Τόκιο 2020: «Πόλεμος» για το ακριβότερο Ολυμπιακό Στάδιο

Οταν, το 2012, η Ζάχα Χαντίντ κέρδιζε τον διεθνή διαγωνισμό για τον σχεδιασμό του νέου Εθνικού Σταδίου της Ιαπωνίας εν όψει της φιλοξενίας των Ολυμπιακών Αγώνων του 2020


Ζάχα Χαντίντ: «Αυτό το οποίο πραγματικά ενοχλεί τους Ιάπωνες είναι ότι ένας ξένος αρχιτέκτονας κέρδισε τον διαγωνισμό και θα σχεδιάσει το Εθνικό Στάδιο της πρωτεύουσας της χώρας τους. Και όλα αυτά ενώ οι ίδιοι δουλεύουν ανεμπόδιστα σε όλον τον κόσμο. Είναι μεγάλοι υποκριτές»

Οταν, το 2012, η Ζάχα Χαντίντ κέρδιζε τον διεθνή διαγωνισμό για τον σχεδιασμό του νέου Εθνικού Σταδίου της Ιαπωνίας εν όψει της φιλοξενίας των Ολυμπιακών Αγώνων του 2020, μάλλον δεν μπορούσε να φανταστεί το μέγεθος των αντιδράσεων που έμελλε να προκληθούν. Πεντέμισι χρόνια πριν από την έναρξη της κορυφαίας αθλητικής διοργάνωσης στο Τόκιο όμως – για πρώτη φορά από το 1964 – οι πανηγυρισμοί για την ανάληψή της έχουν ήδη δώσει τη θέση τους σε μια άνευ προηγουμένου αμφισβήτηση του βασικού χώρου διεξαγωγής της και δη προτού ακόμη θεμελιωθεί. Οι εστίες του «πολέμου» είναι πολλές: το μέγεθος και το κόστος του έργου, η δυσαρμονία με τον περιβάλλοντα χώρο αλλά και αυτό καθαυτό το σχέδιο της διάσημης βρετανοϊρακινής αρχιτέκτονος και της ομάδας της. Η ιστορία έχει τω όντι ενδιαφέρον και αξίζει να την παρακολουθήσει κανείς στους βασικούς της έστω άξονες…

Η Χαντίντ επελέγη από το Αθλητικό Συμβούλιο της Ιαπωνίας και τον αρχιτέκτονα Ταντάο Αντο αφήνοντας πίσω της τους 10 υπόλοιπους φιναλίστ του διεθνούς διαγωνισμού προκειμένου να σχεδιάσει το νέο – χωρητικότητας 80.000 θεατών – Εθνικό Στάδιο που αναμένεται να ολοκληρωθεί το 2018. Πριν από την Ολυμπιάδα – την οποία στο διάστημα της διεξαγωγής του διαγωνισμού διεκδικούσε ακόμη το Τόκιο χωρίς να έχει κριθεί η ανάληψή της – το Στάδιο αναμένεται να φιλοξενήσει το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ράγκμπι του 2019. Οσο για το σκεπτικό της απόφασης επιλογής της Ζάχα Χαντίντ, η επιτροπή ανέφερε χαρακτηριστικά: «Η επιθυμία μας είναι να δούμε ένα καινούργιο στάδιο σχεδιασμένο από έναν σύγχρονό μας αρχιτέκτονα, η σοφία και η δεξιότητα του οποίου εν τούτοις θα κοιτούν στο μέλλον του πλανήτη μας».

