Τι είναι τελικά αυτό που αποκαλούμε «Δύση»; Γεωπολιτική και στρατιωτική συμμαχία, σύνολο ιδεών και αξιών, κανονιστικό πρόταγμα ή προπέτασμα ιμπεριαλισμού και ιδεολογικός μηχανισμός εξουσιασμού όσων δεν συμπεριλαμβάνονται σε αυτή; Υπάρχει Δύση χωρίς την Αμερική; Και γιατί οι θιασώτες του τραμπισμού, παρά την αποστασιοποίησή τους από την Ευρώπη, συνεχίζουν να δικαιολογούν τις πράξεις τους στο όνομα ενός κάποιου «δυτικού πολιτισμού»;
Με αφορμή την επίσκεψή του στην Ελλάδα για το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, «Το Βήμα» συνομίλησε με τον Γιώργο Βαρουξάκη, καθηγητή της Ιστορίας της Πολιτικής Σκέψης στο Πανεπιστήμιο Queen Mary του Λονδίνου και συγγραφέα ενός εκ των πλέον συζητημένων βιβλίων της περασμένης χρονιάς με τίτλο The West: The History of an Idea (Princeton University Press), το οποίο πολύ σύντομα αναμένεται να κυκλοφορήσει και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη.

Θέλω να ξεκινήσω με μια κάπως προβοκατόρικη ερώτηση. Εχει νόημα να μιλά κανείς σήμερα για Δύση; Οταν όλο και περισσότεροι στοχαστές και διαμορφωτές πολιτικής σπεύδουν να μιλήσουν για μια μετα-δυτική εποχή; Η τρέχουσα κρίση της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης δεν είναι, υπό μια έννοια, και μια κρίση της Δύσης συνολικά;
«Ξέρετε πόσες φορές στην ιστορία της η Δύση προσέγγισε, όπως έλεγαν κάποιοι, το τέλος της; Από την πρώτη φορά που έγινε επίκληση της εν λόγω έννοιας, πριν από 200 χρόνια, ο δυτικός κόσμος βρίσκεται, υποτίθεται, σε κρίση και παρακμάζει. Ιστορικά, λοιπόν, η πεποίθηση ότι επίκειται το τέλος της Δύσης έχει εμφανιστεί τόσο πολλές φορές χωρίς να επιβεβαιωθεί, που θα έλεγα ότι είναι πολύ πιθανό να πρόκειται για άλλη μία από αυτές τις περιπτώσεις.
Σε διάφορες παρουσιάσεις του βιβλίου μου μού τέθηκε το εξής ερώτημα: Αν ήσασταν άνθρωπος που τζογάρει, θα λέγατε ότι η “Δύση” θα εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ως γεωπολιτικός ή πολιτισμικός όρος σε εκατό χρόνια;. Και φυσικά απάντησα: “Δεν είμαι άνθρωπος που τζογάρει, αλλά αν έπρεπε να το κάνω, θα έλεγα ναι”. Και αυτό διότι είναι ένας τόσο ελκυστικός όρος για την πολιτική αντιπαράθεση που πολλές πλευρές θα έμπαιναν στον πειρασμό να τον χρησιμοποιήσουν ξανά και ξανά».
Τι εννοείτε;
«Αυτός είναι εν μέρει και ο λόγος που παραπονιέμαι για το ότι όσοι ανήκουν στο κυρίαρχο ρεύμα και αποφεύγουν όρους όπως ο “δυτικός πολιτισμός”, επειδή χρησιμοποιούνται από την Ακροδεξιά, βάζουν στην πραγματικότητα αυτογκόλ. Διότι ο όρος φέρει ένα βάρος – ένα ιστορικό, πολιτισμικό και θρησκευτικό φορτίο – και προσδίδει κύρος και σοβαρότητα. Ανθρωποι όπως ο Στιβ Μπάνον και ο Στίβεν Μίλερ περιβάλλουν τις ιδέες τους με το ένδυμα του “δυτικού πολιτισμου” και αυτό τους δίνει περισσότερη αξιοπιστία από αυτή που τους αξίζει».
