Γιάννης Καλαβριανός: Μακάρι να αξιωνόμαστε τέτοιους έρωτες, κι όσο κρατήσουν

Το Φεστιβάλ Αθηνών ανοίγει εφέτος με μία από τις πιο δυνατές ιστορίες αγάπης όλων των εποχών.


«Τα ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά της αναγνώρισης του έντονου συναισθήματος ευτυχώς δεν ακολουθούν τους ρυθμούς αλλαγών της τεχνολογίας»

Το Φεστιβάλ Αθηνών ανοίγει εφέτος με μία από τις πιο δυνατές ιστορίες αγάπης όλων των εποχών. Δεν είναι ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα αλλά ο Αβελάρδος και η Ελοΐζα, δύο υπαρκτά πρόσωπα που είχαν την τύχη να ερωτευθούν παράφορα και την ατυχία να ζουν στον Μεσαίωνα. Το ζευγάρι υποδύονται η Χριστίνα Μαξούρη και ο Γιώργος Γλάστρας, την ιστορία τους αφηγείται η Ελένη Κοκκίδου, η μουσική του Αγγελου Τριανταφύλλου στοιχειώνει ακόμη περισσότερο τα αδιέξοδα του έρωτα και ο σκηνοθέτης Γιάννης Καλαβριανός μάς μιλάει για την ακατανίκητη δύναμη του «για πάντα μαζί».

Ποια ήταν η πρώτη σας γνωριμία με την ιστορία του Αβελάρδου και της Ελοΐζας και τι σας έκανε να θέλετε να την ανεβάσετε στο θέατρο;
«Συνάντησα τον τάφο τους σε έναν περίπατο στο Κοιμητήριο του Père Lachaise στο Παρίσι. Ηταν ένας τάφος σαν μικρός γοτθικός ναός, με πολλά λουλούδια, κάρτες και κολλημένα γράμματα γύρω του. Είδα γραμμένα δύο ονόματα που δεν ήξερα και όταν επέστρεψα άρχισα να ψάχνω για εκείνους. Τα δώρα ήταν αναθήματα ερωτευμένων από όλον τον κόσμο. Η ιστορία και ο έρωτάς τους είναι ό,τι πιο συναρπαστικό έχω διαβάσει εδώ και καιρό».
Ποια ήταν η φράση που σας στοίχειωσε;
«Η Ελοΐζα σε μία από τις επιστολές της – οι επιστολές του ζευγαριού σώζονται και έχουν εκδοθεί – γράφει στον αγαπημένο της: «Εσύ είσαι η μόνη αιτία της δυστυχίας μου, άρα ο μόνος που μπορεί να με παρηγορήσει»».
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι οι φυσικοί πρόγονοι του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας;
«Ο Αβελάρδος και η Ελοΐζα έζησαν περίπου 500 χρόνια προτού γραφτεί το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα». Ο έρωτάς τους, ιδίως από τη μεριά της Ελοΐζας, ανήκει, όπως και των διάσημων σαιξπηρικών ηρώων, στις περιπτώσεις του καθοδηγούμενου από τη Μοίρα, άρα και καταδικασμένου, ένσαρκου, απελπισμένου έρωτα. Η μεγάλη τους διαφορά ήταν πως η δική τους ιστορία, που αψήφησε με αυτοθυσία τα εμπόδια που έθεσαν στον δρόμο τους η ηθική, η Εκκλησία και η φανατισμένη κοινωνία της εποχής, είναι τραγικότερη από των μυθιστορηματικών απογόνων τους ακριβώς επειδή υπήρξε αληθινή».
Τελικά ή ο έρωτας θα πεθάνει ή οι εραστές; Δεν γίνεται να επιβιώσουν και τα δύο;
«Μακάρι να αξιωνόμαστε εμπειρίες τέτοιων ερώτων, κι όσο κρατήσουν. Στους συγκεκριμένους ο έρωτας της Ελοΐζας διήρκεσε σχεδόν 40 χρόνια, διάστημα τεράστιο, αν αναλογιστούμε την ένταση της παραφοράς του».