Το κράνος του ποδηλάτη


Aμα τη εμφανίσει των πρώτων σχεδίων όμως οι αντιδράσεις έπεσαν βροχή τόσο από οργανώσεις οι οποίες αντιτίθενται στην ίδια τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων από την Ιαπωνία όσο και από καταξιωμένους ιάπωνες αρχιτέκτονες. Οι τελευταίοι χαρακτηρίζουν το στάδιο της Χαντίντ «τερατούργημα» το οποίο ξεχωρίζει μόνο και μόνο για την ασυμβατότητά του με ό,τι το περιβάλλει.
Σύμφωνα με προ ημερών δημοσίευμα του βρετανικού «Observer», η πλέον σκληρή αντίδραση προέκυψε από τον ιάπωνα αρχιτέκτονα Αράτα Ισοζάκι, ο οποίος σχεδίασε το Palau Sant Jordi για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης το 1992. Σε ανοιχτή επιστολή του στο Αθλητικό Συμβούλιο της Ιαπωνίας τον Νοέμβριο του 2014 ο 83χρονος αρχιτέκτονας παρομοίασε το σχέδιο της βρετανοϊρακινής συναδέλφου του με «θαλάσσια χελώνα η οποία περιμένει να βυθιστεί η Ιαπωνία για να μπορέσει να κολυμπήσει και πάλι»…
Στην επιστολή του ο Ισοζάκι ξεκαθάριζε ότι στην αρχή χαιρέτισε την απόφαση της επιλογής της Χαντίντ. Οταν όμως αντίκρισε τα πρώτα σχέδια, αισθάνθηκε πραγματική απελπισία. Διατύπωνε την άποψη πως, σε περίπτωση που το πρότζεκτ προχωρήσει, θα αποτελέσει ντροπή για τις επόμενες γενιές Ιαπώνων. «Αν το στάδιο πράγματι χτιστεί σύμφωνα με αυτό το σχέδιο, το Τόκιο θα καταπλακωθεί από έναν γιγάντιο λευκό ελέφαντα» συνέχισε.
Η Χαντίντ, πάντως, δεν έμεινε σιωπηλή σε αυτές τις αντιδράσεις. Αντεπιτέθηκε με σφοδρότητα δηλώνοντας ότι η κριτική ντροπιάζει τους ίδιους τους ιάπωνες αρχιτέκτονες. «Είναι η πόλη τους και σ’ έναν βαθμό τους καταλαβαίνω» σχολίασε πρόσφατα σε συνέντευξή της. «Αυτό το οποίο όμως πραγματικά τους ενοχλεί είναι ότι ένας ξένος αρχιτέκτονας κέρδισε τον διαγωνισμό και θα σχεδιάσει το Εθνικό Στάδιο της πρωτεύουσας της χώρας τους. Και όλα αυτά ενώ οι ίδιοι δουλεύουν ανεμπόδιστα σε όλον τον κόσμο. Είναι μεγάλοι υποκριτές».
Η επιστολή του Ισοζάκι ήρθε περίπου έναν χρόνο μετά το συμπόσιο που διοργάνωσαν άλλοι διεθνώς καταξιωμένοι ομοεθνείς του αρχιτέκτονες – ανάμεσά τους ο Φουμιχίκο Μάκι, ο Τόκιο Ιτο και ο Κένγκο Κούμα – προκειμένου να διαμαρτυρηθούν για το μέγεθος του νέου σταδίου σε συνάρτηση με τον περιβάλλοντα χώρο του στο πάρκο Yoyogi. Στα περί γιγάντιου λευκού ελέφαντα τον οποίο «το Τόκιο δεν χρειάζεται καθώς η πόλη δεν είναι ζωολογικός κήπος» προστέθηκαν παρομοιώσεις που έκαναν λόγο για «τεράστιο κράνος ποδηλάτη». Το καλοκαίρι του 2014 μάλιστα γύρω στα 500 άτομα έκαναν πορεία προκειμένου να διαδηλώσουν τη διαφωνία τους με το όλο πλάνο της ανέγερσης του σταδίου.
Αντιδράσεις χωρίς τέλος


