Όταν μιλάμε για το Euphoria, η συλλογική φαντασία ενεργοποιεί σχεδόν αυτόματα μια πολύ συγκεκριμένη εικόνα: μια μοβ, αστραφτερή αύρα που πάλλεται σαν νέον όνειρο. Ένας κόσμος σατινέ στην επιφάνεια, ελκυστικός αλλά ταυτόχρονα διαβρωμένος εκ των έσω, που μοιάζει να κινείται πέραν από τη δική μας πραγματικότητα. Στο κέντρο του βρίσκεται μια σειρά που δεν λειτούργησε ποτέ αποκλειστικά ως κλασικό teen drama, αλλά ως υπερ-αισθητικοποιημένη εμπειρία της εφηβείας, όπου η εικόνα συχνά προηγείται της αφήγησης και το συναίσθημα της συνοχής.
Η επιστροφή της συζήτησης γύρω από το Euphoria, με αφορμή την τρίτη σεζόν, επαναφέρει και το βασικό του παράδοξο: μια σειρά που κατάφερε να γίνει πολιτισμικό σημείο αναφοράς, ενώ ταυτόχρονα δεν έπαψε να αμφισβητείται για τον τρόπο που χτίζει τις ιστορίες της. Δημιουργημένη από τον Sam Levinson, κινείται ανάμεσα σε έντονες σκηνές υψηλής αισθητικής κι όμορφης φωτογραφίας και σε αφηγηματικές γραμμές που συχνά διασπώνται ή επανεμφανίζονται χωρίς απόλυτη συνοχή (και ναι, αναφερόμαστε στα τόσα plotlines που δεν πήγαν πουθενά – το Euphoria είναι ένα νεκροταφείο τέτοιων πλοκών).
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η τρίτη σεζόν είναι μια καλή αφορμή επαναξιολόγησης. Τι έχει μείνει από το αρχικό σοκ της αισθητικής της; Πώς μεταφράζεται σήμερα η επιρροή της σε ένα τοπίο όπου η εικόνα και το viral στιγμιότυπο καθορίζουν όλο και περισσότερο την τηλεοπτική αφήγηση; Και τελικά, χρειαζόμαστε ακόμα το Euphoria το 2026;
Πώς μας συστήθηκε το Euphoria;
Στα πρώτα 40 δευτερόλεπτα του Euphoria, στο HBO, ένα νεογέννητο μωρό κοιτάζει μια τηλεόραση που δείχνει τον George W. Bush να μιλά μετά το χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου. Λίγο αργότερα, το ίδιο αυτό μωρό είναι πλέον η 17χρονη Rue Bennett (Zendaya), μια έφηβη με κλινική κατάθλιψη κι εξαρτημένη στα οπιοειδή. Τη βλέπουμε να περιφέρεται σε ένα πάρτι, έχοντας μόλις πάρει ναρκωτικά· ο διάδρομος γύρω της μοιάζει να γέρνει και να μεταμορφώνεται, σαν σε σκηνή από το Inception, αναγκάζοντάς την να περπατά σε τοίχους και ταβάνια. «Για να είμαι ειλικρινής, δεν είμαι πάντα η πιο αξιόπιστη αφηγήτρια», λέει απευθυνόμενη στο κοινό. Η φράση αυτή θέτει εξαρχής τον τόνο της σειράς και αφήνει ανοιχτό το ερώτημα για το τι είναι πραγματικό και τι όχι.
Από εκεί και πέρα, το Euphoria χτίζεται γύρω από μια ομάδα εφήβων σε ένα προάστιο που μοιάζει λιγότερο με ρεαλιστικό σχολικό περιβάλλον και περισσότερο με σκηνικό μιας παραμορφωμένης ενηλικίωσης. Η Rue λειτουργεί ως αφηγήτρια και βασικός άξονας της ιστορίας, μέσα από τον οποίο γνωρίζουμε τους υπόλοιπους χαρακτήρες: τη Jules, την Cassie, τη Maddy, την Kat και τον Nate.
Στον κόσμο της σειράς, οι ενήλικες παραμένουν στο περιθώριο, ενώ οι έφηβοι κινούνται μέσα στην αυτοκαταστροφική υπερβολή: πάρτι, ναρκωτικά, σεξ, μυστικά chatrooms, revenge porn, εκβιασμοί και συγκρούσεις χωρίς σταθερά όρια. Η πρώτη σεζόν εστιάζει κυρίως στη Rue και τη σχέση της με τη Jules, ενώ η δεύτερη εντείνει τις δυναμικές, φέρνοντας νέες συγκρούσεις και μετατοπίσεις, με τον Nate να εδραιώνεται ως κεντρική απειλή.
