Υπάρχουν πρόσωπα που δεν ανήκουν απλώς στην ιστορία της μουσικής, αλλά στον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία θυμάται τον εαυτό της. Η Χάρις Αλεξίου είναι ένα τέτοιο πρόσωπο όχι επειδή το επέλεξε, αλλά επειδή η διαδρομή της συνέπεσε με τη διαδρομή ενός τόπου που άλλαζε συνεχώς μορφή, χωρίς ποτέ να εγκαταλείπει την ανάγκη του να τραγουδηθεί.
Αν η Ελλάδα είναι μια χώρα που διαρκώς μετακινείται ανάμεσα στη συλλογική εμπειρία και την ατομική αγωνία, τότε η Αλεξίου λειτουργεί σαν ένα είδος ενδιάμεσου χώρου: εκεί όπου το προσωπικό γίνεται κοινό, διατηρώντας πάντα την ιδιομορφία του. Δεν είναι σύμβολο με την κλασική έννοια, ούτε μύθος. Είναι κάτι πιο λεπτό: μια φωνή που επιτρέπει στη μνήμη να αποκτήσει ρυθμό.
Η ίδια ξεκινά από έναν κόσμο που σήμερα μοιάζει σχεδόν απομακρυσμένος, όχι μόνο χρονικά, αλλά και υπαρξιακά. «Γεννήθηκα στη Θήβα, η οικογένειά μου ήταν αγροτική», λέει περιγράφοντας μια παιδική ηλικία μέσα σε κύκλους εποχών, εργασίας και γιορτής. Εκεί η ζωή δεν είναι ακόμη διαχωρισμένη από το τραγούδι. Το τραγούδι δεν είναι τέχνη, είναι προέκταση της καθημερινότητας. Ο θερισμός, η συγκομιδή και το πάτημα των σταφυλιών δεν είναι απλώς αγροτικές διαδικασίες, αλλά στιγμές που η κοινότητα αναγνωρίζει τον εαυτό της μέσα από ήχους και φωνές. «Όλοι τραγουδούσαν στις γιορτές τους», θα πει σε μια συνέντευξή της. Και σε αυτήν τη φράση δεν υπάρχει νοσταλγία. Υπάρχει περιγραφή ενός κόσμου όπου η έκφραση δεν είχε γίνει ακόμη επάγγελμα.
Αυτή η Ελλάδα, η αγροτική, η συλλογική, είναι μια Ελλάδα χωρίς σκηνή. Και ίσως γι’ αυτό ακριβώς είναι τόσο έντονη στη μνήμη. Δεν υπάρχει απόσταση ανάμεσα σε αυτόν που τραγουδά και σε αυτόν που ακούει. Υπάρχει μόνο συμμετοχή. Το τραγούδι δεν απευθύνεται, συμβαίνει.



