«Που βρίσκεστε; Είστε όλοι καλά;». Η αγωνία από την άλλη πλευρά της γραμμής έμοιαζε ακατανόητη. «Μια χαρά είμαστε. Σήμερα φτάσαμε Βουδαπέστη από την Πράγα. Εσείς;».

Ήταν απόγευμα προς βράδυ Δευτέρας 28 Απριλίου του 1986. Είχαμε να μιλήσουμε με τους δικούς μας στην Ελλάδα από την προηγούμενη Πέμπτη όταν είχαμε φτάσει στην Τσεχοσλοβακία και ανήμερα την Κυριακή του Πάσχα ταξιδεύαμε με τρένο για Ουγγαρία, ενδιάμεσο σταθμό πριν τον τελικό μας προορισμό, τη Μόσχα ως αντιπροσωπεία ξένων νεολαίων και φοιτητών για να συμμετάσχουμε στις εκδηλώσεις της Πρωτομαγιάς.

«Καλά, δεν έχετε μάθει τι έχει συμβεί;»
«Τι έχει συμβεί;»
«Πυρηνικό ατύχημα στη Σοβιετική Ένωση. Το Μεγάλο Σάββατο!»
Το ακουστικό κόντεψε να πέσει από τα χέρια. «Που στη Σοβιετική Ένωση;».
«Στο Τσερνομπίλ. Κοντά στο Κίεβο».

Την επόμενη ώρα οι μισοί ψάχναμε να μιλήσουμε με μέλη άλλων αντιπροσωπειών και οι υπόλοιποι είχαμε πέσει πάνω σε έναν ταξιδιωτικό χάρτη για να δούμε πόσο μακριά ήταν η Βουδαπέστη από το Τσερνομπίλ. Υπολογίσαμε ότι σε ευθεία ήταν γύρω στα 800 χιλιόμετρα. Οι πληροφορίες που μαζέψαμε ήταν λιγοστές. Οι υπεύθυνοι του ξενοδοχείου δεν ήξεραν -ή έτσι έλεγαν- τίποτα. Νέα τηλεφωνήματα στην Ελλάδα. Κάποιοι δικοί μας ήταν καθησυχαστικοί και κάποιοι άλλοι σε απόλυτο πανικό κάνοντας λόγο για «χιλιάδες νεκρούς» και «ραδιενέργεια σε όλη την Ευρώπη». Μία φοιτήτρια ιατρικής από την Κούβα είχε μαζί της ένα τρανζίστορ. Αρχίσαμε να ψάχνουμε τους ραδιοφωνικούςσταθμούς. Όσοι ήξεραν λίγα ρώσικα μας έλεγαν ότι το «ράδιο Μόσχα» έλεγε πως η κατάσταση είναι υπό έλεγχο και η ζημιά περιορισμένη. Η «Φωνή της Αμερικής» πάλι έλεγε πως υπάρχει μεγάλη διαρροή ραδιενέργειας -κάτι που επιβεβαιωνόταν κι από τη Σουηδία- και μεγάλος αριθμός θυμάτων. Είχαν περάσει δύο 24ωρα από το ατύχημα και δεν έβγαζες άκρη.

Περάσαμε σχεδόν όλη τη νύχτα στο roof-garden του ξενοδοχείου, με τη Βουδαπέστη στα πόδια μας που όμως ήταν κομμένα από την αγωνία. Αγωνία που κορυφώθηκε την Τρίτη το πρωί όταν μαζί με το πρωινό μας σέρβιραν κι ένα κυπελλάκι με ένα χάπι. Ηταν χάπι ιωδιούχου κάλιου. Η κουβανέζα φίλη μας είπε ότι αυτό είναι για να προστατευθεί ο θυρεοειδής μας από τη ραδιενέργεια. Τότε ήταν που μας έζωσαν για τα καλά τα «μαύρα φίδια».

Βγήκαμε έξω για να δούμε πως θα μπορούσαμε να γυρίσουμε το συντομότερο στην Ελλάδα. Προφανώς και δεν θα συνεχίζαμε το ταξίδι μας προς τη Μόσχα. Η μέρα, θυμάμαι, ήταν βροχερή και η κίνηση στους δρόμους της Βουδαπέστης ήταν ελάχιστη. Όπως μας είπαν, είχε ξεκινήσει ένα μερικό lock-down κυρίως στα σχολεία και σε κάποιες δημόσιες υπηρεσίες. Εκείνο που δεν ξέραμε τότε ήταν ότι το πρώτο κύμα ραδιενεργού σύννεφου είχε μπει στην Ουγγαρία εκείνη ακριβώς την ημέρα, την Τρίτη 29 Απριλίου (ένα δεύτερο έφτασε εκεί στις 7 Μαΐου).