Ο ελέφαντας στο δωμάτιο: Η κλεμμένη αισθητική του Euphoria
Αξίζει να σημειωθεί ότι το Euphoria δεν προέκυψε εν κενώ. Βασίστηκε σε ομώνυμη ισραηλινή σειρά του 2012, η οποία προσέγγιζε με πιο ωμό και ντοκιμαντερίστικο τρόπο τη ζωή εφήβων που κινούνταν στα όρια της εξάρτησης και της αυτοκαταστροφής. Στην αμερικανική εκδοχή, ο Sam Levinson διατήρησε τον βασικό πυρήνα, αλλά τον μετέτρεψε σε κάτι πιο στυλιζαρισμένο, πιο εσωστρεφές και σαφώς πιο εμμονικό με την εικόνα.
View this post on Instagram
Αυτή η έμφαση στην εικόνα δεν ήταν τυχαία. Στα πρώτα στάδια της σειράς, σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της οπτικής ταυτότητας είχε η Petra Collins, φωτογράφος και καλλιτέχνις γνωστή για την ιδιαίτερη, ονειρική αλλά και ωμά σωματική ματιά της πάνω στη θηλυκότητα και την εφηβεία (οι πιο πρόσφατες δουλειές της κυκλοφόρησαν αυτήν την εβδομάδα και είναι ένα βίντεο κλιπ για τη Rosalia και ένα για την Olivia Rodrigo) Ωστόσο, η συνεργασία αυτή δεν κράτησε.
Η Collins απολύθηκε από την παραγωγή, μετά από πέντε μήνες εργασίας στο project. Αργότερα η καλλιτέχνις άφησε αιχμές ότι ο Levinson κατέκλεψε την αισθητική που η ίδια είχε προτείνει στην παραγωγή, χωρίς ποτέ να της αποδώσει την αντίστοιχη αναγνώριση. Χωρίς να υπάρξει ποτέ μια ανοιχτή, μετωπική σύγκρουση, η συζήτηση γύρω από το όνομά της έμεινε να αιωρείται στο background της σειράς, σαν μια υπενθύμιση ότι η «υπογραφή» του Euphoria δεν ήταν απαραίτητα όσο μονοπρόσωπη ή όσο πρωτότυπη νομίζαμε.
View this post on Instagram
Νιχιλισμός και γκλίτερ
Για μια ολόκληρη εξαετία, το Euphoria κυριάρχησε στη δημόσια συζήτηση, διατηρώντας την επιρροή του παρά τα μεγάλα χρονικά διαστήματα ανάμεσα στους κύκλους προβολής (η πρώτη σεζόν κυκλοφόρησε το 2019 και η δεύτερη το 2022). Η πρώτη σεζόν εντάσσεται σε ένα προ-Covid και προ-Tiktok πολιτισμικό περιβάλλον, ενώ η δεύτερη εμφανίζεται σε μια περίοδο βαθιάς μεταβολής των κοινωνικών και αισθητικών κωδίκων. Το γεγονός ότι η σειρά διατήρησε τη δυναμική της σε τόσο διαφορετικές συγκυρίες οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη συγκρότηση μιας ισχυρής, αναγνωρίσιμης αισθητικής ταυτότητας.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτήν διαδραμάτισαν η μουσική του Labrinth και το μακιγιάζ της Doniella Davy. Ο συνδυασμός ηλεκτρονικών ηχοτοπίων με έντονα, υπερβατικά φωνητικά, καθώς και η χρήση λαμπερών, υπερκορεσμένων υλικών και άφθονου γκλίτερ στα όμορφα πρόσωπα των ηθοποιών, συνέθεσαν μια οπτικοακουστική γλώσσα που μετέτρεπε το συναίσθημα σε εμπειρία.

