Ζήτημα εξαίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, από την υπόθεση των υποκλοπών έθεσε ευθέως ο Ευάγγελος Βενιζέλος, επικαλούμενος την προηγούμενη εμπλοκή του ανώτατου εισαγγελικού λειτουργού στην ίδια υπόθεση.
Μιλώντας στο 2ο διήμερο συνέδριο που διοργανώνει ο επιστημονικός σύνδεσμος δικηγόρων «Οι Ποινικολόγοι», ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης εστίασε αρχικά στο άρθρο 43 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, επισημαίνοντας ότι «ο αρμόδιος εισαγγελέας ανασύρει τη δικογραφία από το αρχείο μόνον όταν αναφαίνονται νέα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία ή γίνεται επίκληση αυτών, τα οποία δικαιολογούν, κατά την κρίση του, την επανεξέταση της υπόθεσης».

Όπως τόνισε, «το κρίσιμο ρήμα στη διάταξη αυτή είναι το “αναφαίνονται”». «Δεν χρειάζεται να έχουν αποδειχθεί, ίσως ούτε καν πιθανολογηθεί. Και ο καλύτερος χώρος για να αναφανεί κάτι είναι το ποινικό ακροατήριο, εν προκειμένω το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο κ. Βενιζέλος στάθηκε, ωστόσο, ιδίως στο ζήτημα της εξαίρεσης του ανώτατου εισαγγελικού λειτουργού, αφήνοντας σαφείς αιχμές για τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόστηκαν οι σχετικές διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
«Πιο πολύ με προβλημάτισε το πώς ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός της χώρας αντιλαμβάνεται και εφαρμόζει τα άρθρα 14 και επόμενα του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για τους λόγους εξαίρεσης και για την υποχρέωση δήλωσης αποχής των δικαστικών προσώπων», σημείωσε.
Σύμφωνα με τον ίδιο, «το άρθρο 14 του ΚΠΔ προβλέπει ρητά στους λόγους αποκλεισμού την προηγούμενη εμπλοκή στην ίδια υπόθεση». Στο σημείο αυτό έθεσε το ερώτημα: «Η ιδιότητα του εποπτεύοντος την ΕΥΠ εισαγγελικού λειτουργού, ο οποίος έχει εκδώσει διατάξεις άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, δεν εμπίπτει σε αυτό το άρθρο;».
Παράλληλα, επικαλέστηκε και το άρθρο 23 ΚΠΔ, το οποίο, όπως είπε, προβλέπει υποχρέωση δήλωσης αποχής όταν συντρέχουν λόγοι ευπρέπειας. «Δεν συντρέχουν εδώ λόγοι ευπρέπειας; Δεν είναι δυσχερές το ζήτημα αυτό; Είναι τόσο προφανής η ερμηνεία;», διερωτήθηκε.
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος υποστήριξε, ακόμη, ότι το ζήτημα θα έπρεπε να είχε τεθεί θεσμικά ενώπιον του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου. «Δεν έπρεπε να τεθεί από τον ίδιο τον εισαγγελικό λειτουργό ενώπιον του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου ως δυσχερές ζήτημα, ώστε να έχουμε βούλευμα του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου; Δεν έπρεπε να εισαχθεί το ζήτημα αυτό στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου από τον αναπληρωτή του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου;», ανέφερε.
«Ο παραβάτης των θεμελιωδών δικαιωμάτων είναι πάντα ο δικαστής»
Η ομιλία του Ευάγγελου Βενιζέλου εστίασε, γενικότερα, στη σχέση ποινικού δικαίου, Συντάγματος και κράτους δικαίου. Επί τη βάσει αυτού του τριπτύχου, επισήμανε ότι «το ποινικό δίκαιο και το ποινικό οικονομικό δίκαιο είναι το πεδίο στο οποίο δοκιμάζεται το συνταγματικό δίκαιο», υπογραμμίζοντας ότι «το Σύνταγμα έχει αξία όταν κατοχυρώνει τη φιλελεύθερη αντιπροσωπευτική δημοκρατία, δηλαδή τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου ταυτόχρονα».
Στο ίδιο πλαίσιο, σημείωσε ότι «ο καθένας θα έπρεπε να φοβάται να παραβιάζει, ως μικρό μέρος της κοινής γνώμης, το κράτος δικαίου, διότι ποτέ δεν ξέρει πότε ο ίδιος, ως κατηγορούμενος, θα χρειαστεί να περιβληθεί με τις εγγυήσεις του κράτους δικαίου».
Ο κ. Βενιζέλος ανέδειξε, ακόμη, τη σημασία της συνεργασίας δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, δικηγορικού σώματος και ακαδημαϊκής κοινότητας ως «εμπροσθοφυλακής», σημειώνοντας ότι, διαφορετικά, «είμαστε αιχμάλωτοι της χειρότερης εκδοχής του λαϊκισμού, που είναι ο δικαστικός λαϊκισμός», ιδίως όταν αυτός εκδηλώνεται «με τη γενναιοδωρία της νομολογίας μέσω της επεκτατικής εφαρμογής».
Παράλληλα, στάθηκε στην ανάγκη αντίστασης στον ποινικό λαϊκισμό και στην υποχρέωση να εξηγείται και στην κοινή γνώμη ότι δεσμεύεται από τον σεβασμό του κράτους δικαίου. Όπως ανέφερε, αυτό δεν ισχύει μόνο στις «σκληρές υποθέσεις», αλλά και στην καθημερινότητα των ποινικών ακροατηρίων και της ποινικής προδικασίας.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε, επίσης, στον κρίσιμο ρόλο του δικαστή στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, επισημαίνοντας ότι «ο παραβάτης των θεμελιωδών δικαιωμάτων, προκειμένου να αχθούμε σε διεθνή έλεγχο, είναι πάντα ο δικαστής, ο οποίος με την ερμηνεία του μπορεί να θεραπεύσει σφάλματα του νομοθέτη ή της διοίκησης. Αν δεν το κάνει ή τα επαυξήσει, οδηγεί τη χώρα σε διεθνή δικαστικό έλεγχο, σε διαπίστωση παραβίασης και σε καταδίκη από το Στρασβούργο».






