• Αναζήτηση
  • Υψηλές τάσεις

    Οδηγώντας από το Σαν Φρανσίσκο προς τα νότια, μέσα από τη Higway 1, μετά από τρεις ώρες περίπου φθάνεις στο Esalen Institute.

    Υψηλές τάσεις | tovima.gr

    Ενοχές στην Κοιλάδα του Πυριτίου

    Οδηγώντας από το Σαν Φρανσίσκο προς τα νότια, μέσα από τη Higway 1, μετά από τρεις ώρες περίπου φθάνεις στο Esalen Institute. Και μπαίνεις σε έναν χώρο πανέμορφο αλλά και μυθικό. Με ξενοδοχείο 120 ατόμων, σε κτίριο παλιό αλλά μόλις ανακαινισμένο, μέσα σε τοπίο όπου τρέχουν νερά από τρεις μεριές, υπάρχουν θερμοπηγές, πολλά λουλούδια την άνοιξη και μια απότομη αλλά συγκλονιστική ακρογιαλιά. Ο τόπος θεωρείται και μυθικός διότι από το 1962 και για μια δεκαετία περίπου ήταν το πιο γνωστό σημείο δωρεάν συγκεντρώσεων για τα «παιδιά των λουλουδιών». Εκεί όπου η γιόγκα, η διατροφή με οργανικά καλλιεργημένα λαχανικά και ο υπερβατικός διαλογισμός ήταν στην καθημερινότητα του Εσάλεν, αλλά όχι ακόμη για την υπόλοιπη Αμερική. Τώρα όμως, μετά την πολύχρονη παρακμή του, πάει να γίνει το σημείο συνάντησης για κάποια άλλα παιδιά. Τα «παιδιά των υπολογιστών», αφότου το ανέλαβαν ιδιώτες και χρεώνουν 1.500 δολάρια το μονόκλινο και 2.300 το δίκλινο για το Σαββατοκύριακο και αρκετές χιλιάδες περισσότερα για τα σεμινάρια της μίας εβδομάδας.
    Ποιος όμως διευθύνει, ποιος πληρώνει και γιατί κάποιοι να θέλουν να μείνουν στο Εσάλεν; Ενας πρώην διευθυντής παραγωγής της Google, 34 ετών, έχει τη γενική ευθύνη, ενώ ένας άλλος πρώην υψηλόβαθμος της μεγάλης αυτής εταιρείας ψήνει ψωμί στην κουζίνα και κάνει και μασάζ. Στα διάφορα σεμινάρια που, εκτός από τους κωδικούς τους, έχουν και λίγο αστείους tech-προσδιορισμούς, όπως «Τεχνητή Πραγματικότητα και Πνευματισμός» ή «Το Εσωτερικό μας Δίκτυο», πηγαίνουν άνθρωποι που μόλις (μοσχο)πούλησαν μια δική τους νεοφυή επιχείρηση ή άλλοι που μια απόφασή τους αφορούσε πάνω από 1 δισ. ανθρώπους. Οπως είπε ο διευθυντής σπουδών, «ανατέλλει μια συλλογική συνείδηση στη Silicon Valley που σε αυτήν προσχωρούν όσοι αναγνωρίζουν ότι η (επαγγελματική) επιτυχία τους δεν έκανε ταυτόχρονα και τον κόσμο έναν καλύτερο τόπο (για να ζεις)».
    Τα κύματα που σήκωσαν οι μεγάλες και εξαιρετικά επιτυχημένες εταιρείες όπως το Facebook, η Google και τα άλλα θηρία της Κοιλάδας του Πυριτίου ξέβρασαν στην παραλία του Εσάλεν ανθρώπους πάμπλουτους αλλά και με ενοχές. Να ψάχνουν καινούργιες συμπεριφορές και έτοιμους να αναγνωρίζουν και δημόσια ότι μπορεί και να μην αισθάνονται πλέον τόσο υπερήφανοι. Για ποιο θέμα; Μα για το πώς επιδρούν στις ζωές δισεκατομμυρίων ανθρώπων στον πλανήτη Γη οι εταιρείες που εκείνοι βοήθησαν να στηθούν ενώ αυτές γρήγορα τους αντάμειψαν πλουσιοπάροχα.
    Αλλά δεν είναι μόνον οι πρώην. Το Facebook (όντας ιδιοκτήτης και των Instagram, WhatsApp, Messenger) μόλις τον περασμένο μήνα σε μια (ενοχο-εξομολογητική;) ανάρτηση, που μάλλον πέρασε απαρατήρητη από τον πολύ κόσμο, ανέφερε ότι: «Τα κοινωνικά δίκτυα συχνά σε κάνουν να νιώθεις καλά, όμως κάποιες φορές μπορεί να σε κάνουν να νιώθεις χάλια»!
    Αυτό έδωσε την αφορμή στον Φαρχάντ Μαντζού, τον μόνιμο συνεργάτη των «New York Times» για θέματα τεχνολογίας, που ετοιμάζει εν τω μεταξύ ένα βιβλίο για τους «Τρομακτικούς πέντε: Apple, Amazon, Google, Facebook, Microsoft», να γράψει τη φράση: «Στη Silicon Valley αρχίζουν να αναρωτιούνται, μήπως το Facebook σαπίζει τα μυαλά;». Και μια άλλη φρέσκια έρευνα έδειξε ότι αυτοί που κλικάρουν περισσότερα like από τον μέσο όρο του τυπικού χρήστη του Facebook βρέθηκαν να είναι σε όχι και τόσο καλή φυσική και ψυχική κατάσταση.
    Το Facebook επιμένει επίσης να μοιράζει καθημερινά, σε όποιον έχει ανοίξει λογαριασμό, ένα μπουκέτο από «νέα», ανθολογημένα με βάση τα όσα έχουν πρόσφατα αναρτήσει άλλοι, σχετικοί με αυτόν, έστω και με μακρινή σχέση. Αυτό γίνεται με τη βοήθεια μαθηματικών αλγορίθμων και μόνον. Διότι το Facebook και ο ιδρυτής του, κ. Ζούκερμπεργκ, επιμένουν να μην υπάρχει ανθρώπινη παρέμβαση  στην επιλογή αυτή. Ετσι βέβαια και κάθε είδους ψευδής είδηση μπορεί να εισχωρήσει στο «μπουκέτο» και να διαδοθεί ασυγκράτητα. Αυτό τους προβλημάτισε κάπως μέσα στο 2017 και ο ίδιος ο «Μεγαλομέτοχος» είπε σε δημοσιογράφους επανειλημμένα ότι ψάχνει λύση. Οπως όμως όλοι παραδέχονται, αποτελεσματικό φάρμακο ακόμη δεν βρέθηκε.
    Ολα αυτά μπορούν να συμπυκνωθούν σε μια σκηνή. Σαν να μας σερβίρουν ένα φαγητό στο εστιατόριο, ενώ την ίδια στιγμή ο μάγειρας το θεωρεί τόσο κακό που, πιεσμένος από την ενοχή του, αισθάνεται την ανάγκη να βγει από την κουζίνα του και να βρει κάποιον να εξομολογηθεί. Αυτό το φαγητό εμείς τι να το κάνουμε; Να το φάμε;

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Γνώμες