Ωστόσο, σε μια δεύτερη ανάγνωση, ιδίως υπό το πρίσμα της μεταπανδημικής συνθήκης, αυτή η αισθητική αποκτά διαφορετικό νόημα. Το μακιγιάζ δεν λειτουργεί πλέον μόνο ως στοιχείο ύφους, αλλά ως μορφή διαχείρισης της υπερδιέγερσης και της συναισθηματικής κόπωσης. Τα δάκρυα που διαγράφονται πάνω σε επιφάνειες γεμάτες λάμψη, τα έντονα χρώματα που περιβάλλουν σκηνές κατάρρευσης, συγκροτούν μια οπτική στρατηγική μέσα από την οποία η ευαλωτότητα δεν αποκρύπτεται, αλλά μετασχηματίζεται σε εικόνα.
Στο πλαίσιο αυτό, αναδύεται μια ολόκληρη αισθητική στάση, που έχει περιγραφεί ως «sad girl glitter». Πρόκειται για μια μορφή πολιτισμικής έκφρασης όπου η θλίψη και η απόγνωση δεν βιώνονται ως εσωτερικές, σιωπηλές καταστάσεις, αλλά εξωτερικεύονται μέσω της επιφάνειας, της ομορφιάς και της ειρωνείας. Σε μια γενιά που έχει διαμορφωθεί μέσα σε διαρκή έκθεση, κρίση και πληροφοριακό κορεσμό, το συναίσθημ μετατρέπεται σε εικόνα, σε πράξη επιτελεστική. Η ειρωνεία και το μαύρο χιούμορ λειτουργούν ως μηχανισμοί άμυνας κι επιβίωσης σε ένα περιβάλλον ασταθές και υπερφορτωμένο.
Στην πρώτη σεζόν, αυτή η αισθητική φαινόταν να υπηρετεί οργανικά την αφήγηση. Στη δεύτερη, ωστόσο, η ισορροπία αυτή φαίνεται να διαταράσσεται. Η αισθητική παύει σταδιακά να προκύπτει ως φυσική συνέπεια της αφήγησης και αρχίζει να λειτουργεί αυτόνομα, ως μηχανισμός παραγωγής εντυπώσεων. Σκηνές όπως το «self-love» μοντάζ της Kat, η εμμονική πρωινή ρουτίνα της Cassie ή οι αλλεπάλληλες εικαστικές αναφορές (από τον Μποτιτσέλι μέχρι τον Τιτανικό), μοιάζουν να συγκροτούνται με γνώμονα το virality στα social media. Ήδη από τη δεύτερη σεζόν, αρκετοί είχαν σχολιάσει πως η σειρά, πόνταρε στα memes και στις viral στιγμές, δημιουργώντας εικόνες που μοιάζουν σχεδιασμένες ώστε να κυκλοφορήσουν αυτόνομα στον ψηφιακό χώρο, αποκομμένες από το δραματουργικό τους πλαίσιο.
Φετιχιστικό περιεχόμενο ή ρεαλιστική απεικόνιση
Από την πρώτη κιόλας σεζόν υπήρχαν αντιδράσεις για το κατά πόσο χρειάζεται να βλέπουμε τόσο σεξ σε εφηβικές σειρές (ακόμη κι αν οι «έφηβοι» στην πραγματικότητα κοντεύουν τα 30 ή και τα έχουν περάσει). Η συστηματική χρήση γυμνού, οι παρατεταμένες σκηνές σεξουαλικού περιεχομένου και η επιμονή σε εικόνες που ισορροπούν ανάμεσα στην πρόκληση και την ωμότητα άνοιξαν ένα διαρκές ερώτημα: πρόκειται για μια ειλικρινή αναπαράσταση της σύγχρονης εφηβικής εμπειρίας ή για μια αισθητικοποιημένη εκδοχή της που αγγίζει τα όρια της εκμετάλλευσης;
Το ζήτημα του βλέμματος (gaze) είναι εδώ καθοριστικό. Αν και η σειρά επιχειρεί να παρουσιάσει τη σεξουαλικότητα ως μια ρευστή, πολυδιάστατη και συχνά συγκεχυμένη εμπειρία, ο τρόπος κινηματογράφησης, γεννά ερωτήματα για το ποιος βλέπει και ποιος τελικά βλέπεται. Ιδίως οι γυναικείοι χαρακτήρες, παρά την υποτιθέμενη αυτονόμησή τους, συχνά εγκλωβίζονται σε μια οπτική που μοιάζει να αναπαράγει παλαιότερα, ανδροκεντρικά σχήματα, έστω και υπό το πρόσχημα της «απελευθέρωσης».

