Ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν προκαλεί παγκόσμιο οικονομικό σοκ, καθώς έχει ήδη κοστίσει σε εταιρείες σε όλο τον κόσμο, τουλάχιστον 25 δισεκατομμύρια δολάρια και ο λογαριασμός συνεχίζει να ανεβαίνει, σύμφωνα με ανάλυση του Reuters.
Η εξέταση των εταιρικών ανακοινώσεων από την έναρξη της σύρραξης, από επιχειρήσεις εισηγμένες στις ΗΠΑ, την Ευρώπη και την Ασία, προσφέρει μια νηφάλια ματιά στις επιπτώσεις. Οι επιχειρήσεις παλεύουν με την κατακόρυφη αύξηση των τιμών της ενέργειας, τις διαλυμένες εφοδιαστικές αλυσίδες και τους εμπορικούς δρόμους που κόπηκαν, λόγω του «στραγγαλισμού» των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν.
Τουλάχιστον 279 εταιρείες έχουν αναφέρει τον πόλεμο ως αιτία για τη λήψη αμυντικών μέτρων, προκειμένου να αμβλύνουν το οικονομικό πλήγμα, συμπεριλαμβανομένων των αυξήσεων στις τιμές και των περικοπών στην παραγωγή. Άλλες έχουν αναστείλει τη διανομή μερισμάτων ή την επαναγορά μετοχών, έχουν θέσει προσωπικό σε διαθεσιμότητα, έχουν επιβάλει επιπλέον χρεώσεις καυσίμων ή έχουν ζητήσει έκτακτη κρατική βοήθεια.
Μνήμες από την παγκόσμια οικονομική κρίση
Αυτή η αναταραχή – η τελευταία σε μια σειρά αποσταθεροποιητικών παγκόσμιων γεγονότων για το επιχειρείν, μετά την πανδημία της COVID-19 και την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία – μετριάζει τις προσδοκίες για το υπόλοιπο του έτους, καθώς υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις ότι επίκειται συμφωνία για τον τερματισμό της σύρραξης.
«Αυτό το επίπεδο υποχώρησης του κλάδου είναι παρόμοιο με εκείνο που παρατηρήσαμε κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και ακόμη υψηλότερο από ό,τι σε άλλες περιόδους ύφεσης», δήλωσε στους αναλυτές ο διευθύνων σύμβουλος της Whirlpool, Marc Bitzer, αφού η εταιρεία μείωσε στο μισό τις προβλέψεις της για το σύνολο του έτους και ανέστειλε το μέρισμά της.
Καθώς η ανάπτυξη επιβραδύνεται, η τιμολογιακή ισχύς των εταιρειών θα εξασθενήσει και τα σταθερά κόστη θα γίνουν πιο δύσκολα απορροφήσιμα, λένε οι αναλυτές, απειλώντας τα περιθώρια κέρδους στο δεύτερο τρίμηνο και μετέπειτα. Οι παρατεταμένες αυξήσεις τιμών είναι πιθανό να τροφοδοτήσουν τον πληθωρισμό, πλήττοντας την ήδη εύθραυστη καταναλωτική εμπιστοσύνη.
«Οι καταναλωτές διστάζουν να αντικαταστήσουν προϊόντα και προτιμούν να τα επισκευάζουν», σημείωσε ο Bitzer.
«Φωτιά» σε πρώτες ύλες και πετρέλαιο
Η κατασκευάστρια εταιρεία ηλεκτρικών συσκευών δεν είναι η μόνη. Εταιρείες όπως η Procter & Gamble, η μαλαισιανή εταιρεία κατασκευής προφυλακτικών Karex και η Toyota έχουν προειδοποιήσει για το αυξανόμενο κόστος, καθώς η σύρραξη εισέρχεται στον τρίτο μήνα της.
Ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν – του πιο κρίσιμου ενεργειακού περάσματος στον κόσμο – έχει ωθήσει τις τιμές του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, επίπεδο υψηλότερο κατά 50% σε σχέση με την περίοδο πριν από τον πόλεμο.
Το κλείσιμο αυτό έχει εκτινάξει το κόστος μεταφοράς, έχει περιορίσει τις προμήθειες πρώτων υλών και έχει αποκόψει εμπορικές οδούς ζωτικής σημασίας για τη ροή των αγαθών. Οι προμήθειες λιπασμάτων, ηλίου, αλουμινίου, πολυαιθυλενίου και άλλων βασικών εισροών έχουν πληγεί. Το ένα πέμπτο των εταιρειών που εξετάστηκαν στην ανάλυση, οι οποίες παράγουν από καλλυντικά και ελαστικά μέχρι απορρυπαντικά, καθώς και εταιρείες κρουαζιέρας και αεροπορικές εταιρείες, έχουν επισημάνει οικονομικές απώλειες λόγω του πολέμου.
Η πλειονότητα αυτών είχε έδρα στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρώπη, όπου το ενεργειακό κόστος ήταν ήδη αυξημένο, ενώ σχεδόν το ένα τρίτο προερχόταν από την Ασία, γεγονός που αντανακλά τη βαθιά εξάρτηση αυτών των περιοχών από το πετρέλαιο και τα καύσιμα της Μέσης Ανατολής.
Το «χτύπημα» σε αεροπορικές, Toyota και McDonald’s
Για να δοθεί ένα μέτρο σύγκρισης, εκατοντάδες εταιρείες, μέχρι τον Οκτώβριο του περασμένου έτους, είχαν αναφέρει κόστος άνω των 35 δισεκατομμυρίων δολαρίων από τους δασμούς του αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, το 2025.