Σύμφωνοι, αλλά – και επιτρέψτε μου εδώ τον όρο – είναι η Δύση ακόμη «σέξι»; Υπήρχε κάποια στιγμή που η Δύση ήταν ελκυστική για ένα τμήμα του κόσμου· είναι όμως ακόμη;
«Κοιτάξτε, διανύουμε μια κρίση. Αλλά η κρίση δεν φέρνει αυτομάτως την κατάρρευση ή το τέλος. Αναμφίβολα, θα υπάρξουν επαναπροσδιορισμοί και ανακατατάξεις. Αλλά ας δούμε μερικά δεδομένα. Οι άνθρωποι που μεταναστεύουν από την Αφρική ή την Ινδία, για παράδειγμα, πού θέλουν να πάνε; Στην Κίνα ή στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ; Πού είναι η ζωή πιο ελεύθερη, πιο ελκυστική; Η Κίνα μπορεί να βελτιώνεται όσον αφορά τους αριθμούς ή τη στρατιωτική ισχύ.
Σε ό,τι αφορά, όμως, την ελκυστικότητα, το βιοτικό επίπεδο και το πού θέλουν να ζήσουν οι άνθρωποι, η Δύση εξακολουθεί να είναι εκείνη που προσελκύει τον κόσμο. Προφανώς και ο Τραμπ αποτελεί μια πλήρη και απόλυτη καταστροφή. Προκαλεί ζημιά στην ήπια ισχύ της Δύσης, στην ελκυστικότητα των δυτικών ιδεών, των δυτικών προτύπων, του δυτικού τρόπου ζωής, των δυτικών δημοκρατικών, φιλελεύθερων και συνταγματικών παραδόσεων. Θα καταφέρει να τα καταστρέψει εντελώς και για πάντα; Ελπίζω πως όχι».
Ενα από τα πράγματα που μου κάνουν εντύπωση στον λόγο σας είναι ότι παραμένετε αισιόδοξος για τη Δύση σε μια περίοδο που σχεδόν κανείς δεν είναι. Σε μια περίοδο που σχεδόν όλοι πλέον μιλούν για τα τυφλά σημεία της δυτικής ηγεμονίας τα τελευταία 20-30 χρόνια, για τις ανισότητες – εντός και εκτός Δύσης – που προκάλεσε η φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση.
«Ναι, υπάρχουν τεράστια προβλήματα. Ο ρυθμός και οι υπερβολές της παγκοσμιοποίησης και του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, η συσσώρευση δύναμης στα χέρια ατόμων και εταιρειών, όπως για παράδειγμα των tech-bros, όλα αυτά είναι εξαιρετικά επικίνδυνα. Για να ξεκαθαρίσω, λοιπόν, τη θέση μου: Δεν είμαι αισιόδοξος για τη Δύση, με την έννοια ότι τα πράγματα θα πάνε οπωσδήποτε καλά. Είμαι αισιόδοξος ότι υπάρχει ακόμη στη Δύση η δυνατότητα να αμφισβητηθούν αυτά τα πράγματα, να αλλάξει η πορεία, να ανέλθουν άλλοι άνθρωποι στην εξουσία. Η δύναμη της Δύσης ήταν πάντα η δυνατότητα αλλαγής πλεύσης».
Κάθε στιγμή κρίσης είναι και μια στιγμή αναστοχασμού. Ποια στοιχεία, λοιπόν, θα πρέπει να κρατήσει και ποια να αφήσει η Δύση στο μέλλον;
«Η επιβολή ρυθμιστικών κανόνων στις επιχειρήσεις στο όνομα των κρατών, της Ευρωπαϊκής Ενωσης ή του φορολογουμένου είναι κάτι που αδιαμφισβήτητα δεν είναι “μη-δυτικό”. Υπήρξε μια συγκεκριμένη, ιδιότυπη, ακραία ερμηνεία του τι σημαίνει φιλελευθερισμός, η οποία οδήγησε σε μια ακραία απελευθέρωση των αγορών».
Αναφέρεστε προφανώς στον νεοφιλελευθερισμό.
«Προσπαθώ να μη χρησιμοποιώ πολύ αυτόν τον όρο, επειδή έχει καταλήξει να είναι λίγο “λέξη-ομπρέλα”. Αλλά, ναι, αναφέρομαι στην ακραία απορρύθμιση. Προφανώς, η Δύση υπήρχε και πριν από τον νεοφιλελευθερισμό, πριν από την απορρύθμιση, πριν από όλες αυτές τις υπερβολές. Και ελπίζω ότι μπορούμε να επιστρέψουμε σε ένα διαφορετικό είδος Δύσης, να υιοθετήσουμε ξανά ρυθμιστικούς κανόνες, να διασπάσουμε τις γιγαντιαίες εταιρείες και ούτω καθεξής».
