Εν μέσω των πολλαπλών επιπτώσεων που προκαλούνται εξαιτίας του συνεχιζόμενου αδιεξόδου στο μέτωπο Ηνωμένων Πολιτειών – Ιράν, και καθώς μαίνεται η αντιπαράθεση μεταξύ του Βερολίνου και της Ουάσινγκτον με αφορμή της αμφιβολίες του καγκελαρίου Μερτς ως προς το βαθμό αποτελεσματικότητας της αμερικανικής στρατηγικής στον πόλεμο, ο υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας Γιόχαν Βάντεφουλ επισκέπτεται την Αθήνα, όπου και θα συναντηθεί με τον Γιώργο Γεραπετρίτη, ενώ λίγο αργότερα (15:00) θα γίνει δεκτός στο Μέγαρο Μαξίμου από τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Καθοριστικός ο ρόλος της Γερμανίας στην Αμυνα
Αθήνα και Βερολίνο επιχειρούν να συντονίσουν τον βηματισμό τους εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, σε μια περίοδο που η δυτική συμμαχία δοκιμάζεται εξαιτίας των πιέσεων του Λευκού Οίκου αφενός προς ενεργότερη συμμετοχή των εταίρων στον τρίτο πόλεμο του Κόλπου, αφετέρου προκειμένου οι Ευρωπαίοι να αναλάβουν σαφώς μεγαλύτερο μερίδιο της συλλογικής άμυνας τους, αλλά και διακριτό ρόλο στη διαχείριση του ρωσο-ουκρανικού μετώπου.
Οι κ. Γεραπετρίτης και Βάντεφουλ είχαν συναντηθεί στα μέσα του περασμένου Μαρτίου στο Βερολίνο, όπου και συμφώνησαν ότι η Ε.Ε. έχει μεν να αναπροσαρμόσει την πολιτική της, οφείλει όμως να κάνει ακόμα ταχύτερα και κυρίως αποτελεσματικότερα βήματα με στόχο να καταστεί στρατηγικά αυτόνομη, ισχυρότερη και ανταγωνιστική. Προφανώς σε αυτή τη διαδικασία ο ρόλος της Γερμανίας είναι καθοριστικός, με το Βερολίνο να έχει πραγματοποιήσει στροφή 180 μοιρών, προωθώντας την υλοποίηση ενός εξοπλιστικού προγράμματος- «μαμούθ», ύψους 800 δισ. ευρώ έως και τις αρχές της δεκαετίας του 2030.
Κι αυτό παρά το ιστορικό βάρος που φέρουν συλλογικά οι Γερμανοί, περισσότερα από 80 χρόνια μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Εξ ου και ο καγκελάριος Μερτς διευκρινίζει σε κάθε ευκαιρία ότι το Βερολίνο δεν πρόκειται να κινηθεί μόνο του σε κανένα από τα σύγχρονα μέτωπα, παρά μόνο ως μέλος μιας ευρωπαϊκής συμμαχίας, είτε υπό τη μορφή ενός «μικρού ΝΑΤΟ», είτε σε πιο ευέλικτα σχήματα, γνωστά τελευταία ως «συμμαχίες των προθύμων».
Η Ευρωπαϊκή αμυντική αυτονομία
Ελλάδα και Γερμανία συμφωνούν στην ανάγκη επιτάχυνσης του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής αμυντικής αυτονομίας, έχοντας βεβαίως από κοινού αντιληφθεί τις δυσκολίες εξαιτίας της πολυφωνίας που ως γνωστόν επικρατεί στην Ένωση των «27». Η επίσκεψη του Γερμανού υπουργού Εξωτερικών στην Αθήνα καταγράφεται περίπου μία εβδομάδα μετά την παρουσία του Γάλλου προέδρου Εμάνουελ Μακρόν στην Αθήνα, με Βερολίνο και Παρίσι να οφείλουν μεν να συναποτελέσουν τον πυρήνα της ευρωπαϊκής άμυνας, αλλά να ξεκινούν από διαφορετικές θέσεις σε μια σειρά από ζητήματα, όπως για παράδειγμα το βαθμό εξάρτησης των οπλικών συστημάτων τους από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η μεν Γαλλία προκρίνει ένα πιο ευρωκεντρικό μοντέλο, ενώ η Γερμανία προσανατολίζεται να στρέψει ένα σημαντικό μέρος του προϋπολογισμού της στην αμερικανική αγορά.
Στην Αθήνα θα επιθυμούσαν να έχουν ισχυρότερη στήριξη από τους Γερμανούς συμμάχους τους στην Ανατολική Μεσόγειο, είτε αυτή αφορά το τρίγωνο με την Τουρκία, είτε το Κυπριακό και τις ισορροπίες στην ευρύτερη περιοχή. Γνωρίζουν, όμως, τον τρόπο άσκησης της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά και τις εκλεκτικές σχέσεις με την Άγκυρα, στους κρίσιμους τομείς της οικονομίας, του εμπορίου και των εξοπλισμών. «Αποδίδουμε ιδιαίτερη σημασία στην ενίσχυση της συνεργασίας μας με σκοπό την από κοινού αντιμετώπιση των προκλήσεων στην ευρύτερη περιοχή. Αναμένουμε από σημαντικούς εταίρους και συμμάχους, όπως η Γερμανία, την επίδειξη αλληλεγγύης και κατανόησης στις ευαίσθητες ισορροπίες στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου», ήταν η χαρακτηριστική αποστροφή του κ. Γεραπετρίτη από το Βερολίνο.