Οι αεροπορικές εταιρείες αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μερίδιο του ποσοτικοποιημένου κόστους, που σχετίζεται με τον πόλεμο, αγγίζοντας σχεδόν τα 15 δισεκατομμύρια δολάρια, καθώς οι τιμές των καυσίμων αεροσκαφών έχουν σχεδόν διπλασιαστεί. Καθώς το «μποτιλιάρισμα» συνεχίζεται, περισσότερες εταιρείες από άλλους κλάδους σημαίνουν συναγερμό.
Η ιαπωνική Toyota προειδοποίησε για πλήγμα 4,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ενώ η P&G εκτίμησε τη ζημιά στα προ φόρων κέρδη της στο 1 δισεκατομμύριο δολάρια. Ο κολοσσός του fast-food McDonald’s δήλωσε νωρίτερα αυτόν τον μήνα ότι αναμένει υψηλότερο μακροπρόθεσμο πληθωρισμό κόστους από τις συνεχιζόμενες αναταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα, το είδος της εκτίμησης που μέχρι πρόσφατα περιοριζόταν στις τηλεδιασκέψεις για τα αποτελέσματα των βιομηχανιών.
Η άνοδος των τιμών των καυσίμων πλήττει τη ζήτηση από καταναλωτές χαμηλότερου εισοδήματος, δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος Chris Kempczinski, προσθέτοντας ότι «οι αυξημένες τιμές της βενζίνης είναι το βασικό ζήτημα που αντιμετωπίζουμε αυτή τη στιγμή».
Η ευαισθησία στην τιμή του πετρελαίου
Σχεδόν 40 εταιρείες στους κλάδους των βιομηχανικών προϊόντων, των χημικών και των υλικών δήλωσαν ότι θα αυξήσουν τις τιμές, λόγω της έκθεσής τους στα πετροχημικά της Μέσης Ανατολής.
Ο οικονομικός διευθυντής της Newell Brands, Mark Erceg, δήλωσε νωρίτερα αυτόν τον μήνα ότι, κάθε αύξηση της τιμής του πετρελαίου, κατά 5 δολάρια ανά βαρέλι, προσθέτει περίπου 5 εκατομμύρια δολάρια σε κόστος.
Η γερμανική εταιρεία κατασκευής ελαστικών Continental αναμένει πλήγμα τουλάχιστον 100 εκατομμυρίων ευρώ (117 εκατομμυρίων δολαρίων) από το δεύτερο τρίμηνο, καθώς η εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου καθιστά τις πρώτες ύλες ακριβότερες.
Το στέλεχος της Continental, Roland Welzbacher, δήλωσε ότι θα χρειαστούν τρεις έως τέσσερις μήνες, προτού αυτό επηρεάσει τα αποτελέσματα χρήσης της εταιρείας. «Πιθανότατα, θα μας πλήξει στα τέλη του δεύτερου τριμήνου και στη συνέχεια θα εκδηλωθεί πλήρως στο δεύτερο εξάμηνο», ανέφερε.
Η «ψευδαίσθηση» των εταιρικών κερδών
Τα εταιρικά κέρδη παρέμειναν ανθεκτικά κατά το πρώτο τρίμηνο, γεγονός που εξηγεί εν μέρει, γιατί οι μεγάλοι δείκτες, όπως ο S&P 500, κατάφεραν να καταγράψουν νέα ιστορικά υψηλά, ακόμη και όταν το ενεργειακό κόστος πιέζει και οι αποδόσεις των ομολόγων αυξάνονται, λόγω των ανησυχιών για τον πληθωρισμό.
Ωστόσο, από τις 31 Μαρτίου, οι προβλέψεις για το καθαρό περιθώριο κέρδους του δεύτερου τριμήνου έχουν μειωθεί κατά 0,38 ποσοστιαίες μονάδες για τις βιομηχανίες του S&P 500, κατά 0,14 ποσοστιαίες μονάδες για τις εταιρείες καταναλωτικών αγαθών διακριτικής ευχέρειας και κατά 0,08 ποσοστιαίες μονάδες για τα βασικά καταναλωτικά αγαθά, σύμφωνα με τα στοιχεία της FactSet.
Οι εταιρείες του ευρωπαϊκού δείκτη STOXX 600 θα αντιμετωπίσουν πιέσεις στα περιθώρια κέρδους τους, από το δεύτερο τρίμηνο, καθώς θα γίνει πιο δύσκολο να μετακυλήσουν το επιπλέον κόστος στους καταναλωτές και καθώς λήγει η προστασία από τα συμβόλαια αντιστάθμισης κινδύνου (hedging), εκτιμούν οι αναλυτές της Goldman Sachs.
Οι κλάδοι που έρχονται σε άμεση επαφή με τον καταναλωτή, συμπεριλαμβανομένων των αυτοκινήτων, των τηλεπικοινωνιών και των οικιακών προϊόντων, βλέπουν αρνητικές αναθεωρήσεις άνω του 5%, για τους επόμενους 12 μήνες, σύμφωνα με τον Gerry Fowler, επικεφαλής στρατηγικής ευρωπαϊκών μετοχών της UBS.
Στην Ιαπωνία, οι αναλυτές έχουν μειώσει στο μισό τις εκτιμήσεις για την ανάπτυξη των κερδών του δεύτερου τριμήνου, στο 11,8% από τα τέλη Μαρτίου.
«Το πραγματικό πλήγμα στα κέρδη δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί στα αποτελέσματα των περισσότερων εταιρειών», προειδοποιεί ο Ράμι Σαράφα, διευθύνων σύμβουλος της Cordoba Advisory Partners.