Είναι ο πόλεμος εγγενές στοιχείο της Δύσης; Και το ρωτώ αυτό διότι στο όνομα της Δύσης έχουν κηρυχθεί πάρα πολλοί πόλεμοι, έχουν καταστραφεί χώρες και πολιτισμοί, έχουν γίνει αιματηρές αποικιοκρατικές εκστρατείες.
«Ο πόλεμος είναι στοιχείο της ιστορίας. Οχι της ιστορίας της Δύσης, αλλά οποιασδήποτε ιστορίας. Υπήρχε πόλεμος και πριν από τη διαμόρφωση της Δύσης και θα υπάρχει πόλεμος και μετά. Επομένως, η απάντηση είναι, όχι, δεν είναι κάτι σύμφυτο με τη Δύση, δεν ενυπάρχει αποκλειστικά σε αυτή.
Αυτό που έχει ενδιαφέρον, και το αναδεικνύω στο βιβλίο μου, είναι ότι στην πρώτη διατύπωση της ιδέας της Δύσης ως πολιτικού εγχειρήματος, την οποία συναντάμε στον ιδρυτή της κοινωνιολογίας Ογκίστ Κοντ (1798-1857) υπάρχει ρητά μια αντιπολεμική και αντι-ιμπεριαλιστική στόχευση και προτεραιότητα».
Δηλαδή;
«Ο Κοντ πρότεινε μια εντελώς νέα αναδιοργάνωση της Ευρώπης μετά τους Ναπολεόντειους Πολέμους, επειδή πίστευε ότι έπρεπε μετά τον Διαφωτισμό, την επίκληση των δικαιωμάτων και την κριτική στο Παλαιό Καθεστώς (Ancien Régime), να περάσουμε στη φάση της διαμόρφωσης μιας νέας τάξης πραγμάτων. Το παράπονό του, λοιπόν, ήταν ότι η Δύση είχε γίνει υπερβολικά ατομικιστική.
Οι άνθρωποι στη Δυτική Ευρώπη νοιάζονταν μόνο για το τώρα και τον εαυτό τους. Ετσι, πρότεινε μια εντελώς νέα οργάνωση, που θα περιλάμβανε μια “θρησκεία της ανθρωπότητας” – η οποία θα ήταν μια κοσμική θρησκεία – και μια αναδιοργάνωση της Ευρώπης που θα διαχώριζε την πνευματική από την κοσμική εξουσία. Η κοσμική εξουσία θα ανήκε σε μικρά κράτη, τα οποία θα διαχειρίζονταν την οικονομία και τη βιομηχανία σε κλίμακα μεγέθους όπως της Τοσκάνης ή του Βελγίου. Η πνευματική εξουσία θα ήταν μία για ολόκληρη την Ευρώπη.
Σε κάποιο σημείο, ήδη από τη δεκαετία του 1820, άφησε να εννοηθεί ότι οι όροι “Ευρώπη” και “Ευρωπαίος” είναι προβληματικοί γιατί συμπεριλαμβάνουν πάρα πολλά και αποκλείουν πάρα πολλά. Βαθμηδόν έγινε σαφές τι ακριβώς εννοούσε, όταν μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1840, όταν δημοσιεύει τα σημαντικότερα βιβλία του, αρχίζει να μιλά για “Δύση” αντί για Ευρώπη και προτείνει τον όρο “Δυτική Κοινοπολιτεία (République Occidentale)”».
Σύμφωνα, λοιπόν, με τον ίδιο, η πνευματική εξουσία που θα μεριμνούσε για την ηθική διάπλαση και την εκπαίδευση των ανθρώπων θα ήταν κοινή για όλη τη Δύση. Διά μέσου, όμως, της ηθικής αυθεντίας και όχι της ισχύος. Ο δε πόλεμος θα καταργούνταν. Για τις λεπτομέρειες, επιτρέψτε μου να σας παραπέμψω στο βιβλίο μου. Κοντολογίς, όμως, το εγχείρημα ήταν ουτοπικό, ειρηνιστικό και άκρως αντι-ιμπεριαλιστικό. Πρότεινε την πλήρη και άμεση απελευθέρωση όλων των αποικιών, επειδή πίστευε ότι η κατάκτηση και ο πόλεμος είναι αταβιστικά κατάλοιπα και ότι στη “θετική” εποχή της ανθρωπότητας οφείλουμε να ζούμε ειρηνικά και να απασχολούμαστε με τη βιομηχανία».