Η αντίφαση γίνεται εντονότερη αν τοποθετηθεί μέσα στο ευρύτερο πολιτισμικό πλαίσιο της Gen Z. Πρόκειται για μια γενιά που συχνά περιγράφεται ως πιο επιφυλακτική απέναντι στο σεξ, πιο συνειδητοποιημένη ως προς τα όρια, τη συναίνεση και την ψυχική υγεία. Κι όμως, στο Euphoria, η ίδια αυτή γενιά εμφανίζεται να κινείται σε ένα σύμπαν υπερσεξουαλικοποίησης, όπου η επιθυμία εκφράζεται διαρκώς μέσα από υπερβολή, έκθεση και συχνά αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές. Το χάσμα ανάμεσα στην κοινωνιολογική πραγματικότητα και την τηλεοπτική της αναπαράσταση είναι εμφανές και δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί.
Σε αυτό το σημείο τίθεται αναπόφευκτα το ερώτημα της πρόθεσης. Είναι το Euphoria ένας καθρέφτης που μεγεθύνει υπαρκτές τάσεις για να τις καταστήσει ορατές ή ένα θέαμα που χρησιμοποιεί αυτές τις τάσεις για να παράγει ένταση, σοκ και, τελικά, τηλεθέαση; Η γραμμή που χωρίζει τον ρεαλισμό από την εκμετάλλευση δεν είναι ποτέ απολύτως ευδιάκριτη· ωστόσο, όταν η εικόνα αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα από τη συναισθηματική συνέπεια, η ισορροπία μοιάζει να διαταράσσεται.
View this post on Instagram
Πορνογραφία του πόνου και Sexploitation
Όπως συμβαίνει με πολλές μεγάλες παραγωγές, οι αισθητικές τεχνικές που χρησιμοποιούνται, δημιουργούν απόσταση ανάμεσα στο περιεχόμενο και τον θεατή, ενώ ταυτόχρονα παράγουν μια μορφή απόλαυσης. Επιπλέον, η εστίαση σε νεαρά άτομα που παλεύουν με διάφορους εθισμούς τοποθετεί το κοινό στη θέση του παρατηρητή μιας δραματοποιημένης οδύνης, από την οποία αντλείται θέαση και ενδιαφέρον. Η μετατροπή ενός σοβαρού κοινωνικού προβλήματος σε ένα περιβάλλον θεαματικό και «μη σοβαρό» επιτρέπει μια μαγική μεταστοιχείωση: ο πόνος γίνεται απόλαυση και η κριτική μετατρέπεται σε ψυχαγωγία.
Όπως υποστήριζε ο Freud σε σχέση με το χιούμορ, η χρήση συμβόλων δίνει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να υιοθετεί μια ειρωνική στάση απέναντι τόσο στις κοινωνικές συγκρούσεις όσο και στον πόνο. Επειδή τα σύμβολα μπορούν να εμπεριέχουν ταυτόχρονα περισσότερες από μία σημασίες, έχουν τη δυνατότητα να λένε και να αναιρούν το ίδιο πράγμα ταυτόχρονα. Για παράδειγμα, το Euphoria πράγματι αναδεικνύει τις καταστροφικές συνέπειες των εθισμών, αλλά την ίδια στιγμή επιτρέπει στο κοινό να μην «νοιάζεται πραγματικά» για τον πόνο που παρακολουθεί.