Αυτό το ζευγάρι αλληλογραφούσε πολύ, διατήρησε τον έρωτά του μέσα από τη γραφή. Τι πιστεύετε για το σύγχρονο texting των εραστών; Μπορεί να υπάρξει λυρισμός ακόμη και στην εποχή του SMS και του Facebook ή έχουν γίνει όλα φαστ φουντ;
«Η τεχνολογία επιβάλλει πλέον άλλους ρυθμούς παντού, άρα διαπερνά και την επικοινωνία των εραστών. Είμαστε ανυπόμονοι, σχεδόν βιαστικοί. Γι’ αυτό και οι έρωτές μας πληθαίνουν σε συχνότητα αλλά χάνουν σε διάρκεια. Από την άλλη, αν ανακαλέσουμε έντονες καταστάσεις, συναισθηματικές εκτροπές, ανατάσεις ή ναυάγια του παρελθόντος, ξαναζούμε το αντίστοιχο συναίσθημα σαν να μην πέρασε μια μέρα. Αρα οι αληθινά μεγάλες εμπειρίες καταγράφονται και μας ακολουθούν. Τα ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά της αναγνώρισης του έντονου συναισθήματος ευτυχώς δεν ακολουθούν τους ρυθμούς αλλαγών της τεχνολογίας».
Γιατί λείπει το ευτυχισμένο τέλος εραστών από το θέατρο και τη ζωή; Τι κάνουν οι ήρωες και τι κάνουμε λάθος;
«Το θέατρο, ανοίγοντας το κάδρο της καθημερινότητας και διαστέλλοντας τον δραματικό χρόνο, έχει αντιληφθεί την πολυτέλεια της στιγμής. Αντίθετα, ο κινηματογράφος, που εστιάζει καλύτερα στη λεπτομέρεια της στιγμής, έχει μεγαλύτερη ανάγκη να υποσχεθεί πως η συγκεκριμένη στιγμή θα επεκταθεί εκτός κάδρου ως την αιωνιότητα. Εκεί λοιπόν το ευτυχισμένο τέλος είναι προϋπόθεση. Στο θέατρο η λύτρωση του θεατή μπορεί να έρθει και χωρίς ευτυχισμένο τέλος. Εδώ οι ήρωες δυστυχούν για να καθαρθεί ο θεατής διά μέσου των παθημάτων τους».
Εχετε κάνει πολύ επιτυχημένες παραστάσεις, παρά τη δαιμονολογία της κρίσης. Ποια θα ήταν τα πρώτα μελήματά σας αν ξαφνικά βρισκόσασταν με πολλά χρήματα;
«Θα μεγάλωνα το χρονικό διάστημα των προβών. Αν εξασφαλίζονται ικανοποιητικές αμοιβές για όλους τους συντελεστές, τα επιπλέον χρήματα δεν μπορούν να προσθέσουν τίποτε άλλο σε μια παράσταση πέρα από χρόνο δοκιμών. Ο ακριβότερος εξοπλισμός, τα εντυπωσιακά κοστούμια, οι τεχνολογικές δυνατότητες και τα πανάκριβα σκηνικά εφέ ποτέ δεν εξασφάλισαν από μόνα τους τίποτε παραπάνω από την παιδική χαρά του εντυπωσιασμού. Ο Πίτερ Μπρουκ έστηνε παραστάσεις με ένα χαλί».

