Οταν με ρωτούν κάτι αδιάκριτο, ενοχλητικό ή γενικά δυσάρεστο, κάποιες φορές απαντάω κάτι άσχετο κι άλλες απλά δεν λέω τίποτα. Συνήθως το άτομο με το οποίο συνομιλώ καταλαβαίνει τι συμβαίνει και δεν επιμένει στην ερώτησή του. Πάντως, δεν αφήνω να εννοηθεί ότι θα καταθέσω μήνυση εις βάρος του.
Αφορμή για αυτή τη φαινομενικά αυτοαναφορική εισαγωγή ήταν η θερμή αντιπαράθεση την περασμένη Δευτέρα του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη με τον δημοσιογράφο Χρήστο Αβραμίδη.
Το επεισόδιο
Στην περίπτωση που το επεισόδιο δεν έχει υποπέσει στην αντίληψή σας, έγιναν εν ολίγοις τα εξής. Ο δημοσιογράφος ρώτησε αν η πρόσφατη επιχείρηση του Λιμενικού κατά την οποία έχασαν τη ζωή τους 15 άνθρωποι στα ανοιχτά της Χίου ήταν «αποτροπής ή διάσωσης». Από την απάντηση του βουλευτή (που δεν πέταξε απλά την μπάλα στην εξέδρα, αλλά προσπάθησε να τη σκάσει κιόλας) ο δημοσιογράφος προσπάθησε να συναγάγει κάποιο συμπέρασμα, αλλά αυτό δεν άρεσε καθόλου στον κ. Μαρινάκη. Μίλησε για διαστρέβλωση των λεγομένων του και «θύμισε» στον ερωτώντα ότι έχει δικαίωμα να κινηθεί νομικά εις βάρος του. Στο ίδιο πλαίσιο άφησε να εννοηθεί ότι ο δημοσιογράφος ήταν «σε εντεταλμένη υπηρεσία», ενώ αργότερα, σε τηλεοπτική του εμφάνιση, μίλησε «για κύκλωμα στα ΜΜΕ με στόχο την αποσταθεροποίηση της χώρας».
Αυτή η αναφορά του βγάζει πολύ νόημα. Διότι όπως όταν πουλάς ομπρέλες ονειρεύεσαι να βρέχει συνέχεια, έτσι κι όταν πουλάς σταθερότητα θες να βλέπεις παντού αποσταθεροποίηση. Μη σου μείνει το στοκ σε κανένα υπόγειο και πιάσει μούχλα…
Σε κάθε περίπτωση, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κατάφερε κάτι το οποίο όμως πολύ αμφιβάλλω αν πρέπει να πιστωθεί ως επιτυχία στον ίδιο και στην κυβέρνηση που εκπροσωπεί. Μετατόπισε τη συζήτηση από την ερώτηση που δέχθηκε στο ποιος ήταν αυτός που την απηύθυνε. Και δεν ξέρω πώς σας ακούγεται όλος αυτός ο κύκλος «δέχομαι μια ερώτηση – πρακτικά δεν απαντάω – επιλέγω να κατηγορήσω τον ερωτώντα δημοσιογράφο», αλλά εγώ διακρίνω ένα είδος αυταρχισμού. Διότι η δουλειά του κυβερνητικού εκπροσώπου δεν είναι να απονέμει βραβεία δημοσιογραφίας, ούτε να επιλέγει τις ερωτήσεις που θα απαντήσει. Και αντιστρόφως, δουλειά των δημοσιογράφων δεν είναι να ακούν «σας ευχαριστώ πολύ για την ωραία σας ερώτηση». Δουλειά τους είναι να ερευνούν, να ρωτούν και ενδεχομένως κατά τη διαδικασία να ενοχλούν κιόλας ανθρώπους οι οποίοι μπορούν να τους κάνουν μήνυση. Διότι αν σε κάτι ήταν απολύτως ειλικρινής ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, είναι ότι έχει τη δυνατότητα να καταφύγει σε ένδικα μέσα. Αλλά αυτή είναι μια πληροφορία τελείως περιττή. Ολες και όλοι μπορούμε να κινηθούμε δικαστικά εις βάρος του ατόμου που θεωρούμε ότι μας έβλαψε. Εκεί που ξεκινούν οι διαφοροποιήσεις είναι στο αν το επικαλούμαστε ως μέσο πίεσης, στο αν κάποια στιγμή θα το κάνουμε και στο αν τελικά θα δικαιωθούμε…
Πάντως, έχω την αίσθηση ότι αν η ίδια ερώτηση γινόταν από τον ίδιο δημοσιογράφο στον ίδιο κυβερνητικό εκπρόσωπο, αλλά, π.χ., το 2021, η (όποια) αντίδραση θα ήταν πιο ψύχραιμη. Οσα συνέβησαν την τελευταία επταετία έχουν αρχίσει να δείχνουν τα σημάδια τους στο πρόσωπο της κυβέρνησης.
Συμπληρωματικές
Μιλώντας για επταετία, η δημοκρατία βασίζεται και στην ελεύθερη άσκηση του δημοσιογραφικού λειτουργήματος. Διότι σε αυτό το πολίτευμα, η εξουσία και η ελευθεροτυπία (ίσως κόντρα στην αρχική μας διαίσθηση) οφείλουν να είναι συμπληρωματικές. Με την έννοια ότι αν μια κυβέρνηση μπορεί να «σταθεί» απέναντι στον πραγματικό έλεγχο των ΜΜΕ (και οποιουδήποτε, εδώ που τα λέμε), τότε δείχνει ότι έχει θεμέλια δημοκρατικής νομιμοποίησης αλλά και την πολιτική αυτοπεποίθηση που δομείται πάνω σε αυτά.