Το σίριαλ συνεχίζεται με αμείωτη ένταση, παρά το γεγονός ότι υπό το βάρος των αντιδράσεων οι ιάπωνες ιθύνοντες αποφάσισαν την αναπροσαρμογή του μεγέθους αλλά και του κόστους του σταδίου. Σύμφωνα με τους νεότερους υπολογισμούς, το κτίσμα θα έχει πλέον 70 μέτρα ύψος – πέντε μέτρα χαμηλότερο, δηλαδή, από τον αρχικό σχεδιασμό – και θα κοστίσει περί τα 1,7 δισ. δολάρια, τη στιγμή που ο πρώτος προϋπολογισμός έφτανε τα 3 δισεκατομμύρια. Ωστόσο, παρά τη μείωση του κόστους, το πρότζεκτ της Ζάχα Χαντίντ διεκδικεί τα σκήπτρα του ακριβότερου Ολυμπιακού Σταδίου στη σύγχρονη Ιστορία…
Οπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο «Observer», για κακή τύχη της τιμημένης με βραβείο Pritzker αρχιτέκτονος, η ίδια η μεταπολεμική πορεία της χώρας αποτελεί «όπλο» στα χέρια των επικριτών της. «Οι Αγώνες του 1964 συνέπεσαν με την έναρξη του οικονομικού θαύματος της Ιαπωνίας και σηματοδότησαν την αποδοχή της ως μέλους της διεθνούς κοινότητας ύστερα από τις καταστροφικές στρατιωτικές περιπέτειες στην Ασία» αναφέρει χαρακτηριστικά η εφημερίδα. «Μισό αιώνα αργότερα» συνεχίζει «οι θιασώτες των Ολυμπιακών Αγώνων στην Ιαπωνία αγωνίζονται να βρουν ένα στοιχείο ενότητας και είναι ακριβώς αυτή η απουσία οράματος που καθιστά το στάδιο της 65χρονης Χαντίντ εύκολο στόχο προς επίκριση».
Πέρα από το μέγεθός του, η τοποθεσία ανέγερσης του σταδίου σε μια περιοχή υψηλής πολιτιστικής και ιστορικής σημασίας έχει προκαλέσει πολλές αντιρρήσεις: ίσως έτι περισσότερες από όσες έχουν διατυπωθεί για το υπέρογκο κόστος του. Και όχι μόνο: το νέο στάδιο, ισχυρίζονται όσοι αντιτίθενται σ’ αυτό, θα στερήσει από τους κατοίκους της πόλης έναν από τους λίγους χώρους πρασίνου. Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι το ήδη υπάρχον στάδιο – χωρητικότητας 54.000 θέσεων – μπορεί να αξιοποιηθεί για τη διοργάνωση, με την αναγκαία ανακαίνιση ασφαλώς, τη στιγμή που το καινούργιο θα προκαλέσει μεγάλη ζημιά στο περιβάλλον. Υπενθυμίζουν μάλιστα τις λειτουργικές ανακαινίσεις οι οποίες έγιναν στα στάδια του Βερολίνου για τους Αγώνες του 1936 και του Λος Αντζελες για τις αντίστοιχες διοργανώσεις του 1932 και του 1984.
Από την άλλη πλευρά, ιάπωνες συνεργάτες του γραφείου της Χαντίντ υπερασπίζονται το πρότζεκτ δηλώνοντας ότι το σχέδιο έχει εκπονηθεί έτσι ώστε να σέβεται απολύτως τόσο το περιβάλλον όσο και τον ίδιο τον αστικό ιστό του Τόκιο. «Ως αρχιτέκτονες βρισκόμαστε συχνά αντιμέτωποι με τέτοιες ιστορίες» λένε χαρακτηριστικά. «Οταν ένα πρότζεκτ έχει τόσο πολύ να κάνει με την ίδια την εικόνα μιας πόλης και προκαλεί τόσο μεγάλο ενδιαφέρον, σχεδόν πάντα γίνεται αντικείμενο κριτικής και σ’ αυτή την περίπτωση το γεγονός αυτό έχει πράγματι «θαμπώσει» την όλη διαδικασία. Το σημαντικό είναι όμως ότι ως υπεύθυνοι αρχιτέκτονες αναλαμβάνουμε το έργο από την αρχή ως το τέλος και έχουμε την πλήρη γνώση και την εμπειρία για να το κάνουμε». Τους ισχυρισμούς τους δείχνουν να αποδέχονται και οι κυβερνητικοί παράγοντες, οι οποίοι παρέχουν την αναγκαία στήριξη προκειμένου να προχωρήσει το πρότζεκτ. Και παρ’ όλο που η αρχικώς προγραμματισμένη ανέγερση τριών νέων χώρων – για μπάσκετ, μπάντμιντον και ιστιοπλοΐα – έχει ήδη ακυρωθεί λόγω υπέρογκου κόστους, το νέο Εθνικό Στάδιο δεν δείχνει να απειλείται από κάποιο τέτοιο ενδεχόμενο. Παρ’ όλα αυτά, οι αντίθετες φωνές δεν φαίνεται να σιωπούν και αυτό το οποίο αναζητείται τώρα είναι, σύμφωνα με τον διεθνή Τύπο, ένας όσο το δυνατόν πιο ευρείας αποδοχής συμβιβασμός…