Τι σας θυμώνει στην καθημερινότητά σας;
«Με θυμώνει ο θυμός. Η καθημερινή βία στη συμπεριφορά όλων μας. Με όλα τα επακόλουθά της. Επίσης, έχοντας βιώσει πολύ πρόσφατα την εμπειρία αρπαγής μιας ιδέας μου και δουλειάς έξι χρόνων – που όμως δεν μπορώ να αποδείξω επειδή δεν σκέφτηκα να εξασφαλίσω τα νώτα μου θεωρώντας πως συνομιλούσα με έντιμους όρους -, με θυμώνει η αδυναμία απάντησης και ο εαυτός μου που γέμισε οργή και που τους περιμένει στη γωνία να επανορθώσουν ή να τους ξεσκεπάσει με την πρώτη ευκαιρία».
Μια καλή θεατρική εμπειρία μπορεί να μας σώσει από ένα κουτί ηρεμιστικών;
«Οι ψυχικές νόσοι, ιδίως εκείνες οι οποίες απαιτούν και φαρμακευτική αγωγή, είναι δύσκολες καταστάσεις που πρέπει να προσεγγίζονται με διακριτικότητα και προσοχή. Μακάρι η Τέχνη να δρα συνεργατικά στη θεραπεία των συμπτωμάτων αντίστοιχων περιπτώσεων όπως ένα αγχολυτικό. Προσωπικά τη θεωρώ χρησιμότερη όχι ως κατευναστικό αλλά ως διεγερτικό της διάθεσης, αντικαταθλιπτικό και μέσο για την αναζήτηση της ομορφιάς».
Είστε ηθοποιός, συγγραφέας και σκηνοθέτης. Τι σας έχει διδάξει η κάθε σας ιδιότητα για τον εαυτό σας;
«Ολοι αποτελούμαστε από πολλές και διαφορετικές ιδιότητες ως άθροισμα των διαφορετικών εαυτών και ικανοτήτων μας. Με όσο πιο πολλά και διαφορετικά πράγματα ασχολείσαι τόσο δυσκολεύονται να σε κατατάξουν. Και αυτό είναι απελευθερωτικό».
Εσμιξαν 700 χρόνια μετά…
Παρίσι του 12ου αιώνα. Ο σαραντάχρονος Πέτρος Αβελάρδος είναι ένας από τους σημαντικότερους θεολόγους και φιλοσόφους του Μεσαίωνα, υπέρμαχος της αμφιβολίας και της έρευνας ως προϋπόθεσης για την πίστη. Ο εφημέριος του Παρισιού Φυλμπέρ του εμπιστεύεται τη 16χρονη ανιψιά του Ελοΐζα, η οποία, παρά τη νεαρή της ηλικία, είχε ευρεία καλλιέργεια. Ο έρωτάς τους ήταν κεραυνοβόλος. Η Ελοΐζα μένει έγκυος, ξεσπά τεράστιο σκάνδαλο, ο Φυλμπέρ διατάζει την τιμωρία του Αβελάρδου. Πληρωμένοι δολοφόνοι εισβάλλουν στο σπίτι του Αβελάρδου και τον ευνουχίζουν. Εκείνος όμως επιζεί. Καταφεύγει στο μοναστήρι του Σεν Ντενί και παραγγέλνει στην Ελοΐζα να γίνει κι εκείνη μοναχή. Το ζευγάρι ζει σε χωριστά μοναστήρια για τα επόμενα 20 χρόνια, δεν συναντιέται παρά μόνο για μία και μοναδική φορά και επικοινωνεί μόνο με παθιασμένες επιστολές. Η πραγματεία του περί αμαρτίας οδηγεί την Εκκλησία να τον καταδικάσει ως αιρετικό. Καίγονται τα βιβλία του και καταδιώκεται ως τον θάνατό του. Η Ελοΐζα ζει ακόμη 20 χρόνια. Η τελευταία επιθυμία της ήταν να θαφτεί με τον αγαπημένο της, παράκληση που εισακούστηκε 700 χρόνια μετά τον θάνατό τους, όταν, σύμφωνα με μία εκδοχή, η Ιωσηφίνα Βοναπάρτη, συγκινημένη από την ιστορία τους, ζήτησε να μεταφερθούν τα οστά τους και να θαφτούν επιτέλους μαζί.

πότε & πού:
«Αβελάρδος και Ελοΐζα», Πειραιώς 260, Αίθουσα Δ, 1 και 2 Ιουνίου.Τηλ. 210 3272.000.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk