Υπάρχουν άνθρωποι που κατεβαίνουν στο μετρό μόνο για να φτάσουν πάνω. Και υπάρχουν κι άλλοι, ύποπτα λίγοι, που κατεβαίνουν σαν να εισέρχονται σε μια δεύτερη πόλη, υπόγεια, παράλληλη, σχεδόν μεταφυσική. Μια πόλη χωρίς ουρανό αλλά γεμάτη πρόσωπα, που δεν έχει μνήμη κι όμως είναι φτιαγμένη αποκλειστικά από αναμνήσεις.
«Ποιος δεν βγήκε κάποτε απ’ το μετρό στο ύπαιθρο και δεν απόρησε που βρέθηκε στο άπλετο φως του ήλιου;» έγραφε ο Κανέτι. Κάθε έξοδος από το μετρό μοιάζει με μικρή ανάσταση. Ανεβαίνεις τις σκάλες σαν να επιστρέφεις από μια σύντομη απουσία απ’ τον κόσμο. Το φως πέφτει πάνω σου βίαια. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν θυμάσαι τίποτα. Ούτε την ώρα. Ούτε τι σκεφτόσουν πριν κατέβεις.
Πριν από λίγα χρόνια είχα αυτή την αίσθηση σχεδόν καθημερινά στη στάση Αμπελοκήπων. Η τελευταία κυλιόμενη σκάλα ήταν η μηχανή επαναφοράς. Το φως έσκαγε αργά στο πρόσωπο, πρώτα σαν υποψία κι ύστερα καταύγαστα. Σ’ εκείνη τη μετάβαση ανάμεσα στο υπόγειο και στον αέρα της πόλης, αισθανόμουν ότι για λίγο κάτι μυστικό κατάλαβα για τους ανθρώπους, το οποίο έχασα αμέσως μετά.
Το μετρό είναι ένα μουσείο παρατηρήσεων. Ενα κινούμενο αρχείο μικρών αποκαλύψεων. Ο τρόπος που κάποιος κρατάει μια σακούλα. Το βλέμμα μιας γυναίκας που μόλις διάβασε ένα μήνυμα και γέρασε για τρία δευτερόλεπτα. Ενα παιδί που κοιτάζει τους πάντες σαν να τους συγχωρεί. Ενας άντρας που φοράει υπερβολικά ακριβό παλτό και μοιάζει συντετριμμένος. Ενα ζευγάρι που ακουμπάει γόνατο με γόνατο χωρίς να μιλάει. Ολόκληρες βιογραφίες περνούν μπροστά σου χωρίς καμία απαίτηση να εξηγηθούν.
Υπάρχει και κάτι ακόμη, η φυσική εγγύτητα. Το σώμα του άλλου ως απόδειξη ότι η φαντασία δεν είναι αφηρημένη έννοια αλλά θερμοκρασία, ανάσα, βάρος. Στο μετρό καταλαβαίνεις ότι οι άνθρωποι δεν είναι ιδέες. Είναι ύλη. Και ίσως γι’ αυτό η διαδρομή αποκτά μια παράξενη ερωτική διάσταση. Οχι απαραίτητα ερωτισμό. Επιθυμία παρουσίας. Επιθυμία να αγγίξεις, έστω νοερά, τη ζωή κάποιου αγνώστου.
Και μέσα σ’ όλα αυτά, μια αλλόκοτη βεβαιότητα. Κάποια μέρα θα συναντήσω στο μετρό έναν ομοιοπαθή. Κάποιον που δεν κατεβαίνει απλώς στις αποβάθρες αλλά στις υπόγειες στοές της παρατήρησης.
Θα τον αναγνωρίσω αμέσως. Από τη στάση του. Από τον τρόπο που κοιτάζει χωρίς να κοιτάζει. Από εκείνη τη λεπτή καθυστέρηση πριν ανοίξουν οι πόρτες. Και τότε;
Ισως να μη συμβεί τίποτα. Ισως μόνο ένα ανεπαίσθητο νεύμα. Μια συνενοχή δύο αγνώστων που κατάλαβαν ότι ταξιδεύουν στην ίδια σήραγγα εδώ και χρόνια. Οχι κάτω από την πόλη. Κάτω από τον χρόνο.