Περπατώντας στις όχθες του Δούναβη που χωρίζει τη Βούδα από την Πέστη δεχτήκαμε ένα ακόμη σοκ βλέποντας δεκάδες γλάρους και άλλα πουλιά πεσμένα στο έδαφος είτε νεκρά είτε να ψυχομαχούν. Η γέφυρα της Μαργαρίτας που ενώνει την πόλη με το ομώνυμο νησί ήταν γεμάτη από αυτά. Τα πράγματα ήταν πολύ χειρότερα από όσο φανταζόμασταν κι από όσα μας έλεγαν.
Με τα χίλια ζόρια καταφέραμε να βρούμε ένα ανοιχτό ταξιδιωτικό γραφείο και να βγάλουμε εισιτήρια για να επιστρέψουμε στην Ελλάδα την επόμενη ημέρα. Γυρίσαμε στο ξενοδοχείο Novotel και κλειστήκαμε μέσα. Νέα επικοινωνία με τους δικούς μας για να μας πουν ότι και εκεί ανησυχία και ότι είναι καλό να να αποφεύγονται τα φρέσκα σαλατικά και τα φρούτα και πως ξεκίνησαν να γίνονται μετρήσεις για ραδιενέργεια κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα. Φυσικά εμείς δεν είπαμε λέξη για το τι συνέβαινε στην Ουγγαρία.

Ήταν το πρώτο βράδυ -τρία 24ωρα μετά το ατύχημα- που οι ειδήσεις στην ουγγρική τηλεόραση ανέφεραν ότι υπήρχε σημαντική ποσότητα ραδιενέργειας στον αέρα. Μέσα σε λίγες ώρες, κάθε Ούγγρος γνώριζε ότι η έκρηξη στο Τσερνόμπιλ ήταν κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό βιομηχανικό ατύχημα περιορισμένης έκτασης. Σύμφωνα με πληροφορίες στην πόλη Σομπατέι (στην επαρχία Βας) ήταν η πιο μολυσμένη περιοχή στην Ουγγαρία. Κάποιοι μάλιστα ανέφεραν ότι η ειδική συσκευή που είχε εγκατασταθεί στην πόλη για τη μέτρηση της ραδιενέργειας χάλασε σχεδόν αμέσως.

Η έντονη βροχόπτωση, όπως έλεγαν, προκάλεσε υψηλά επίπεδα ρύπανσης στην περιοχή. Θυμάμαι πως κοιταχτήκαμε σιωπηλά καθώς το ακούγαμε γιατί κι εμείς είχαμε βγει στη βροχή. Στη συνέχεια ακούσαμε ότι και τα σοβιετικά τηλεοπτικά κανάλια είχαν ξεκινήσει να μεταδίδουν πληροφορίες για την ακριβή ποσότητα ραδιενέργειας και το πόσο επικίνδυνη ήταν η καταστροφή παρότι ανέφεραν ότι η ρύπανση είχε αρχίσει να μειώνεται στην ατμόσφαιρα.

Ακούγαμε και βλέπαμε χωρίς να μιλάμε αναλογιζόμενοι το τι μπορεί να μας έχει συμβεί. Την βαριά ατμόσφαιρα “έσπασαν” τα μέλη των αντιπροσωπειών της Κούβας και της Βραζιλίας που μας ξεσήκωσαν για ένα αυτοσχέδιο πάρτι στο μπαρ του ξενοδοχείου. «Αν είναι να ζούμε τις τελευταίες μας μέρες τότε ας χορέψουμε μέχρι τελικής πτώσης». Τις επόμενες ώρες αδειάσαμε και το τελευταίο μπουκάλι ρούμι και την ουγγαρέζικη “cola”, καπνίσαμε όσα πούρα αβάνας μπορούσαμε να αγοράσουμε και όλα τα άφιλτρα «Sante» που είχαμε μαζί μας και μάθαμε σε όλους τους ξένους φίλους μας πως να λένε στα ελληνικά το «δεν θα πεθάνουμε ποτέ, κουφάλα νεκροθάφτη».

Άυπνοι, τα ξημερώματα μαζέψαμε τα πράγματά μας και ξεκινήσαμε για την επιστροφή. Πέντε ώρες μετά πατούσαμε Ελλάδα. Στο αεροδρόμιο του “Ελληνικού” μέτρησαν με ειδικά μηχανήματα τις σόλες των παπουτσιών μας. Το βουητό τους ακουγόταν σε όλο τον χώρο της αίθουσας Αφίξεων. Όταν ήλθε η σειρά μου θυμάμαι ότι μου είπαν ένα νούμερο που αντιστοιχούσε σε 30 ακτινογραφίες. Λίγο παραπάνω από το ετήσιο επιτρεπόμενο όριο. Το τι συνέπειες μπορούσε να έχει αυτό τα επόμενα χρόνια δεν το ήξερε κανείς. Σαράντα χρόνια μετά ακόμη δεν το γνωρίζω. Η μοναδική συνέπεια που πράγματι υπήρξε ήταν το ότι όλα τα φιλμ από τις φωτογραφίες που είχα τραβήξει σε εκείνο το ταξίδι είχαν καταστραφεί ή είχαν αποκτήσει ένα κοκκινοκίτρινο χρώμα.

(Μιλώντας με ούγγρους συναδέλφους στα τέλη της δεκαετίας του ‘90 μου είπαν πως σύμφωνα με αφηγήσεις γιατρών, αλλά χωρίς να έχει υπάρξει κάποια επίσημη μελέτη, πολλοί από όσους βρίσκονταν στους βροχερούς δρόμους της Βουδαπέστης εκείνη την Τρίτη 29 Απριλίου του 1986, διαγνώστηκαν με καρκίνο λίγα χρόνια αργότερα.)