποία διορίζουν τον Ευρωπαίο Εισαγγελέα συμμετέχει και η Ελλάδα. Πως λοιπόν υποστηρίζεται «συνωμοσιολογικά» ότι η Λάουρα Κοβέσι έρχεται στην Ελλάδα ( εκφράζοντας ένα θεσμό ο οποίος δεν έχει καμία νομιμοποίηση στη χώρα μας);

Υπό το πρίσμα αυτό η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι ανεξάρτητη και από τα όργανα της ενωσιακής έννομης τάξης και από τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Μάλιστα, δεν λαμβάνει οδηγίες από οποιοδήποτε πρόσωπο εκτός αυτής.

Και επιπλέον καθιερώνεται η υποχρέωση των κρατών μελών να σέβονται την ανεξαρτησία της και να απέχουν από ενέργειες επηρεασμού κατά την άσκηση των καθηκόντων της (άρθρο 6 του κανονισμού 2017 /1939).

Η εξαγγελθείσα νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης που θα «περιορίζει» τη δράση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας

Ωστόσο , η εξαγγελθείσα νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης η οποία θα θέτει χρονικό πλαίσιο στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σε ότι αφορά τα αιτήματα άρσης της ασυλίας των Βουλευτών και την ταχεία περάτωση της ανάκρισης σε ποινικές υποθέσεις οι οποίες αφορούν πολιτικά πρόσωπα, είναι προφανώς μια προσπάθεια επηρεασμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Για ποιο λόγο;

Γατί είναι αδιανόητο η αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού μιας ποινικής υπόθεσης να γίνεται υποχρεωτικά και εσπευσμένα (εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας) μέσα σε τρείς η τέσσερις μήνες για να μη βλάπτεται η εκάστοτε κυβέρνηση .

Αν αυτό δεν συνιστά ανεπίτρεπτη παρέμβαση στο αυτόνομο δικαιοδοτικό έργο των εισαγγελικών αρχών, τότε τι άλλο συνιστά;

Και τι θα γίνεται όταν παραβιάζεται αυτό το χρονικό όριο; Θα προβλέπεται και (σχετική) ακυρότητα; Γιατί αυτό θα είναι ακόμη πιο αρνητικό μέγεθος.
Εξάλλου το αίτημα άρσης της βουλευτικής ασυλίας ενός πολιτικού προσώπου προϋποθέτει ότι έχουν προκύψει εναντίον του ενδείξεις ενοχής .

Όμως είναι δυνατό να γίνεται μια τέτοια αξιολόγηση κάτω από χρονική πίεση;

Μάλιστα , το ότι υπήρχε στο παρελθόν μια κακή ρύθμιση για αυτό το θέμα (από το ν. 4022/2011) δεν σημαίνει απολύτως τίποτε.

Το κομματικό συμφέρον

Και όλα αυτά γίνονται, κατά την κρίση μου, για να εξυπηρετηθεί το «κομματικό συμφέρον» της κυβέρνησης το οποίο έχει τρωθεί μετά την άρση της ασυλίας των 13 Βουλευτών της (και αυτή η παρατήρηση δεν αφορά μόνο τη σημερινή κυβέρνηση).

Δηλαδή, φοβάμαι ότι τα κυβερνητικά κόμματα στην Ελλάδα κατά΄ την πορεία του εκτεταμένου μεταπολιτευτικού χρόνου έχουν αποδείξει ότι προτάσσουν σε απίστευτο βαθμό τη λατρεία του κυβερνητικού συμφέροντος και όχι τη λειτουργία των θεσμών.

Μέγεθος το οποίο τονίζει και τη «βαλκανική μας ιδιαιτερότητα».

Θα πρότεινα δε στον Πρωθυπουργό και τον Υπουργό κ. Γεωργιάδη να διαβάσουν την ελληνική βιβλιογραφία που υπάρχει για αυτό το θέμα (Διονυσοπούλου , Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία -Δομή και αρμοδιότητα).

Περαιτέρω είναι γνωστό ότι η Ελλάδα συμμετέχει στο συζητούμενο θεσμό της επίμαχης Εισαγγελίας με τους Έλληνες Ευρωπαίους Εντεταλμένους Εισαγγελείς.
Και σε αυτό το σημείο ερχόμαστε σε ένα άλλο ζήτημα.