Οπότε λέτε ότι η «Δύση» ως έννοια δεν έχει μια διάσταση αποκλεισμού κατά την απαρχή της.
«Ακριβώς. Ξεκινά ως μια ανοιχτή οντότητα. Είχε βεβαίως έναν πυρήνα. Αυτό που ο Κοντ αποκάλεσε “τα πέντε μεγάλα έθνη”: τα γερμανόφωνα έθνη (η Γερμανία δεν ήταν ενιαίο κράτος τότε, αλλά οι γερμανικοί λαοί, οι Σκανδιναβοί, οι Ολλανδοί και όλα τα γερμανικά κρατίδια), τους αγγλόφωνους (στους οποίους συμπεριλαμβάνει φυσικά την Αμερική και την Αυστραλία), τους Ιταλούς (δεν υπήρχε βέβαια ιταλικό κράτος ακόμη), την Ιβηρική Χερσόνησο (Ισπανία και Πορτογαλία) και όλες οι αποικίες τους στη Λατινική Αμερική.
Από την αρχή, ωστόσο, ο Κοντ λέει ότι πρέπει να κάνουμε μια εξαίρεση και να συμπεριλάβουμε στη Δύση δύο έθνη της Ανατολικής Ευρώπης, για διαφορετικούς λόγους το καθένα. Το ένα είναι η Πολωνία. Μολονότι σλαβική, όπως λέει, και τοποθετημένη γεωγραφικά στην Ανατολική Ευρώπη, είναι καθολική εδώ και μια χιλιετία και συνιστά επομένως μέρος του ίδιου πολιτισμικού διαλόγου. Και το άλλο είναι η Ελλάδα, στην άκρη των Βαλκανίων, λόγω της σημασίας της αρχαίας Ελλάδας για τη Ρώμη, η οποία υπήρξε τόσο σημαντικό κομμάτι αυτού που έγινε τελικά η Δύση. Ετσι, αν και ορθόδοξη και γεωγραφικά πολύ μακριά, η Ελλάδα συμπεριλήφθηκε από την αρχή στη Δύση του Κοντ.
Hταν η πρώτη διεύρυνση, για να χρησιμοποιήσω έναν σύγχρονο όρο. Και αυτό που υποστηρίζω είναι ακριβώς ότι η διεύρυνση της Δύσης ήταν σύμφυτη με τη σύλληψη της ίδιας της έννοιας. Σύμφωνα με το σχέδιο του Κοντ, η Δύση θα ήταν ανοιχτή σε διαδοχικές διευρύνσεις ώστε να συμπεριλάβει ολόκληρη την ανθρωπότητα όταν εκείνη θα ήταν έτοιμη και εφόσον το ήθελε – όχι με κατακτήσεις και όχι με τη βία. Και τότε, η “Κοινοπολιτεία/Δημοκρατία της Δύσης” θα αυτοκαταστρεφόταν και θα γινόταν η “Δημοκρατία της Ανθρωπότητας”. Η δε πρωτεύουσα θα μεταφερόταν από το Παρίσι στην Κωνσταντινούπολη, την πόλη ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία».
Δεν είχε κριτήρια αυτή η διεύρυνση;
«Το βασικό κριτήριο ήταν αν κάποιος ήταν έτοιμος να προσχωρήσει στην πρότασή του, η οποία προϋπέθετε ένα είδος ηθικής αναγέννησης της ανθρωπότητας. Η βασική διάσταση της τελευταίας ήταν ο αλτρουισμός, vivre pour autrui, το να ζεις για τους άλλους. Ηταν ένα εγχείρημα ενάντια στον εγωισμό και υπέρ του αλτρουισμού. Ο Κοντ ήταν ένας στοχαστής που δεν μπορεί να ταξινομηθεί εύκολα. Ηταν ταυτοχρόνως ουτοπικός σοσιαλιστής και συντηρητικός».
Κάπως παράδοξο η ιδέα της Δύσης να διατυπωθεί για πρώτη φορά από έναν ουτοπικό σοσιαλιστή.