Μέσα από μουσική, έντονα χρώματα, γρήγορο μοντάζ και ασυνήθιστα πλάνα, παρουσιάζεται μια πραγματικότητα που ταυτόχρονα υπονοείται ως «φτιαχτή». Αυτός ο συνδυασμός ωμής ρεαλιστικής απεικόνισης και αισθητικής χειραγώγησης πηγάζει εν μέρει από την επιθυμία ενός μεσοαστικού, φιλελεύθερου κοινού να φαντασιώνεται απεριόριστες, αντικοινωνικές επιθυμίες, ενώ ταυτόχρονα τις αποδοκιμάζει ηθικά, όπως είχε υποστηρίξει ο τηλεκριτικός Robert Samuels στο βιβλίο Political Pathologies from The Sopranos to Succession
Έτσι, το κοινό απολαμβάνει έμμεσα τους εθισμούς των χαρακτήρων, αλλά διατηρεί ταυτόχρονα μια εικόνα ηθικής υπεροχής απορρίπτοντας αυτές τις «ανεξέλεγκτες» παρορμήσεις. Σε όλη τη διάρκεια της σειράς, η πορνογραφία και η κουλτούρα του ελεύθερου σεξ (hook-up culture) εμφανίζεται ως μέρος της καθημερινότητας. Σε αυτό δε φταίει ο Sam Levinson αφού όντως, όταν ο καπιταλισμός συναντά τον σεξουαλικό εθισμό, δια του νόμου της προσφοράς και της ζήτησης, αυτό που προκύπτει είναι μια κανονικοποίηση της πορνογραφίας και άλλου αντίστοιχου περιεχομένου. Ωστόσο, μέσα από την απεικόνιση παραγωγής και κατανάλωσης πορνογραφικού υλικού, η σειρά ίσως άθελά της καθρεφτίζει το δικό της sexploitation νεαρών ενηλίκων. Με άλλα λόγια, το Euphoria λειτουργεί και το ίδιο ως μια μορφή πορνογραφίας ενώ παράλληλα αποστασιοποιείται από τη δική του ηθική αμφισημία.
Αναπόφευκτα προκύπτουν συγκρίσεις με τον Quentin Tarantino και τον τρόπο που αισθητικοποιεί τη βία, με κάποιους να τον θεωρούν πλέον σχεδόν μια μίμηση αυτού του ύφους. Συχνά υποστηρίζεται ότι το υπόβαθρο ενός δημιουργού επηρεάζει -ή και περιορίζει- το τι ιστορίες μπορεί να αφηγηθεί, και ο Sam Levinson δέχεται αυτή την κριτική ως λευκός στρέιτ άνδρας που γράφει για νεαρές γυναίκες μέσα σε υπερσεξουαλικοποιημένα πλαίσια, όπως είχε συμβεί και με τον Tarantino στο Django Unchained.
Η βασική διαφορά, όμως, βρίσκεται στην αντίδραση των ίδιων των ανθρώπων που εμπλέκονται. Στην περίπτωση του Tarantino, μαύροι ηθοποιοί όπως ο Samuel L. Jackson στήριξαν δημόσια τις δημιουργικές επιλογές του, υποστηρίζοντας ότι οι χαρακτήρες παρουσιάζονταν με δύναμη και αξιοπρέπεια. Στην περίπτωση του Euphoria, αυτή η δημόσια στήριξη μοιάζει να απουσιάζει. Δεν βλέπουμε το καστ ή την παραγωγή να υπερασπίζονται την αναγκαιότητα του τόσου γυμνού και των εξευτελιστικών σκηνών. Ίσα-ίσα, ηθοποιοί όπως η Sydney Sweeney και η Minka Kelly έχουν αναφέρει πως είχαν ζητήσει από τον Levinson να κόψει σκηνές γυμνού, που δεν πρόσφεραν τίποτα στην πλοκή. Ο ρόλος του συγγραφέα είναι να μη δημιουργεί κενό έργο. Όταν το σοκ γίνεται αυτοσκοπός, η γραφή χάνει τον στόχο της και μετατρέπεται σε καθαρή πρόκληση.
The Idol και το κενό από την δεύτερη στην τρίτη σεζόν
Ανάμεσα στη δεύτερη και την τρίτη σεζόν του Euphoria μεσολάβησαν τέσσερα χρόνια. Και αυτά τα χρόνια ήταν μια μετατόπιση του ίδιου του πλαισίου μέσα στο οποίο η σειρά μπορούσε να διαβαστεί. Το πιο χαρακτηριστικό παράλληλο ήταν το The Idol, επίσης δημιουργία του Sam Levinson. Εκεί, τα ίδια θεματικά υλικά (σώμα, έλεγχος, σεξουαλικοποίηση, βιομηχανία εικόνας) επανεμφανίστηκαν σε πιο ακραία μορφή, αλλά η υποδοχή υπήρξε καθολικά αρνητική. Το The Idol ήταν εντυπωσιακά κακό και έπασχε από όλες τις παθολογίες που πιστώνονται στο Euphoria. Για πολλούς, λειτούργησε ως ένδειξη ότι το αισθητικό σύμπαν γύρω από το Euphoria είχε αρχίσει να ανακυκλώνεται χωρίς κατεύθυνση.
