Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, όπου πλειοψηφούν οι συντηρητικοί δικαστές, ακύρωσε τον εκλογικό χάρτη της Λουιζιάνα, μια απόφαση που εκτιμάται ότι θα έχει σοβαρές συνέπειες για την εκπροσώπηση των μειονοτήτων στο Κογκρέσο, ιδίως των Αφροαμερικανών και των ισπανόφωνων.
Η απόφαση αποτελεί πλήγμα για τους Δημοκρατικούς, οι οποίοι εδώ και αρκετούς μήνες έχουν εμπλακεί σε μια διαμάχη με τους Ρεπουμπλικάνους για τον επανακαθορισμό των εκλογικών περιφερειών ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Σε αυτήν την «αντιπαράθεση» οι Ρεπουμπλικάνοι του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται ότι ενισχύονται, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα. Ήδη όπως ανακοινώθηκε προ ολίγου στην Φλόριντα, όπου ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει την βάη στου εκτός Λευκού Οίκου, το περίφημο Μαρ-α-λάγκο, η Βουλή της πολιτείας ενέκρινε τον νέο εκλογικό χάρτη που επιτρέπει στους Ρεπουμπλικάνους να «πάρουν» («αλλάξουν») έως τέσσερις έδρες.
Με ψήφους έξι έναντι τριών —των συντηρητικών δικαστών έναντι των προοδευτικών— το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο εμβληματικός νόμος που εγγυάται την εκλογική εκπροσώπηση των μειονοτήτων, ο Νόμος περί Δικαιωμάτων Ψήφου του 1965, δεν υποχρέωνε τη Λουιζιάνα να δημιουργήσει μια δεύτερη εκλογική περιφέρεια, στην οποία πλειοψηφούν οι Αφροαμερικανοί ψηφοφόροι. Κατά συνέπεια, θεωρείται «αντισυνταγματική» η χάραξη των περιφερειών στον εκλογικό χάρτη αυτής της πολιτείας του Νότου, όπως ανέφερε ο συντηρητικός δικαστής Σάμιουελ Αλίτο διαβάζοντας την απόφαση που συνέταξε εξ ονόματος της πλειοψηφίας.
Ωστόσο, για τη φιλελεύθερη δικαστή Έλενα Κάγκαν, «η απόφαση του Δικαστηρίου θα υποβαθμίσει το θεμελιώδες δικαίωμα στη φυλετική ισότητα» στις εκλογές, ένα δικαίωμα που είχε παραχωρήσει το Κογκρέσο με τον νόμο που επικύρωσε ο τότε πρόεδρος Λίντον Τζόνσον το 1965.
Εδώ και περίπου μία δεκαετία, η συντηρητική πλειοψηφία του Δικαστηρίου έχει ήδη αποδυναμώσει σημαντικά το περιεχόμενο αυτού του εμβληματικού νόμου, ο οποίος υιοθετήθηκε στο αποκορύφωμα του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα, προκειμένου να εμποδίσει τις πολιτείες του Νότου που έως τότε εφάρμοζαν φυλετικό διαχωρισμό να υπονομεύουν το δικαίωμα ψήφου των Αφροαμερικανών.
«Νεκρό γράμμα»
Για τον Αλίτο, το άρθρο 2 του νόμου, που εξετάστηκε στη συγκεκριμένη υπόθεση, γράφτηκε «για να διασφαλιστεί η τήρηση του Συντάγματος, όχι για να συγκρουστεί μαζί του». «Δυστυχώς, κατώτερα δικαστήρια κάποιες φορές εφαρμόζουν τη νομολογία αυτού του Δικαστηρίου για το άρθρο 2 με τρόπο που αναγκάζει τις πολιτείες να ασκούν φυλετικές διακρίσεις, κάτι που απαγορεύεται από το Σύνταγμα», πρόσθεσε, αναφερόμενος στη δημιουργία εκλογικών περιφερειών όπου πλειοψηφούν οι μειονότητες.
Η Κάγκαν από την πλευρά της είπε ότι με τη σημερινή απόφαση ο νόμος του 1965 καθίσταται «νεκρό γράμμα» και «οι συνέπειες θα είναι σοβαρές».
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρισκόταν η πρακτική ανασχεδιασμού των εκλογικών περιφερειών σε μια πολιτεία, συχνά με γεωγραφικά όρια που αγγίζουν τα όρια του παραλόγου, ώστε ένα κόμμα να βγαίνει κερδισμένο, εξασφαλίζοντας περισσότερες έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων.