Η ατζέντα
Στην ατζέντα των δύο υπουργών Εξωτερικών θα βρεθεί, όπως είναι λογικό, η γαλλο-βρετανική πρωτοβουλία ανάπτυξης ναυτικής δύναμης στα Στενά του Ορμούζ, με την Ελλάδα και τη Γερμανία να έχουν συνυπογράψει εδώ και καιρό τη σχετική Κοινή Δήλωση, κι ενώ παραμένει σε ισχύ ο αποκλεισμός της περιοχής από τις αμερικανικές δυνάμεις. Όπως έχει καταγραφεί επανειλημμένως στο «Βήμα», η υλοποίηση του εγχειρήματος θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη, καθώς δυνάμεις που είτε διαθέτουν συμφέροντα στην περιοχή, είτε πλήττονται από την άνοδο των τιμών ενέργειας οφείλουν να συνδιαμορφώνουν τις εξελίξεις στο πεδίο.
Για την Ελλάδα, χώρα με τον ισχυρότερο εμπορικό στόλο παγκοσμίως, η συμμετοχή καθίσταται ακόμα πιο επιτακτική, υπό τον όρο φυσικά να έχουν ολοκληρωθεί οι εχθροπραξίες. Τόσο η Αθήνα, όσο και το Βερολίνο θα επιθυμούσαν η εν λόγω επιχείρηση να φέρει τη θεσμική «σφραγίδα» είτε της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, με τις πρωτοβουλίες πάντως που έχουν τεθεί στο δεύτερο να απορρίπτονται από τη Ρωσία και την Κίνα.
Άλλωστε, η ενεργοποίηση των Ευρωπαίων στο Ορμούζ δύναται να λειτουργήσει θετικά στην κατεύθυνση έστω μερικής ομαλοποίησης των ευρωαμερικανικών σχέσεων, με τον Ντόναλντ Τραμπ να έχει δηλώσει τελευταία ότι πλέον οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν χρειάζονται τη συνδρομή των συμμάχων τους. Η απειλή, πάντως, του Αμερικανού προέδρου περί απόσυρσης 5.000 στρατιωτών του ΝΑΤΟ από τη Γερμανία παραμένει ενεργή, ενώ την ίδια ώρα το Πεντάγωνο εξετάζει εν γένει σενάρια μείωσης των στρατευμάτων και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπως η Ισπανία και η Ιταλία, στο πλαίσιο της ευρύτερης αναδιάταξης που σχεδιάζεται.
Τέτοιες κινήσεις, βεβαίως, θα επηρεάσουν το ισοζύγιο μεταξύ των ευρωπαϊκών και των ρωσικών δυνάμεων στη Γηραιά Ήπειρο, με τον Γερμανό υπουργό Άμυνας να δηλώνει την περασμένη εβδομάδα ότι η Ευρώπη θα πρέπει να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη για την ασφάλεια της.
Προβληματισμός για τις ευρωαμερικανικές σχέσεις
Σε Αθήνα και Βερολίνο επικρατεί εν γένει προβληματισμός για την πορεία των ευρωαμερικανικών σχέσεων, χωρίς φυσικά να παραβλέπεται το αδιέξοδο στο οποίο έχουν φτάσει τα πράγματα στον πόλεμο του Ιράν, προφανώς με μεγάλο μερίδιο ευθύνης του Λευκού Οίκου. Αμφότερες οι πρωτεύουσες πάντως συμφωνούν ότι η ευρωπαϊκή άμυνα πρέπει να λειτουργήσει συμπληρωματικά στην ατλαντική συμμαχία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η επερχόμενη Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα (αρχές Ιουλίου) θα είναι ένα κρας τεστ για όλους, ενώ καίριο ρόλο στη συνέχεια των πραγμάτων θα έχουν οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ τον Νοέμβριο, με όλες τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να γνωρίζουν ότι ενδεχόμενο αρνητικό αποτέλεσμα για τον Τραμπ θα αλλάξει τόσο τις ισορροπίες στις ευρωαμερικανικές σχέσεις, όσο και την εξωτερική πολιτική της υπερδύναμης.
Όσον αφορά το αμιγώς διμερές επίπεδο, Ελλάδα και Γερμανία καλούνται να συμβαδίσουν στην αντιμετώπιση του μεταναστευτικού ζητήματος, από εδώ και στο εξής υπό τους όρους του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, το οποίο τίθεται σε ισχύ από τον ερχόμενο Ιούνιο. Η Αθήνα ζητά αλληλεγγύη στην προστασία των εξωτερικών συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ το Βερολίνο απαιτεί την οριστική ανακοπή των δευτερογενών ροών από την Ελλάδα προς το γερμανικό έδαφος.