Παράλληλα, το ίδιο το οικοσύστημα της σειράς δέχτηκε πλήγματα. Ο θάνατος του Angus Cloud το 2023, που ενσάρκωνε τον Fezco, έφερε ένα πραγματικό κενό που δεν ενσωματώνεται εύκολα στην αφήγηση. Την ίδια περίοδο υπήρξαν και αποχωρήσεις, εντάσεις και μια γενικότερη αίσθηση ότι το αρχικό δημιουργικό momentum είχε αρχίσει να διαλύεται. Παράλληλα, οι καριέρες των πρωταγωνιστών είχαν ανέβει κατακόρυφα. Η Zendaya ήταν ήδη το μεγαλύτερο όνομα της σειράς, όμως, στο μεσοδιάστημα έγινε από τις κορυφαίες και πιο επιτυχημένες ηθοποιούς της γενιάς μας. Ο Jacob Elordi προτάθηκε για Όσκαρ, έπειτα από μια περίοδο πλήρους απασχόλησης σε μεγάλες παραγωγές. Η Sydney Sweeney άνοιξε δική της εταιρεία παραγωγής και παρέμεινε κινηματογραφικά ενεργέστατη. Η Hunter Schafer δούλεψε με τον Λάνθιμο ενώ συνέχισε να εδραιώνεται στον χώρο της μόδας. Και εκτός από την παραγωγή και το καστ, άλλαξε και το κοινό. Η μεταπανδημική κόπωση και η υπερκορεσμένη αισθητική των social media έκαναν το ύφος του Euphoria να μοιάζει λιγότερο ριζοσπαστικό.
Τρίτη σεζόν: Μια αβέβαιη επανεκκίνηση
Η τρίτη σεζόν ανοίγει με τη Rue σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον: μπλεγμένη σε ένα δίκτυο διακίνησης ναρκωτικών, καταπίνει μπάλες φαιντανύλης και της μεταφέρει από το Μεξικό στις ΗΠΑ. Παράλληλα, σκέφτεται να γίνει «νταβατζής» προκειμένου να βγει από τον κόσμο των ναρκωτικών, ενώ ταυτόχρονα αποκτά θρησκευτικές ανησυχίες και επιθυμεί να στραφεί στον χριστιανισμό. Εμφανίζεται αισθητά μεταλλαγμένη, πιο σκληρή, σχεδόν αποκομμένη από τον προηγούμενο εαυτό της, χωρίς όμως αυτή η μεταμόρφωση να έχει επαρκώς χτιστεί.
Στους υπόλοιπους χαρακτήρες, η εικόνα είναι εξίσου ασταθής. Ο Nate αναλαμβάνει την επιχείρηση του πατέρα του, αλλά απογυμνωμένος από την απειλητική ένταση που τον χαρακτήριζε, μοιάζει άτονος και…κανονικός(;). Η Cassie, από την άλλη, είναι αποφασισμένη να κάνει τον γάμο των ονείρων της, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει να ντυθεί σκύλος και να τραβήξει ερωτικό περιεχόμενο για το OnlyFans. Η ιστορία της αποδίδεται με καρικατουρίστικη υπερβολή, περισσότερο από κάθε άλλο χαρακτήρα της σειράς. Γνωρίζουμε από την πρώτη σεζόν ότι η Cassie, λόγω της δύσκολης παιδικής της ηλικίας αλλά και γεγονότων που συνέβησαν στην εφηβεία της, είναι εθισμένη στην προσοχή και την επιβεβαίωση. Αυτό την ωθεί συχνά να χρησιμοποιεί τη σεξουαλικότητά της για να κερδίσει αγάπη κι αποδοχή. Όμως τώρα, για πρώτη φορά, αυτή η αναζήτηση αποδοχής μέσω της σεξουαλικότητάς της, διακωμωδείται από τον σεναριογράφο. Cassie και Nate λειτουργούν περισσότερο ως αποδυναμωμένες εκδοχές των προηγούμενων εαυτών τους, παρά ως εξελιγμένες μορφές τους.