Λίγους μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, οι επιπτώσεις από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ενδέχεται να περιοριστούν μόνο στη Λουιζιάνα. Όμως στο μέλλον, περιφέρειες στις οποίες η πλειονότητα των ψηφοφόρων είναι Αφροαμερικανοί (παραδοσιακά, στηρίζουν το Δημοκρατικό κόμμα), μπορεί να ανασχεδιαστούν σε πολιτείες που ελέγχονται από τους Ρεπουμπλικάνους.
Ένδειξη της σημασίας της απόφασης ήταν το γεγονός ότι οι δικαστές Αλίτο και Κάγκαν (η οποία μειοψήφισε) διάβασαν και οι δύο αποσπάσματα των εισηγήσεών τους, κάτι ασυνήθιστο στο Ανώτατο Δικαστήριο.
Ο φυλετικός παράγοντας
Οι ρεπουμπλικανικές αρχές της Λουιζιάνας, μιας πολιτείας όπου το ένα τρίτο του πληθυσμού είναι μαύροι, υποχρεώθηκαν με δικαστική απόφαση να δημιουργήσουν μια δεύτερη εκλογική περιφέρεια όπου πλειοψηφούν οι Αφροαμερικανοί ψηφοφόροι. Μια ομάδα λευκών ψηφοφόρων αμφισβήτησε τον νέο εκλογικό χάρτη, θεωρώντας τον μεροληπτικό, προσέφυγε στα δικαστήρια και δικαιώθηκε επειδή κρίθηκε ότι στη χάραξη της περιφέρειας κυριάρχησε ο «φυλετικός παράγοντας».
Η υπόθεση κατέληξε στο Ανώτατο Δικαστήριο που ακύρωσε ως αντισυνταγματικό τον νέο εκλογικό χάρτη.
Ο επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Γερουσία Τσακ Σούμερ καταδίκασε την απόφαση του Δικαστηρίου να περιορίσει τη χάραξη περιφερειών που ευνοούν τις μειονότητες κάνοντας λόγο για «φρικτό πλήγμα» στον εμβληματικό νόμο του 1965. «Ένας νόμος γραμμένος με το αίμα, τον ιδρώτα και τις θυσίες των Αμερικανών που έκαναν πορείες, αγωνίστηκαν και πέθαναν για το δικαίωμα στην ψήφο και για να εμποδίσουν τις φυλετικές διακρίσεις, για άλλη μια φορά αποδυναμώνεται», ανέφερε στην ανακοίνωσή του.
Τι σχολίασε ο πρώην πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα
Σε αυτό το πλαίσιο, παρέμβαση με επίσημη ανακοίνωση του έκανε ο πρώην πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Μπαράκ Ομπάμα, υποστηρίζοντας πως η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου «ουσιαστικά αποδυναμώνει έναν βασικό πυλώνα» του Νόμου για τα Εκλογικά Δικαιώματα.
Όπως σημείωσε, η απόφαση δίνει τη δυνατότητα στις πολιτειακές νομοθετικές αρχές να προχωρούν σε ανακατανομή των εκλογικών περιφερειών (gerrymandering) με τρόπο που «αποδυναμώνει συστηματικά και περιορίζει την εκλογική δύναμη των φυλετικών μειονοτήτων», αρκεί αυτό να γίνεται υπό το πρόσχημα της «κομματικής σκοπιμότητας» και όχι ως ρητή «φυλετική διάκριση».
Ο Ομπάμα υποστήριξε επίσης ότι η απόφαση αποτελεί ακόμη ένα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η πλειοψηφία του σημερινού Ανώτατου Δικαστηρίου φαίνεται αποφασισμένη να εγκαταλείψει τον κρίσιμο ρόλο της: να διασφαλίζει την ισότιμη συμμετοχή των πολιτών στη δημοκρατία και να προστατεύει τα δικαιώματα των μειονοτικών ομάδων απέναντι σε υπερβολικές παρεμβάσεις της πλειοψηφίας.
Ωστόσο, ο πρώην πρόεδρος τόνισε ότι τέτοιες οπισθοδρομήσεις μπορούν να ξεπεραστούν. Αυτό, όπως είπε, «θα συμβεί μόνο εάν οι πολίτες σε ολόκληρη τη χώρα που πιστεύουν στις δημοκρατικές αξίες συνεχίσουν να κινητοποιούνται και να ψηφίζουν σε αριθμούς ρεκόρ — όχι μόνο στις επερχόμενες ενδιάμεσες εκλογές ή σε αναμετρήσεις υψηλού πολιτικού ενδιαφέροντος, αλλά σε κάθε εκλογική διαδικασία και σε κάθε επίπεδο διακυβέρνησης».






