Μια σημαντική έκδοση κυκλοφόρησε πρόσφατα, εξαιρετικά φροντισμένη, από την Πολιτιστική «Εταιρεία Αρχιπέλαγος» και τις Εκδόσεις Καστανιώτη. Αποτελεί ένα πορτρέτο του Αλέξανδρου Παναγούλη (1939-1976) με την αφορμή της συμπλήρωσης πενήντα ετών από τον θάνατό του, την 1η Μαΐου 1976.
Οι επιμελητές του τόμου, ο Νίκος Σηφουνάκης και ο Θανάσης Πετρίδης, συναγωνιστές του Παναγούλη στην αντιδικτατορική οργάνωση Ελληνική Αντίσταση και στην Ελληνική Δημοκρατική Νεολαία (ΕΔΗΝ), συγκέντρωσαν σε αυτόν τον τόμο 31 συμβολές και 12 μαρτυρίες.
Ποια είναι συνοπτικά η συνισταμένη αυτών των σημαντικών συμβολών που αναδεικνύουν εκτός από μια εκπληκτική προσωπικότητα και μια παραμελημένη όψη της αντίστασης στη δικτατορία;

Νίνος Σηφουνάκης – Θανάσης Πετρίδης (επιμ.)
Αλέξανδρος Παναγούλης. Απείθεια στο θάνατο
Πολιτιστική «Εταιρεία Αρχιπέλαγος» και Εκδόσεις Καστανιώτη, 2026, σελ. 304, τιμή 18 ευρώ
Ανένδοτος, δικτατορία, αντίσταση
Ο Παναγούλης, γεννημένος το 1939, ήταν γιος βενιζελικού αξιωματικού και από οικογενειακή παράδοση κεντρώος. Επιβεβαίωσε αυτόν τον πολιτικό προσανατολισμό ως φοιτητής του Πολυτεχνείου και ως νέος επιστήμονας στις δεκαετίες του ’50 και του ’60, δηλαδή στα χρόνια της νεότητάς του, όταν συμμετείχε στους δύο ανένδοτους αγώνες της Ενωσης Κέντρου πριν από τη δικτατορία, όπως χιλιάδες άλλοι της γενιάς του.
Το πραξικόπημα και η δικτατορία θα αποκάλυπταν ότι διέθετε μια ασυνήθιστα ισχυρή ατομική βούληση, αντοχή στα όρια των ανθρώπινων δυνατοτήτων και ακλόνητη πίστη στον σκοπό του. Η ατομική βούληση αναδείχθηκε με τη συγκρότηση μιας οργάνωσης αντίστασης ολιγομελούς, ο κύριος στόχος της οποίας, τουλάχιστον σε πρώτη φάση, ήταν η προσφυγή στην ένοπλη επιλογή που αφορούσε πάντως ένα πρόσωπο.
Ηταν μια στρατηγική πιθανότατα απότοκη της πολιτικής κουλτούρας του Παναγούλη και της ανάλυσης που προφανώς έτεινε να ταυτίζει το δικτατορικό καθεστώς με την ηγεσία του Γεώργιου Παπαδόπουλου. Συνιστούσε υποτίμηση ή άγνοια των συσχετισμών, της ευρείας βάσης του στρατιωτικού καθεστώτος στις χαμηλότερες βαθμίδες του σώματος των αξιωματικών και της ισχυρής αυταρχικής και αντικοινοβουλευτικής στάσης των στρατιωτικών στηριγμάτων της δικτατορίας.
Επιπρόσθετα, επικρατούσε προφανώς στη σκέψη του η ιδέα του «σπινθήρα», ότι η εξόντωση ενός μεμονωμένου ηγετικού και κρίσιμου παράγοντα θα μπορούσε να ενεργοποιήσει ένα αντιστασιακό δυναμικό το οποίο δεν είχε εκδηλωθεί ως τον Αύγουστο του 1968, σχεδόν δεκαέξι μήνες από το πραξικόπημα. Αυτή η εκδοχή δράσης που αφορούσε πρόσωπα, όχι ομάδες ανθρώπων, έστω μικρές, κινούσε την υποψία ή και την επίκριση της κομμουνιστικής Αριστεράς.
Ο Παναγούλης ως σημείο αναφοράς
Η σύλληψη και η μακρά φυλάκισή του θα αποκάλυπταν την αντοχή του η οποία οπωσδήποτε υπερέβαινε τα συνήθη μέτρα και θα τον καθιστούσε ηθικό πρότυπο. Η συμβολική βαρύτητα της αναγνώρισης του Παναγούλη μπορεί να κατανοηθεί στο πλαίσιο των άνυδρων χρόνων από το 1967 έως το 1972. Πριν από την απόπειρα δολοφονίας του Παναγούλη εναντίον του Παπαδόπουλου οι πράξεις αντίστασης ήταν ελάχιστες. Μετά από αυτήν, το 1969-1970, ήταν περισσότερες αλλά οι οργανώσεις είτε εξαρθρώθηκαν είτε περιορίστηκαν σε σημείο που δεν μπορούσαν να αναλάβουν συστηματική δράση. Εν τω μεταξύ πάντως, ο Παναγούλης είχε αναχθεί σε διεθνές σημείο αναφοράς. Δεν μπορεί παρά αυτή η «απείθεια στον θάνατο», που είναι ο πολύ εύστοχος τίτλος αυτού του τόμου, να είχε συντελέσει στην κινητοποίηση, καθώς το ρεύμα για την αποτροπή της εκτέλεσής του απέκτησε ευρύτητα και τον κατέστησε διεθνώς αναγνωρίσιμο φορέα δημοκρατικών αξιών και θάρρους.
