«Δεν πίεσα, δεν άσκησα καμία φορτικότητα, δεν επέβαλα, δεν απαίτησα, δεν έκανα καμία κατάχρηση εξουσίας», δήλωσε η πρώην υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Φωτεινή Αραμπατζή αναφορικά με τις προτάσεις της αντιπολίτευσης για σύσταση προανακριτικής επιτροπής για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε απιστία κατ’ εξακολούθηση.
Αναφορικά με όσα διαλαμβάνονται στην επίμαχη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και την αφορούν, η κυρία Αραμπατζή υποστήριξε πως «δεν υπάρχει καμία παράνομη πράξη, καμία απόπειρα, κανένα ευρώ, που να έχει εκταμιευθεί παρανόμως, καμία διαδικασία, που να έχει παρακαμφθεί, κανένας έλεγχος, που να έχει αποφευχθεί».
Όπως σημείωσε χαρακτηριστικά «δεν υπάρχει υλική βλάβη, δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, δεν υπάρχει αντικειμενική υπόσταση κανενός αδικήματος». Αν και όταν διαβιβάστηκε η δικογραφία στη Βουλή η βουλευτής Σερρών της ΝΔ είχε δηλώσει ότι θέλει να παραπεμφθεί για να αποκαλυφθεί η αλήθεια και να αποκατασταθεί το όνομά της, η ίδια υπογράμμισε στην τοποθέτησή της ότι «επειδή κάποιοι κακόβουλοι, μίλησαν για κυβίστηση, ξεκαθαρίζω: η τεκμηριωμένη, συνταγματικά και νομικά, απόφαση της πλειοψηφίας ότι δε συντρέχει η παραμικρή ένδειξη, έστω και αποχρώσα για την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης, με αποκαθιστά πλήρως και δεν αφήνει την παραμικρή σκιά πάνω από το όνομά μου».
Και δήλωσε ότι συντάσσεται πλήρως με την θέση αυτή «θεωρώντας ότι οι συνταγματικοί θεσμοί δεν μπορούν ούτε να ευτελίζονται ούτε να εργαλειοποιούνται για χάρη της πολιτικής σκοπιμότητας». Μάλιστα ανέφερε ότι βρέθηκε εδώ και μήνες αντιμέτωπη με απίστευτα ψεύδη, τοξικότητα και διασυρμό βλέποντας επί μήνες το όνομά της να φιγουράρει στα πρωτοσέλιδα. «Στοχοποιήθηκα συλλήβδην, περίπου ως συνεργός εγκληματικής οργάνωσης, μπήκα στο κάδρο ενός υποτιθέμενου σκανδάλου, χωρίς να έχω τη δυνατότητα να γνωρίζω, χωρίς να έχω τη δυνατότητα να αμυνθώ και να υποστηρίξω τον εαυτό μου και την αλήθεια», ανέφερε, τονίζοντας ότι η δικογραφία την εμπλέκει για «μηδέν ευρώ ζημία, μηδέν ευρώ παράνομο όφελος, μηδέν ευρώ εκταμίευση».
«Και όμως για αυτό το μηδέν, στήθηκε μια ολόκληρη επιχείρηση πολιτικής ενοχοποίησης», συμπλήρωσε η πρώην υφυπουργός, ενώ απευθυνόμενη προς τους βουλευτές σημείωσε πως αν θεωρηθεί ότι το να ρωτήσει ένας υφυπουργός, ένας βουλευτής, τον Πρόεδρο ενός Οργανισμού «για το πότε θα πληρωθεί ένας νόμιμος δικαιούχος, συνιστά αδίκημα, τότε αύριο κανένας βουλευτής δεν θα τολμήσει να σηκώσει ένα τηλέφωνο για κανέναν πολίτη». «Και τότε ο κοινοβουλευτισμός θα έχει πεθάνει σιωπηλά, χωρίς να έχει χάσει εκλογές, χωρίς να έχει ηττηθεί σε κάποιο δημοψήφισμα, με τη βούλα της ίδιας αυτής της αίθουσας», κατέληξε.






