Μία από τις πιο αντιφατικές ειδήσεις αυτής της εβδομάδας είχε επίκεντρο τα Τρίκαλα και το τραγικό εργατικό δυστύχημα που κόστισε τη ζωή σε 5 εργαζόμενες στο εργοστάσιο της Βιολάντα. Ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης, κ. Τζιωρτζιώτης, με σύμφωνη γνώμη του ανακριτή και του εισαγγελέα, προφυλακίστηκε μετά από πλήθος παρατυπιών που αποκαλύφθηκαν κατά τη διάρκεια της ανακριτικής διαδικασίας, με κατηγορίες για έκρηξη με ενδεχόμενο δόλο και ανθρωποκτονία από αμέλεια.
Την ίδια στιγμή, οι εργαζόμενες του εργοστασίου οργάνωσαν συγκέντρωση συμπαράστασης και αλληλεγγύης στον ιδιοκτήτη της επιχείρησης έξω από το ΑΤ Τρικάλων όπου απολογούνταν, με κεντρικό σύνθημα «Η αξιοπρέπεια δεν συκοφαντείται». Και έτσι βρισκόμαστε μπροστά σε μία εξαιρετικά οξύμωρη κατάσταση. Ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης, με βάση όλα τα στοιχεία και τις μαρτυρίες, φέρεται να ευθύνεται μέσα από τρομακτικές παραλείψεις και κακοτεχνίες για τον τραγικό θάνατο 5 εργαζομένων και την ίδια στιγμή οι συναδέλφισσες και οι συνάδελφοί τους να υποστηρίζουν τον εργοδότη τους δημόσια ως θύμα συκοφάντησης και σπίλωσης της αξιοπρέπειάς του.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Πρώτα από όλα, σύμφωνα με όλους τους εμπειρογνώμονες, από θαύμα δεν θρηνήσαμε περισσότερα θύματα από τη φονική έκρηξη στη Βιολάντα. Αν η έκρηξη είχε συμβεί κατά τη διάρκεια της ημέρας, όπου απασχολούνται πολύ περισσότεροι εργαζόμενοι, είναι σίγουρο πως κάποιοι από αυτούς που διαδήλωσαν υπέρ του ιδιοκτήτη σήμερα θα ήταν είτε νεκροί είτε σοβαρά τραυματίες. Δυστυχώς είναι τόσο απλό.
Επιπλέον, είναι προφανές ότι το εργοστάσιο με τις τρύπιες σωληνώσεις προπανίου, με τις παράνομες δεξαμενές, με τα ελλιπή μέτρα προστασίας και με τη διάχυτη μυρωδιά υγραερίου, λειτουργούσε ως ωρολογιακή βόμβα. Ηταν ζήτημα χρόνου να συμβεί το μοιραίο. Ομως πρέπει να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε ποια είναι αυτή η συνθήκη που έβγαλε αυτούς τους ανθρώπους στον δρόμο να υπερασπιστούν τον εργοδότη τους. Οχι για να τους δικαιολογήσουμε. Αλλά για να καταλάβουμε την πραγματική διάσταση της ανασφάλειας των εργαζομένων.
Η πραγματική τους αγωνία για τον μισθό και τη συνέχιση της απασχόλησής τους στο εργοστάσιο, σε συνθήκες γενικευμένης ακρίβειας, είναι ένα πολύ σοβαρό κίνητρο, που από ό,τι φαίνεται υπερτερεί της ενσυναίσθησης απέναντι στις οικογένειες των νεκρών συναδελφισσών τους. Η έγνοια τους για το μεροκάματο υπερβαίνει την έγνοια τους για τις συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας στον χώρο εργασίας τους.
Ο φόβος τους για το κλείσιμο των εργοστασίων σε μια περιοχή που δεν υπάρχουν πολλά διαθέσιμα μεροκάματα δημιουργεί την ταύτιση των συμφερόντων τους με αυτά του εργοδότη τους. Και αυτό ακριβώς είναι που μας επιστρέφει στις εργασιακές συνθήκες του 19ου αιώνα, τότε που τα εργατικά δυστυχήματα ήταν μία παράπλευρη απώλεια της παραγωγικής διαδικασίας. Τότε που δεν υπήρχαν σωματεία, δεν υπήρχαν έλεγχοι από ρυθμιστικές αρχές, παρά μόνο η ανάγκη για τη μεγιστοποίηση του κέρδους. Ισως προς τα εκεί βαδίζουμε με βήμα ταχύ. Και αυτό δεν είναι υγιές για την κοινωνία μας.






