Σκηνή πρώτη, οκτώ χρόνια πριν, βράδυ Σαββάτου. Αυτοκίνητα πολλά, μποτιλιαρισμένα έξω από την ΕΡΤ, κάποιοι πανηγυρίζουν, κάποιοι χοροπηδάνε πάνω στα καπό, κάποιοι χορεύουν τυλιγμένοι με την ελληνική σημαία. Ανοιξη του 2005 σε μια άλλη, όχι ομορφότερη, αλλά σίγουρα πιο αισιόδοξη Ελλάδα. Αξιωματούχοι της κυβέρνησης βρίσκονται μέσα στο κτίριο της Αγίας Παρασκευής και μιλούν για τη μεγάλη επιτυχία. Η Ελλάδα κατακτά και πάλι την Ευρώπη που έμοιαζε τότε κάπως αφελής, κάπως γενναιόδωρη και κάπως μικρή μπροστά στο ελληνικό μεγαλείο. Η Ελενα Παπαρίζου έχει μόλις κερδίσει στη Eurovision και για κάποιον λόγο όλο αυτό είναι μια εθνική επιτυχία. Τις επόμενες ημέρες στην τηλεόραση και σε κάποια περιοδικά συναντάς κάτι μεταξύ έξαψης και οργασμού.
Σκηνή δεύτερη, πέντε χρόνια πριν. Τον Δεκέμβριο του 2008, στην απεραντοσύνη του παγκόσμιου Internet, μέσα στην εξέγερση που ακολούθησε τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, εμφανίστηκε ένα κείμενο απ’ αυτά που είναι γραμμένα σοβαρά αλλά μοιάζουν να κάνουν πλάκα. Ή το αντίστροφο. Ο τίτλος του ήταν «Το στυλ της διαδήλωσης» και οι συμβουλές έμοιαζαν να είναι γραμμένες από έναν επαγγελματία του είδους: «Το αυξημένο ενδεχόμενο να φωτογραφηθείς, σε ανύποπτη στιγμή, εν δράσει, και το πρόσωπό σου να κάνει τον γύρο του κόσμου μέσω των ειδησεογραφικών πρακτορείων είναι ένας ακόμη λόγος για να μπεις στον κόπο να συνδυάσεις την κομψότητα και την πρακτικότητα. Φόρεσε ένα σφιχτοϋφασμένο βαμβακερό μαντίλι ή πασμίνα που μπορεί να δώσει το απαραίτητο χρώμα στην εμφάνισή σου». Το κείμενο παραμένει online, μια ζωντανή viral απόδειξη πως αν έχεις όρεξη μπορείς να κάνεις ακόμη και σοβαρά πράγματα να φαίνονται αστεία.
Τα δύο περιστατικά είναι τυχαία και σχεδόν ξεχασμένα. Οι εποχές, άλλωστε, έχουν αλλάξει. Είναι, όμως, ενδεικτικά του κυρίαρχου τρόπου με τον οποίο εκείνες τις εποχές αντιμετωπίζαμε τα πράγματα. Μια ελαφρότητα, μια χαζοχαρούμενη συμπεριφορά απόστασης, μια αδιαφορία γενική για οποιονδήποτε συμβολισμό, μια απαξίωση της πολιτικής, μια κάπως απομακρυσμένη και φλου άποψη για το στυλ και την έννοια της επιτυχίας. Κάποιος με όρεξη για γενικεύσεις θα μπορούσε να δώσει έτσι τον ορισμό του lifestyle για το οποίο εδώ και χρόνια μαλώνουμε. Για τον θάνατό του, για τον μετασχηματισμό του, για τις ανεξόφλητες λογιστικές οφειλές του, για τους ανθρώπους του που εξακολουθούν να ζουν ανάμεσά μας.
Τις προηγούμενες ημέρες είχαμε κάποια κρούσματα. Πρώτα την περίπτωση Νότη Σφακιανάκη, ενός παρηκμασμένου, πλην όμως επηρμένου τραγουδιστή, που μετά τις σοβαρότατες απόψεις του για την ύπαρξη εξωγήινων συνέχισε στον ίδιο τόνο λέγοντας κάποια καλά λόγια για τη Χρυσή Αυγή, τον φασισμό και τη χούντα, προσπαθώντας ίσως να βρει ένα προ πολλού χαμένο κοινό. Δεν πρωτοτύπησε, το ίδιο κοινό προσπαθούν εδώ και καιρό να προσεταιριστούν και άλλοι αοιδοί της νύχτας και της ημέρας, όπως ο Σταμάτης Γονίδης, ο Γιάννης Πλούταρχος και ο θρησκόληπτος, μα όχι ειρηνιστής, Πέτρος Γαϊτάνος.
Οι δηλώσεις του αοιδού με την τσίχλα θα χάνονταν στη σφαίρα της αβάσταχτης ελαφρότητας, δίπλα στις διαπλανητικές επαφές του με άλλους πολιτισμούς, αν δεν εμφανιζόταν η Δέσποινα Βανδή, η οποία διέκοψε την επικείμενη συνεργασία τους γράφοντας ένα ανθρώπινο κείμενο κατά του φασισμού που κατέληγε «Εμένα οι γονείς μου ήταν μετανάστες», προτού απομακρυνθεί με αξιοπρέπεια από τους εξωγηινολάτρεις φασίστες.
Εχει ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάστηκε το αυτονόητο, μια καταδίκη του φασισμού, για ένα κόμμα-εγκληματική οργάνωση, από το μέρος όπου συχνάζει μαζικά το lifestyle: τα πρωινάδικα της τηλεόρασης. Ανάμεσα σε συνταγές μαγειρικής, κουτσομπολιά και ημίγυμνα μοντέλα που ποζάρουν σεξουαλικά μιλώντας για αποτρίχωση, εμφανίστηκε ξαφνικά και η πολιτική. Το lifestyle μπορεί να πεθαίνει ή να μετασχηματίζεται, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τα θέματα παραμένει ο ίδιος: επικίνδυνα επιδερμικός, ύποπτα συμψηφιστικός. Μετά τη μαγειρική, πριν από τα ζώδια, ακούστηκαν ατάκες όπως «Δημοκρατία έχουμε, εγώ είμαι με τον Νότη», ειπώθηκαν ατάκες όπως το συγκλονιστικό «Ο Νότης είναι ο Μίκης Θεοδωράκης της Χρυσής Αυγής», από τον Πέτρο Κωστόπουλο (που για κάποιον λάθος λόγο, κατηγορείται από πολλούς για το πληθωρικό στυλ του και όχι για τις οφειλές σε πρώην εργαζομένους του), και το όλο θέμα παρουσιάστηκε με τον γνωστό τρόπο: Σαν να μιλάς με γελοίο τρόπο για σοβαρά θέματα ή να λες γελοιότητες για σοβαρά θέματα.
Ηρθε η ώρα να τελειώνουμε με την ανάλυση του επάρατου lifestyle και να καταλήξουμε στον ορισμό που ταιριάζει στην εκτροχιασμένη εποχή μας: Το lifestyle έχει τη διαχρονική ιδιότητα του να δίνει σε ανούσιους ανθρώπους περισσότερη σημασία από όση τους αναλογεί. Και αν αυτό κάποτε ήταν διασκεδαστικό ως trash θέαμα, σήμερα ίσως να είναι και επικίνδυνο.

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