Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Προφανώς η αύξηση του κατώτατου μισθού είναι μια καλή είδηση για τους εργαζομένους της χώρας, μια κίνηση αναγκαία και δίκαιη για εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά διότι, για να μη χάνουμε την επαφή μας με την κοινωνία και με την πραγματικότητα, για πάρα πολλές οικογένειες τα 20, 30 και 40 ευρώ είναι απολύτως κρίσιμα για την επιβίωσή τους. Δεν μπορούν αυτά τα χρήματα να βελτιώσουν το γενικό επίπεδο ζωής ενός νοικοκυριού, για πολλούς όμως είναι αυτά που τους βοηθούν να κρατήσουν τη «μύτη έξω από το νερό».

Τι δεν είναι όμως η αύξηση του κατώτατου μισθού. Δεν είναι κοσμογονία και δεν προσφέρεται για πολιτικούς πανηγυρισμούς. Διότι αν δει κάποιος πιο προσεκτικά τους αριθμούς, θα αντιληφθεί ότι οι έλληνες πολίτες τα τελευταία 6 χρόνια μπαίνουν σταθερά μέσα, παρά τις ονομαστικές αυξήσεις στους μισθούς. Διότι ό,τι λίγο μπαίνει στη μία τσέπη, πολλαπλάσιό του βγαίνει από την άλλη. Από τον επόμενο μήνα λοιπόν μια εργαζόμενη ή ένας εργαζόμενος 31 ετών θα πάρει 29 ευρώ επιπλέον στον μισθό του. Ηδη όμως για μια κατανάλωση αμόλυβδης 70 λίτρων τον μήνα η τιμή έχει αυξηθεί κατά 22 ευρώ, άρα ήδη η αύξηση στον κατώτατο θα πήγαινε στη βενζίνη αν δεν υπήρχε η επιδότηση. Η οποία επιδότηση όμως αφορά ένα όχημα ανά οικογένεια και βεβαίως ο εργαζόμενος θα μπορέσει να «ισοφαρίσει» μόνο στην περίπτωση που η τιμή των καυσίμων δεν αυξηθεί κι άλλο.

Πάμε να δούμε και μερικά ακόμη στοιχεία. Η αύξηση στον κατώτατο μισθό είναι 4,54%, άρα θεωρητικά υπερβαίνει την αύξηση του πληθωρισμού του Φεβρουαρίου που ήταν σε ετήσια βάση 2,7%. Ωστόσο αν ρίξει κανείς μια ματιά στις επιμέρους κατηγορίες, τότε θα καταλάβει ότι οι αυξήσεις των τιμών υπερβαίνουν τις αυξήσεις των μισθών καθώς στην κατηγορία των τροφίμων η αύξηση του πληθωρισμού είναι 5,2%, στην κατηγορία ένδυση – υπόδηση η αύξηση είναι 10,1% ενώ στην κατηγορία ξενοδοχεία – καφέ – εστιατόρια η αύξηση των τιμών αγγίζει το 6,5%. Με λίγα λόγια μια οικογένεια προκειμένου να καλύψει φέτος τις ανάγκες της σε φαγητό, ρούχα και στοιχειώδη κοινωνική ζωή, θα μπει μέσα οικονομικά σε σχέση με πέρυσι παρά τις αυξήσεις. Αυτή δε είναι η εικόνα αν ο πληθωρισμός δεν ανέβει κι άλλο εξαιτίας της σύρραξης στη Μέση Ανατολή, πιθανότητα μάλλον αδύναμη.

Να δούμε κι έναν ακόμη δείκτη. Τον δείκτη της Eurostat με τα προσωρινά στοιχεία για το κατά κεφαλήν ΑΕΠ με όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης. Σε αυτόν τον δείκτη η χώρα μας βρίσκεται στην τελευταία θέση μαζί με τη Βουλγαρία. Εκεί λοιπόν διαπιστώνουμε και τις μελλοντικές προοπτικές διότι με αυτά τα εισοδήματα και αυτή την αγοραστική δύναμη, με αυτό το μοντέλο ανάπτυξης και παραγωγής καθίσταται αδύνατη η παραγωγή πλούτου ακόμη και για τα μεσαία στρώματα.