Στις 29-11-1999, σε συνέντευξή μου στο Κώστα Μάρδα για το Έθνος, ρωτήθηκα για το θέμα του τίτλου και απάντησα: « …. Στο σημερινό πολιτικό τοπίο, η άποψη του ασυμβίβαστου της ιδιότητας υπουργού-βουλευτή είναι υποστηρίξιμη, διότι έτσι αποφεύγεται η άσκηση εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας από τα ίδια πρόσωπα και παράλληλα ο υπουργός είναι απαλλαγμένος από τη σταυροθηρία. Από τη συνέντευξη προέκυψε πρωτοσέλιδο « Έξω από τη Βουλή οι υπουργοί».
Έκτοτε, σε άρθρα και ομιλίες μου προέβαλα την άποψη αυτή σε συνδυασμό με προτάσεις για το όλο πολιτικό σύστημα.
Στη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος το 2007, ως βουλευτής επικρατείας του ΠΑΣΟΚ και μέλος της επιτροπής, αυτοβούλως – και αυθαιρέτως – συνέταξα πέντε προτάσεις.
Οι τρεις αφορούσαν στη διαγραφή της έννοιας «τροπολογία», στη συζήτηση -και ψηφοφορία- κατά μήνα δύο προτάσεων νόμου βουλευτών και στην απάλειψη της συζήτησης ως κωδίκων των διοικητικών. Αυτές συγκέντρωσαν πενήντα υπογραφές και συζητήθηκαν στην ολομέλεια, όπου το ΠΑΣΟΚ αποχώρησε, ως μη όφειλε, και εγώ διέπραξα το λάθος και δεν τις υποστήριξα μόνος μου. Μητσοτάκης και Δένδιας ψήφισαν κάποιες από αυτές, ερήμην μου!
Οι άλλες δύο δεν συγκέντρωσαν τις απαιτούμενες πενήντα υπογραφές. Η μία αφορούσε στη συνέπεια πρόωρων εκλογών, όπου η επόμενη Βουλή θα έχει διάρκεια το υπόλοιπο της προηγούμενης. Έτσι αποφεύγεται η διαρκής εκλογολογία και η προσχηματική προκήρυξη πρόωρων εκλογών χάριν μικροκομματικών συμφερόντων. Η δεύτερη αφορούσε τη υπόψη ασυμβίβαστο. Αντιγράφω: «Η ιδιότητα μέλους της κυβέρνησης είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του βουλευτή.
Νόμος ορίζει τα της αναπλήρωσης βουλευτή που διορίζεται μέλος της κυβέρνησης». Στην εισηγητική έκθεση σημείωνα: «Σύμφωνα με πάγια τακτική σχεδόν ένας στους τρεις βουλευτές της εκάστοτε συμπολίτευσης, δηλαδή ένας στους έξι συνολικά βουλευτές συνολικά, είναι ταυτόχρονα και μέλος της κυβέρνησης. Η σύμπτωση στα ίδια πρόσωπα των ιδιοτήτων φορέων άσκησης νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, προτείνοντος και έχοντος ταυτόχρονα ψήφο επί της πρότασης, ελέγχοντος και ελεγχόμενου, θίγει τον πυρήνα του πολιτεύματος που είναι η διάκριση των εξουσιών.
Ο κοινός νομοθέτης ρυθμίζει το τεχνικό πρόβλημα της αναπλήρωσης βουλευτών που διορίζονται μέλη της κυβέρνησης». Κατά την αναζήτηση υπογραφών αντιμετώπισα επιφυλακτικότητα.
Πρόσφατα ο πρωθυπουργός κατέθεσε σχετική πρόταση, υπεισερχόμενος σε λεπτομέρειες για τον τρόπο αναπλήρωσης.
Η πρόταση ενοχοποιήθηκε ως άστοχη προσπάθεια αλλαγής της πολιτικής ατζέντας και η κριτική ασκήθηκε στο θέμα της αναπλήρωσης και όχι στην κεντρική ιδέα. Η δική μου καλόπιστη κριτική – αφού συμφωνώ επί της ουσίας – συγκεντρώνεται στην αποσπασματικότητα της πρότασης.
Αν πολιτικό σύστημα είναι το σύνολο θεσμών και κανόνων, δομών και διαδικασιών, με τους οποίους κυβερνάται μία χώρα και αν η διαπιστούμενη παθογένεια αφορά στο όλον πολιτικό σύστημα, τότε η όποια πρωτοβουλία πρέπει να είναι συνδυαστική, συνολική και επιδραστική. Να πλήττει στη ρίζα τους φαινόμενα όπως οι πελατειακές σχέσεις, οι εξαρτήσεις, η διαπλοκή, η αδιαφάνεια, οι ανούσιοι εσωκομματικοί ανταγωνισμοί, το μαύρο πολιτικό χρήμα. Και να απαντά σε ερωτήματα όπως ο ρόλος των βουλευτών.
Η δική μου άποψη, υποστηριζόμενη δημοσίως εδώ και τριάντα χρόνια είναι: Βουλή διακοσίων βουλευτών. Όσο μικρότερος ο αριθμός, τόσο καλύτερο το επίπεδο και μείζον το κύρος. Βουλευτές πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης με επαγγελματικό ασυμβίβαστο. Μία Βουλή που δεν διεκπεραιώνει απλά το έργο της κυβέρνησης, αλλά συμμετέχει δημιουργικά και ελεγκτικά σε αυτό.
Μία Βουλή αξιόπιστη σε αντιστοίχηση με τον θεσμικό της ρόλο. Μία Βουλή όπου οι βουλευτές ανταλλάσσουν απόψεις, επεξεργάζονται προτάσεις και δεν περιορίζονται σε κοκορομαχίες. Βουλευτές στις αίθουσες συνεδριάσεων και όχι στα καφενεία και στη διαμεσολάβηση ψηφοφόρων και Διοίκησης. Εκλογικό σύστημα με ευρεία λίστα βουλευτών επικρατείας και μονοεδρικές περιφέρειες -γερμανικό σύστημα, όπως εξαγγέλθηκε-. Τέλος στο σταυρό προτίμησης που είναι σταυρός μαρτυρίου για το πολιτικό σύστημα. Και παρέμβαση και στο μοντέλο διακυβέρνησης.
Μία γενναία και συνολική μεταρρύθμιση στο πολιτικό σύστημα απαιτεί μείζονες συναινέσεις στα κόμματα και τους σκεπτόμενους πολίτες, διότι θίγει συνήθειες και νοοτροπίες κατεστημένες και νοσηρές. Αξίζει τον κόπο. Θα συντελέσει σε υπέρβαση της υστέρησης και θα συμβάλει στην εδραίωση κουλτούρας συνεργειών, χρήσιμων στην επαναφορά της πολιτικής στο προσκήνιο.
Σωκράτης Κοσμίδης, Γενικός γραμματέας κυβέρνησης (1996-2004), Βουλευτής επικρατείας (2004-2007)