«Να σας θυμίσω ότι ήταν γραμματέας του Σεν-Σιμόν. Ολο το εγχείρημα προοριζόταν να είναι συμπεριληπτικό σε τελική ανάλυση. Οχι αμέσως, αλλά τελικά όταν οι άνθρωποι θα ήταν έτοιμοι και με ειρηνικά μέσα. Προφανώς και ήταν ευρωκεντρικό. Θεωρούσε δεδομένο ότι όλοι θέλουν να γίνουν σαν την Ευρώπη, επειδή η Ευρώπη είναι πιο προηγμένη. Σήμερα, εμείς βλέπουμε τον κόσμο πολύ διαφορετικά. Δεν υπερασπίζομαι τη θέση του Κοντ, απλώς λέω ότι η “Δύση” δεν σχεδιάστηκε ως μια ιμπεριαλιστική συνωμοσία για να δικαιολογήσει τη Βρετανική Αυτοκρατορία, όπως θα σας πουν όλοι οι ιστορικοί πριν από εμένα».
Και πώς εξηγείτε τότε τη συνήθη αντίστιξη, από μέρους των Δυτικών φυσικά, «The West Vs The Rest»;
«Κοιτάξτε, ο όρος “Δύση” εξελίσσεται, αλλάζει και μεταμορφώνεται σε διαφορετικά πράγματα μέσα στην ιστορία. Αυτό που υποστηρίζω στο βιβλίο είναι ότι ο μόνος τρόπος για να μελετήσουμε την ιστορία της ιδέας της Δύσης είναι μια γενεαλογία. Μια νιτσεϊκή γενεαλογία, όπου μελετάς τα διαφορετικά στρώματα επανερμηνείας που επικρατούν κατά καιρούς. Το κρίσιμο όμως στοιχείο είναι ότι οι ερμηνείες που ηττήθηκαν δεν εξαφανίζονται. Παραμένουν σε λανθάνουσα κατάσταση. Γι’ αυτό βλέπουμε ξαφνικά αντίπαλες πολιτικές πλευρές να αλληλοκατηγορούνται και να λένε: “Προδίδετε τη Δύση”. Γι’ αυτό βλέπουμε σήμερα ευρωπαίους και αμερικανούς συντηρητικούς να λένε: “Εμείς είμαστε η πραγματική Δύση”. Και τούτο διότι μπορεί κανείς να βρει στρώματα του παρελθόντος της ιδέας της Δύσης – περιελάμβανε (τότε) κυρίως ή μόνο καθολικούς και λευκούς. Επομένως, ο λόγος του Τζέι Ντι Βανς έχει κάποιες ιστορικές ρίζες. Αλλά στον βαθμό που αυτός και οι υποστηρικτές του επιμένουν ότι αυτό είναι η Δύση, είναι προφανώς αταβιστικοί, αναχρονιστικοί και επικεντρώνονται υπερβολικά σε ένα πολύ μικρό τμήμα της ιστορίας της ιδέας. Διότι η ιδέα της Δύσης εξελίχθηκε και αναπτύχθηκε σε κάτι πολύ πιο συμπεριληπτικό και πολύ πιο φιλελεύθερο».
Φουκουγιάμα ή Χάντιγκτον; Ποιος είχε δίκιο τελικά;
«Είμαι ιδιαίτερα κριτικός με τον Χάντιγκτον, ιδίως για την εμμονή του με το ζήτημα της θρησκείας σαν απολύτως καθοριστικού όρου πολιτισμικής ταύτισης. Οι δε προβλέψεις του, όπως για παράδειγμα ότι οι Ουκρανοί και οι Ρώσοι ποτέ δεν θα ανταλλάξουν βία ή ότι η Ελλάδα θα έπρεπε να εκδιωχθεί από το ΝΑΤΟ, διότι αναπόφευκτα θα κατέληγε περισσότερο σύμμαχος της Ρωσίας, ήταν λανθασμένες. Ομως στην αντιπαράθεση με τον Φουκουγιάμα, ο Χάντιγκτον ήταν πολύ πιο συνετός.
Παρά τις επιμέρους αποχρώσεις και επιφυλάξεις, η θριαμβολογία του πρώτου, η θέση ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία νίκησε, ότι η ιδέα της Δύσης επικράτησε και όλοι θα δυτικοποιηθούν, δεν μπορεί να σταθεί. Ενώ ο Χάντιγκτον είπε ότι αυτό που χρειαζόμαστε είναι ταπεινότητα. Ο κόσμος δεν πρόκειται να γίνει σαν εμάς και η Δύση οφείλει να μάθει να ζει με άλλους πολιτισμούς, οι οποίοι θα γίνονται όλο και πιο ισχυροί και όλο και πιο διεκδικητικοί. Οφείλει να υπερασπίζεται τα συμφέροντά της, αλλά ταυτόχρονα να διαθέτει ταπεινότητα και να προσπαθήσει να τους κατανοήσει. Να προστατεύει τον δικό της τρόπο ζωής αντί να πιστεύει ότι αυτός θα επικρατήσει αναπόφευκτα, αλλά να μην προσπαθεί να τον επιβάλλει στους άλλους, κάτι που αποτελεί ύβρη».