Δηλαδή, με ποιο τρόπο επιλέγονται οι Έλληνες Εισαγγελείς που συμμετέχουν στη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (ή πως ανανεώνεται η θητεία τους); Ο ρόλος του Αρείου Πάγου

Η απάντηση σε αυτό το ζήτημα είναι η ακόλουθη:

Ο Κανονισμός λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας προβλέπει δεσμευτικά , ότι οι Έλληνες ευρωπαίοι εισαγγελείς επιλέγονται από ένα Συλλογικό Όργανο (στο οποίο συμμετέχει και η Γενική Εισαγγελέας , δηλαδή σήμερα η Λάουρα Κοβέσι) και η θητεία τους ανανεώνεται κατά τον ίδιο τρόπο ( άρθρο 17 του Κανονισμού 2017/1939 και ν. 4786/2021) .

Η ανάμειξη του Αρείου Πάγου κατά την ανανέωση της θητείας των ανωτέρω (θέμα το οποίο μας ενδιαφέρει εν προκειμένω ) γίνεται ακριβώς, γιατί από την άποψη του υπηρεσιακού τους καθεστώτος είναι σε πρώτο επίπεδο Έλληνες εισαγγελικοί λειτουργοί.

Ωστόσο, επειδή ο παραπάνω κανονισμός είναι δεσμευτικός και για την Ελλάδα, εάν ανανεωθεί η θητεία ενός Έλληνα ευρωπαίου Εισαγγελέα (όπως της εισαγγελέως κ. Παπανδρέου) από το ανωτέρω συλλογικό όργανο, ο Άρειος Πάγος κατά τη γνώμη μου δεν μπορεί να απορρίψει αυτή την επιλογή επί της ουσίας, εκτός αν διαπιστωθεί εξαιρετικά ότι υπάρχει λχ αδυναμία άσκησης των καθηκόντων ή άλλοι παρόμοιοι λόγοι.

Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία θα παραβίαζε την ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και τη δεσμευτικότητα του αναφερθέντος Κανονισμού, πράγμα το οποίο κατά την κρίση μου δεν κατανόησε ο Υπουργός κ. Γεωργιάδης , όταν υποστήριζε ότι ο Άρειος Πάγος θα έχει τον πρώτο λόγο στην ανανέωση της θητείας της εισαγγελικού λειτουργού κ. Παπανδρέου.
Και κατά τη γνώμη μου υποβαθμίζεται έντονα η ποιότητα του δημόσιου διαλόγου, όταν ένα θεσμικό ζήτημα γίνεται προσωπικό και η όλη συζήτηση επικεντρώνεται στο πρόσωπο της εισαγγελέως κ. Παπανδρέου (η οποία έχει και επαρκέστατες νομικές γνώσεις).

Και ας μη ξεχνούμε, ότι η ποιότητα του δημόσιου διαλόγου επηρεάζει και την ποιότητα μιας Δημοκρατίας, όπως είχε υποστηρίξει σε μια ομιλία του στο Πανεπιστήμιο του Κάνσας το 1968 ο μετέπειτα δολοφονηθείς Ρόμπερτ Κένεντι ( Sandel, Δικαιοσύνη).

Ποιο είναι το συμπέρασμα ;

Θα ήταν καλό να σταματήσει αυτή η αδικαιολόγητη συνωμοσιολογική επίθεση κατά του θεσμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

Είναι υποκριτικό από τη μια πλευρά κάποιοι να εμφανίζονται ότι είναι Ευρωπαίοι και από την άλλη πλευρά να υπονομεύουν έντονα τη δράση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η οποία ιδρύθηκε ακριβώς για να καταπολεμά μαζί με τα κράτη μέλη τα εγκλήματα τα οποία προσβάλουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Όπως στην υπόθεση των παράνομων αγροτικών επιδοτήσεων από τον ΟΠΕΚΕΠΕ . όπου κάποιοι χρησιμοποιούσαν το ευρωπαϊκό χρήμα για να ζουν με πολυτέλεια!

Καλφέλης Γρηγόρης, Καθηγητής της Νομικής Σχολής στο ΑΠΘ