Η Maddy και η Lexi φαίνεται να μετατοπίζονται επαγγελματικά στον χώρο του θεάματος, χωρίς ακόμη να έχει αποσαφηνιστεί αν αυτή η επιλογή υπηρετεί ουσιαστικά την αφήγηση. Την ίδια στιγμή, η απουσία βασικών χαρακτήρων από το πρώτο επεισόδιο δημιουργεί ένα αίσθημα αποσύνδεσης, σαν ο κόσμος της σειράς να επανεκκινείται αποσπασματικά. Ακόμη δεν έχουμε δει την Jules, η οποία -όπως μαθαίνουμε από τους υπόλοιπους χαρακτήρες- είναι φοιτήτρια Καλών Τεχνών και sugar baby. Να σημειωθεί ότι τέσσερις από τις πέντε γυναίκες πρωταγωνίστριες σε αυτόν τον κύκλο ασχολούνται με τη σεξεργασία. Είναι ακόμη νωρίς να κρίνουμε την επιλογή αυτή σεναριακά, είναι πάντως απορίας άξιο γιατί ο Sam Levinson δυσκολεύεται τόσο να φανταστεί έναν κόσμο όπου μια γυναίκα μπορεί να ευημερεύσει οικονομικά με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.
Γιατί αυτή τη φορά η πρόκληση μοιάζει διαφορετική
Το Euphoria εμφανίστηκε το 2019 σε μια χρυσή στιγμή της τηλεόρασης, όταν το streaming και οι μεγάλες παραγωγές έδιναν ξανά την αίσθηση φιλόδοξης, κινηματογραφικής αφήγησης στο σπίτι. Το Stranger Things συγκέντρωνε τεράστια κοινά στο Netflix. Στην καλωδιακή τηλεόραση, το Game of Thrones είχε καθηλώσει το κοινό σε κλίμακα που μέχρι τότε συναντούσαμε μόνο στον κινηματογράφο, ολοκληρώνοντας τον κύκλο του την ίδια χρονιά. Σιγά-σιγά, η τηλεόραση γινόταν και πάλι καλή, με το Euphoria να προστείθεται σε μια σειρά τηλεοπτικών φαινομένων εκείνης την περιόδου (Succession, Shōgun, The Last of Us, Squid Game, The Crown).
Σήμερα όμως, τόσο η σειρά όσο και το ευρύτερο τηλεοπτικό τοπίο δείχνουν πιο κουρασμένα, πιο υπερφορτωμένα, σαν να ανακυκλώνουν ήδη τον εαυτό τους. Franchises, spin-offs και μεγάλες παραγωγές δίνουν την αίσθηση ενός συστήματος που επιμένει να παράγει, αλλά όχι απαραίτητα να εμπνέει. Αυτό που βιώνουμε τώρα τηλεοπτικά, μοιάζει με τέλος εποχής (αν και στην ποπ κουλτούρα τίποτα δεν πεθαίνει πραγματικά). Μέσα σε αυτό το πένθιμο κλίμα, το Euphoria μοιάζει σαν σύμπτωμα, όχι μόνο μιας σειράς που αλλάζει, αλλά μιας τηλεοπτικής εποχής που αρχίζει να φθίνει, αφήνοντας πίσω της την αίσθηση ότι κάτι μεγάλο τελειώνει, χωρίς να έχει αντικατασταθεί από κάτι άλλο.
Η σειρά δείχνει να απομακρύνεται αισθητικά από αυτό που την καθιέρωσε. Η εικόνα είναι πιο «σέπια», με ξεκάθαρες επιρροές από Breaking Bad, και κάπως χάνει τη ζωντάνια της. Ακόμη και οπτικά μοιάζει να έχει χάσει τον προσανατολισμό της, ειδικά χωρίς την επιρροή της Petra Collins. Το αποτέλεσμα είναι κάπως διπλό: όταν ακολουθεί τη Rue θυμίζει ένα πιο σκοτεινό, νεο-γουέστερν, ενώ στους υπόλοιπους χαρακτήρες επιστρέφει σε μια πιο αδύναμη εκδοχή της παλιάς, πολύχρωμης παλέτας.
Παρά τις ενστάσεις και τις χλιαρές προς κακές πρώτες κρικές, η παρακολούθηση συνεχίζεται – από συνήθεια, περιέργεια ή καθαρό μαζοχισμό, ποιος ξέρει! Το πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί δεν εμπνέει ιδιαίτερη εμπιστοσύνη, αλλά μένει να φανεί αν η σειρά μπορεί να ξαναβρεί κατεύθυνση πριν να είναι αργά. Σε κάθε περίπτωση, παραμένει μια σειρά που δύσκολα αγνοείς, ακόμα κι όταν σε εκνευρίζει.





