Πράγματι, η γλώσσα τραμπαλίζεται πολλές φορές με τα ονόματα που μοιάζουν. Και, ναι, συμβαίνει ακόμη και ένα φωνήεν, απλό σαν το «ι», να ηχεί σαν παράταιρο στην αλληλουχία των γραμμάτων. «Αυτόν τον – πώς τον λένε – Ντίλιαν ή Ντίλαν». Ταλ ή Μπομπ.
Στη συζήτηση της Βουλής για το κράτος δικαίου ο Πρωθυπουργός απέρριψε τον εικαζόμενο εκβιασμό διά της παραφθοράς και της υποτιθέμενης σχέσης διά της άγνοιας. Εμείς τον μεγάλο καλλιτέχνη ξέρουμε, όχι έναν σκοτεινό τύπο που πουλάει κατασκοπευτικά λογισμικά και λέει πως συνεργάζεται «μόνο με κυβερνήσεις και υπηρεσίες επιβολής του νόμου». Αρκεί όμως μια παραφθορά που επιστρατεύεται σαν lapsus της γλώσσας για να κλείσει η υπόθεση των υποκλοπών; Ξεμπερδεύει κανείς με έναν γλωσσικό τραμπαλισμό που ακούγεται σαν μελετημένο λάθος;
Το πολύ-πολύ να ξεφύγει εκείνη τη στιγμή. Το μελετημένο λάθος υπηρετεί μια στιγμιαία απόδραση, όπως άλλα, τα αθέλητα, δημιουργούν συνθήκες εγκλωβισμού. Ενα τέτοιο ήταν το «ασυμβίβαστο», η ιδέα δηλαδή πως οι βουλευτές δεν μπορούν να γίνονται υπουργοί, πως αν γίνονται θα παραιτούνται από την έδρα τους, πως όταν παραιτούνται θα αντικαθίστανται στο κοινοβούλιο από τα ανταλλακτικά τους, πως αν χάσουν το υπουργικό τους αξίωμα θα επιστρέφουν στα βουλευτικά έδρανα και τα ανταλλακτικά θα πηγαίνουν στις αποθήκες του κόμματος μέχρι ενδεχομένως να ακουστούν ξανά οι σειρήνες της υπουργοποίησης.
To «ασυμβίβαστο» διατυπώθηκε ως τηλεοπτικό διάγγελμα, αλλά στη συζήτηση της Βουλής δεν ακούστηκε ούτε ως lapsus linguae. Ο μεταρρυθμιστικός οίστρος που διαφημίστηκε ως «συνταγματική αντεπίθεση» περιορίστηκε σε ένα κάλεσμα μιας εκ των προτέρων συμφωνίας – «ελάτε να συμφωνήσουμε στην αναθεώρηση του Συντάγματος για να αλλάξουμε τη χώρα» – με τον πρώτο να πιστώνεται όλα τα κέρδη και τους υπόλοιπους να μοιράζονται τη χασούρα μέχρι το τελευταίο σεντ. Ποιος θα έκανε το λάθος από την αντιπολίτευση να συναινέσει και να βάλει τη σφραγίδα του σε μια συμφωνία που θα ήταν σαν να γραφόταν σε λευκή πετσέτα;
Η αντιπολίτευση έχει κάνει τα λάθη της, αλλά αυτό θα παραήταν παιδαριώδες. Ακολούθησε την πεπατημένη της «σκληρής γραμμής», χωρίς όμως εκείνη την αίσθηση της υπεροχής που σε άλλες εποχές θα προσέφερε το θέαμα της αποκαρδιωμένης κοινοβουλευτικής ομάδας εκείνων που κυβερνούν. Μπορεί το ηθικό των «γαλάζιων» να σέρνεται, αλλά και των «πράσινων» δεν είναι ακριβώς στα ύψη. Η Αριστερά σχεδόν δεν ακούγεται και οι υπόλοιποι, όσο και να φωνάξουν, ακούγονται κυρίως στο κοινό τους.
Στη Βουλή, ο Πρωθυπουργός δεν επιστράτευσε μόνο ένα lapsus linguae για να αποκρούσει τα πυρά της αντιπολίτευσης. Υιοθέτησε και ένα newspeak. Κράτος δικαίου είναι η ταχύτερη απονομή των συντάξεων και η απαγόρευση των σόσιαλ μίντια στους εφήβους, ενότητα να ξεχάσουν οι άλλοι τις υποκλοπές και τα ρουσφέτια, τοξικότητα η περιπέτεια υγείας του συνεργάτη του, πρόβλημα μόνο ό,τι απασχολεί τους συνδαιτυμόνες στο πασχαλινό τραπέζι. Πραγματικό ζήτημα είναι οι ταραχές του πλανήτη για να χάνουμε τον χρόνο μας με τα πτυχία κολεγίων.
Καμία δημοκρατία όμως στην Ευρώπη δεν υποχρέωσε τον εαυτό της σε ένα είδος πολιτικής καραντίνας στο όνομα μιας πανδημίας πολέμων. Ακόμη περισσότερο, η Τζόρτζια Μελόνι εξεγέρθηκε σαν απελεύθερη σκλάβα απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ όταν εκείνος της πείραξε τον Πάπα. Κάτι που σημαίνει πως όλοι, εντός και εκτός συνόρων, έχουν τις κόκκινες γραμμές τους.
Το ερώτημα συνεπώς εν όψει των εκλογών είναι ποιων τις κόκκινες γραμμές έχει παραβιάσει ο Πρωθυπουργός. Οπωσδήποτε του αρχηγού του ΠαΣοΚ που, ως θύμα του Ταλ Ντίλιαν ή του Μπομπ Ντίλαν, τον αποκάλεσε στη Βουλή «Ορμπαν των Βαλκανίων» και «Νίξον της Ελλάδας». Πιθανότατα όμως και κάποιων από τους βουλευτές του. Οπως φαίνεται, ο δρόμος προς την κάλπη δεν είναι μόνο στρωμένος με lapsus, αλλά και με απαντήσεις που πνέουν στον άνεμο.