Υπάρχει βέβαια ένα αδιευκρίνιστο σημείο, το οποίο επισημαίνεται στον τόμο, η σύνδεση του Παναγούλη με τον Πολύκαρπο Γεωρκάτζη, υπουργό Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας υπό τον πρόεδρο Αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Ο Γεωρκάτζης ενεπλάκη στο εγχείρημα δολοφονίας του Παπαδόπουλου από τον Παναγούλη και εν συνεχεία στην απόπειρα δολοφονίας του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στις 8 Μαρτίου 1970, για να δολοφονηθεί λίγες μέρες μετά υπό συνθήκες που δεν διευκρινίστηκαν. Δεν έγινε γνωστό αν ο Παναγούλης είχε εμπλακεί σε μια ευρύτερη προσπάθεια αποσταθεροποίησης του Παπαδόπουλου και του Μακαρίου.
Το πιθανότερο είναι ότι ο Παναγούλης είχε βρει στον Γεωρκάτζη την υποστήριξη που του ήταν αναγκαία για να επιχειρήσει τη δολοφονία του Παπαδόπουλου. Γεγονός επίσης είναι ότι ο σύνδεσμος αυτός δεν αμαύρωσε τη φήμη του Παναγούλη.
Με την έλευση της Μεταπολίτευσης ο Παναγούλης ήταν αυτονόητο ότι θα αναμειγνυόταν στην πολιτική. Αν και η πολιτική του πρακτική είχε αποδειχθεί ριζοσπαστική, η επιλογή του παρέμεινε ο χώρος του Κέντρου. Ηταν ίσως ένα είδος άρρητης ομολογίας ότι ήταν οι περιστάσεις που τον είχαν οδηγήσει σε μια ρηξικέλευθη, εκτός ορίων, επιλογή και όχι οι απόψεις του. Δεν άφησε κείμενα θεωρητικής πολιτικής σκέψης, το συμπέρασμα ότι δεν απέβλεπε σε μετασχηματισμό της κοινωνίας θα ήταν βάσιμο, ενώ πιθανότατα δεν υπήρχε και δυνατότητα λειτουργικής προσωπικής επικοινωνίας με τον Ανδρέα Παπανδρέου που πρόβαλλε το όραμα μιας ριζοσπαστικής μεταπολίτευσης με στόχο τον σοσιαλισμό. Ο Παναγούλης θέλησε να πιάσει το νήμα από εκεί που το είχε αφήσει με την επικράτηση της δικτατορίας. Πολιτεύθηκε με την Ενωση Κέντρου – Νέες Δυνάμεις στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1974 και επανίδρυσε την Ελληνική Δημοκρατική Νεολαία (ΕΔΗΝ).
Ηταν όμως μια εποχή κατά την οποία η Ενωση Κέντρου έμοιαζε να είναι ένα κατάλοιπο της προδικτατορικής περιόδου. Ο ίδιος εξελέγη μεν βουλευτής αλλά όχι στις πρώτες θέσεις του συνδυασμού. Η αφετηρία του δεν ήταν εντυπωσιακή, αλλά σε τελική ανάλυση ούτε και η αφετηρία του Ανδρέα Παπανδρέου και του ΠαΣοΚ ήταν πολλά υποσχόμενη. Και οι δύο τόνισαν την ανάγκη της κάθαρσης από τη χούντα, ο Παπανδρέου μιλούσε για μια βαθιά αποχουντοποίηση, ενώ ο Παναγούλης μιλούσε εκτός των άλλων ειδικά για την αποκάλυψη των αρχείων της Ελληνικής Στρατιωτικής Αστυνομίας (ΕΣΑ), του βασικού κατασταλτικού βραχίονα του καθεστώτος.
Ο Παπανδρέου εξελίχθηκε σε έναν ισχυρό πολιτικό ηγέτη που ενέταξε το παρελθόν της Κατοχής, των ανένδοτων και της δικτατορίας σε μια ιστορική προοπτική αλλαγής βασιζόμενος στη μαζική κινητοποίηση. Ο θάνατος του Παναγούλη, αιφνίδιος όπως ήταν και πρόωρος, δεν μας επιτρέπει να υποθέσουμε τί θα μπορούσε να γίνει αυτός ο εξαιρετικός άνθρωπος. Γι’ αυτό όμως που είχε ήδη γίνει, ο τόμος αυτός αξίζει να διαβαστεί.
Ο κ. Σωτήρης Ριζάς είναι διευθυντής ερευνών στο Κέντρο Ερευνας Ιστορίας Νεότερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών.



