Οι ειρηνευτικές επιχειρήσεις των Ηνωμένων Εθνών αποτελούν θεμελιώδες εργαλείο του συστήματος συλλογικής ασφάλειας που εγκαθιδρύθηκε με τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ. Οι πρόσφατες πρωτοβουλίες της τρέχουσας αμερικανικής διοίκησης δεν περιορίζονται μοναχά σε τεχνικές προσαρμογές ή δημοσιονομικό εξορθολογισμό. Αντιθέτως, αντανακλούν μια βαθύτερη στρατηγική αναδιάρθρωσης του παραδοσιακού μοντέλου ειρηνευτικών επιχειρήσεων υπό την άμεση διοίκηση και εποπτεία του ΟΗΕ. Το ερώτημα που ανακύπτει δεν είναι μόνο πολιτικό αλλά και κανονιστικό: quid juris;
Ένα πρώτο στοιχείο αυτής της μετατόπισης είναι η αυξανόμενη προθυμία για διακοπή ή μη ανανέωση υφιστάμενων ειρηνευτικών επιχειρήσεων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Προσωρινής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών στον Λίβανο (UNIFIL). Παρά τον μακροχρόνιο ρόλο της στη σταθεροποίηση της περιοχής, η αποστολή έλαβε μόνον μία τελική παράταση, με το επιχείρημα ότι δεν περιόρισε επαρκώς την επιρροή ένοπλων δρώντων στον νότιο Λίβανο. Ωστόσο, η αποτροπή ή εξουδετέρωση συγκεκριμένων οργανώσεων δεν περιλαμβανόταν ρητώς στην εντολή της αποστολής. Η αξιολόγησή της με κριτήρια που υπερβαίνουν το νομικά καθορισμένο πεδίο δράσης της δημιουργεί, de facto, ένα προηγούμενο πολιτικά υποκινούμενης λήξης εντολών.
Παράλληλα, προωθείται η αντικατάσταση κλασικών ειρηνευτικών επιχειρήσεων από νέα σχήματα που διατηρούν μεν την εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας, αλλά μεταφέρουν τη στρατηγική καθοδήγηση και τον επιχειρησιακό έλεγχο εκτός του ΟΗΕ. Η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση είναι το νέο πλαίσιο για τη Γάζα, με τη δημιουργία ενός «Συμβουλίου της Ειρήνης» (Board of Peace – συνεδριάζει σήμερα πρώτη φορά στην Ουάσινγκτον) και μιας «Διεθνούς Δύναμης Σταθεροποίησης» (ISF). Αν και το σχήμα αυτό εγκρίθηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας, διαφοροποιείται ουσιωδώς από το καθιερωμένο μοντέλο ειρηνευτικών επιχειρήσεων.
Πρώτον, ο ΟΗΕ δεν διατηρεί άμεσο διοικητικό ή εποπτικό ρόλο στη λειτουργία της δύναμης, γεγονός που τον μετατρέπει σε φορέα νομιμοποίησης μάλλον, παρά σε πυρήνα διακυβέρνησης. Δεύτερον και τρίτον, ανακύπτουν σοβαρά ζητήματα ως προς ορισμένες θεμελιώδεις αρχές των ειρηνευτικών επιχειρήσεων: αφενός, η συναίνεση των εμπλεκομένων μερών και των άμεσα επηρεαζόμενων πληθυσμών δεν διασφαλίζεται μέσω σαφούς και θεσμικά κατοχυρωμένης διαδικασίας. Αφετέρου, η εντολή φαίνεται να επιτρέπει ευρύτερη και προληπτική χρήση βίας, υπερβαίνοντας το παραδοσιακό πλαίσιο περιορισμένης χρήσης για σκοπούς αυτοάμυνας ή προστασίας αμάχων.
Σε αντίθεση με προηγούμενες περιπτώσεις διεθνούς διοίκησης εδαφών, όπου ο ΟΗΕ ασκούσε πλήρη θεσμική εποπτεία και υπήρχε σαφές πλαίσιο λογοδοσίας, το νέο μοντέλο μεταφέρει τον πυρήνα λήψης αποφάσεων σε όργανα εκτός της οργανωτικής δομής του ΟΗΕ. Ο Οργανισμός παραμένει παρών ως πηγή διεθνούς εξουσιοδότησης, αλλά όχι ως ουσιαστικός διαχειριστής της αποστολής.
Οι εξελίξεις αυτές εντάσσονται σε μια ευρύτερη αναδιάταξη της αρχιτεκτονικής ειρήνης και ασφάλειας. Η σταδιακή απομάκρυνση από το πολυμερές, θεσμικά ελεγχόμενο μοντέλο ενδέχεται, ipso facto, να μεταβάλει τον χαρακτήρα της συλλογικής ασφάλειας, ενισχύοντας κρατοκεντρικές μορφές διαχείρισης κρίσεων. Το διακύβευμα, συνεπώς, δεν είναι απλώς οργανωτικό αλλά δομικό. Εάν οι ειρηνευτικές επιχειρήσεις μετατραπούν σε μηχανισμούς περιορισμένης εξουσιοδότησης χωρίς ενιαία διοίκηση, εποπτεία και λογοδοσία, τότε η παραδοσιακή αντίληψη της συλλογικής ασφάλειας, όπως διαμορφώθηκε μετά το 1945, εισέρχεται σε φάση ουσιαστικού μετασχηματισμού. Και τότε το ερώτημα δεν θα είναι μόνο πολιτικό, αλλά βαθύτατα νομικό.
O κ. Ιωάννης Κωνσταντινίδης είναι νομικός σύμβουλος σε υποθέσεις ενώπιον διεθνών δικαστηρίων και διαιτητικών οργάνων, διδάκτωρ Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Σορβόννης