Υπάρχει Δύση χωρίς την Αμερική;
«Απολύτως. Η Δύση υπήρχε και πριν προσχωρήσει η Αμερική σε αυτή. Μπορεί δε να υπάρξει ξανά και χωρίς αυτή. Ο πυρήνας της είναι η Δυτική Ευρώπη. Οπως δείχνω στο βιβλίο μου, όταν η Δύση πρωτοεμφανίστηκε ως ιδέα μιας υπερεθνικής κοινότητας εθνών-κρατών ή μιας ομάδας κρατών/εθνών που μοιράζονταν έναν κοινό πολιτισμό και θα μπορούσαν δυνητικά να αποτελέσουν μια ομοσπονδία (ή τουλάχιστον μια συμμαχία) ώστε να αμυνθούν έναντι κινδύνων όπως η Ρωσία, η Αμερική δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με όλο αυτό.
Αν η τωρινή κατάσταση οδηγήσει την Ευρώπη στο να εξαρτάται λιγότερο από την Αμερική σε στρατιωτικό επίπεδο και να γίνει πιο αυτόνομη, τόσο το καλύτερο, γιατί τότε μπορούμε να γίνουμε ισότιμοι εταίροι αντί για δορυφόροι. Επομένως, αυτό που τελειώνει – για να επιστρέψω στην ερώτηση με την οποία ξεκινήσαμε τη συζήτηση – δεν είναι η Δύση, αλλά μια συγκεκριμένη φάση στην ιστορία της ιδέας της Δύσης, που ξεκίνησε με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου: μια Δύση που είχε μια ηγεμονική Αμερική και οι υπόλοιποι ήταν δορυφόροι της».
Ποια πιστεύετε ότι θα ήταν η αντίδραση ενός μη Δυτικού στο βιβλίο σας; Θα τον άγγιζε με κάποιον τρόπο; Ολες αυτές οι βαθιές δομές αναπαραγωγής των ανισοτήτων που καθόρισαν το παγκόσμιο σύστημα όλα αυτά τα χρόνια θα έπαιζαν κάποιο ρόλο; Θα ένιωθε κάποια δυσαρέσκεια ή θα εξέφραζε κάποια μομφή;
«Μπορεί η έννοια της Δύσης να επικαλύπτεται με τον καπιταλισμό, αλλά δεν είναι το ίδιο πράγμα με αυτόν. Η Κίνα είναι πλέον καπιταλιστική. Η Ινδία επίσης. Καμία από τις δύο δεν είναι όμως “Δύση”, τουλάχιστον σύμφωνα με τους περισσότερους ορισμούς. Η Δύση και ορισμένα πολιτικά, πολιτισμικά και συνταγματικά χαρακτηριστικά που ανέπτυξε τις τελευταίες δεκαετίες – ως μέρος και αποτέλεσμα της τραγικής ιστορίας της – είναι κάτι που αξίζει να προστατεύσουμε.
Αναφέρομαι σε μια κουλτούρα που επιτρέπει σε σοσιαλιστές, συντηρητικούς, χριστιανοδημοκράτες, φιλελεύθερους και ριζοσπάστες κάθε είδους να διαφωνούν έντονα, αλλά να μην εξοντώνουν ή να μη φιμώνουν ο ένας τον άλλον. Δεν ήταν πάντα έτσι. Θυμίζω ότι οι καθολικοί κάποτε έκαιγαν ανθρώπους και η ομοφυλοφιλία ήταν παράνομη στην πιο φιλελεύθερη χώρα της Δύσης, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη δεκαετία του 1950.
Οσον αφορά το άλλο σκέλος της ερώτησης, το βιβλίο έχει λάβει μέχρι στιγμής πολύ θετικές κριτικές στον μη δυτικό κόσμο. Η πιο κολακευτική έγινε από έναν Ινδό, μουσουλμάνο ακαδημαϊκό στο «The Wire India». Σε αυτή ο συγγραφέας λέει ότι το βιβλίο επιχειρεί να διασώσει το “κανονιστικό εγχείρημα” της Δύσης και τις προσδοκίες που γέννησε, ένα εγχείρημα που αν χαθεί θα υποφέρουμε όλοι μας».