Από το Μόντρεαλ ως την Αθήνα και το Πεκίνο
«Μιλώντας γενικότερα, πέρα από το πλαίσιο των σχεδίων της Ζάχα Χαντίντ, η όλη διαμάχη αποτυπώνει το πόσο τα ολυμπιακά στάδια προκαλούν μεγαλύτερα πάθη από οποιοδήποτε άλλο κτίριο και παράλληλα το πώς τα μεγάλα και δαπανηρά δημόσια έργα μπορούν να γίνουν σύμβολα αρχιτεκτονικής ισχύος και οικονομικής υπερηφάνειας, δομές στις οποίες τα κράτη επενδύουν την ίδια την εθνική τους ταυτότητα» έγραφε πρόσφατα η εφημερίδα «The New York Times» αναφερόμενη στο θέμα. Στο ίδιο ρεπορτάζ εκπρόσωπος της εταιρείας που σχεδίασε το Ολυμπιακό Στάδιο της Ατλάντας για τους Αγώνες του 1996 διατύπωνε την άποψη πως τα εμβληματικά κτίρια προκαλούν πάντα αντιδράσεις. «Προσφέρουν την ευκαιρία στα κράτη να πουν στον έξω κόσμο: Είμαστε εδώ, ιδού ένα εμβληματικό κτίριο. Μπορούμε να το κάνουμε! Είναι ένας στόχος να δείξεις στους υπολοίπους ότι βρίσκεσαι σε ψηλότερο επίπεδο».
Την παραπάνω άποψη επιβεβαίωσε – συνειδητά ή όχι – το Συμβούλιο Αθλητισμού της Ιαπωνίας. Οι εκπρόσωποί του, απαντώντας σε σχετική ερώτηση της εφημερίδας αναφορικά με τους στόχους του φιλόδοξου έργου, δήλωσαν απερίφραστα ότι θέλουν να κατασκευάσουν ένα νέο στάδιο ώστε να εντυπωσιάσουν όλον τον κόσμο.
«Κάποιες χώρες πραγματικά τα καταφέρνουν» γράφουν και πάλι οι «New York Times» αναφέροντας το Πεκίνο και το Εθνικό Στάδιο – επονομαζόμενο «Φωλιά του Πουλιού» – που φιλοξένησε τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2008. Το σχέδιο του αρχιτεκτονικού διδύμου Xέρτσογκ – Ντε Μερόν προκάλεσε τον διεθνή θαυμασμό. Στην περίπτωση του Τόκιο και με δεδομένο το μεγάλο κόστος του πρότζεκτ, ο φόβος είναι να αποφευχθεί η αναγωγή του σε ένα δυσβάστακτο φορτίο για το μέλλον, όταν πλέον οι προβολείς της διοργάνωσης θα έχουν σβήσει.
«Το στάδιο του Μόντρεαλ, για παράδειγμα» αναφέρει η εφημερίδα «που σχεδιάστηκε για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1976 άφησε στην πόλη 1,5 εκατ. δολάρια χρέος, για την εξόφληση του οποίου χρειάστηκαν 30 ολόκληρα χρόνια. Σποραδικές μόνο διοργανώσεις φιλοξενούνται εκεί, ενώ σε ό,τι αφορά την Αθήνα και τους Αγώνες του 2004 πολλή συζήτηση έχει γίνει για την απουσία ενός μεταολυμπιακού πλάνου για τις εγκαταστάσεις».
Χαρακτηριστικό παράδειγμα επιτυχίας είναι για την εφημερίδα το στάδιο Memorial Coliseum του Λος Αντζελες που χρησιμοποιήθηκε σε δύο ολυμπιακές διοργανώσεις, το 1932 και το 1984, και συνεχίζει να φιλοξενεί κολεγιακούς αγώνες ποδοσφαίρου, καθώς και άλλες εκδηλώσεις. «Το βασικό πρόβλημα με τα ολυμπιακά στάδια είναι ότι για κάποιον λόγο αποδεικνύονται οι πλέον δεσμευτικές επενδύσεις» δηλώνει ο Ζακ Χέρτσογκ, ο ένας από τους δύο αρχιτέκτονες της «Φωλιάς του Πουλιού» στο Πεκίνο. «Οφείλεις να σκεφθείς τι θα γίνουν όταν τελειώσουν οι Αγώνες. Η πλειονότητα δεν έχει πλέον λόγο ύπαρξης».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk