Για τους σύγχρονους με τον Μάικλ Τζάκσον λάτρεις της ευφυούς μουσικής και χορευτικής κινησιολογίας του, το πλήγμα των αποκαλύψεων και καταγγελιών εναντίον του που αφορούσαν σεξουαλικές κακοποιήσεις παιδιών στο περίφημο «βασίλειο» της Neverland που είχε χτίσει, είναι ένα διαρκές τραύμα. Είναι επίσης μιας διαρκής υπενθύμιση του διχασμού ανάμεσα στην υπόσταση του καλλιτέχνη και της πραγματικής του προσωπικότητας.

Αν και οι κατηγορίες εναντίον του βασιλιά της ποπ για σεξουαλική κακοποίηση παιδιών ήταν γνωστές από το 1993, χρειάστηκε να εμφανιστεί «γυμνός» μπροστά μας στην πολύκροτη δίκη του το 2005 όπου στη δίνη ενός φοβερού υπερθεάματος από τα μέσα ενημέρωσης φαινόταν να σέρνει το σαρκίο του. Κρίθηκε ωστόσο αθώος σε σχέση με τις κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης του ανήλικου Γκάβιν Αρβίζο. Δέκα χρόνια από τον αιφνίδιο και σοκαριστικό θάνατό του σε ηλικία 50 ετών, το ντοκιμαντέρ «Leaving Neverland» (2019) ήρθε να επιβεβαιώσει τις χειρότερες υποψίες όσων δεν πείστηκαν από την αθώωση του Τζάκσον στο δικαστήριο.

Fast forward στο έτος 2021: ο δικαστής Μαρκ Χολμς προβλέπει στο αρμόδιο Δικαστήριο Φορολογικών Υποθέσεων των ΗΠΑ ότι «ο χρόνος θα διαβρώσει τα έσοδα της ακίνητης περιουσίας» και ότι «ο τάφος θα καταπιεί τη φήμη του Τζάκσον», καθώς η εικόνα του θα ξεθωριάσει στον δημόσιο βίο. Ο Χολμς αποτίμησε την εικόνα και τη δημοτικότητα του Τζάκσον σε περίπου 4,1 εκατομμύρια δολάρια, ποσό πολύ χαμηλότερο της συνολικής αποτίμησης στο ύψος των 161 εκατομμυρίων δολαρίων που ζητούσε η εφορεία από τη μητέρα του τραγουδιστή και τα παιδιά του (μια μεγάλη δικαστική νίκη τότε για την οικογένεια Τζάκσον).

Πέντε χρόνια μετά, η κατάσταση σε σχέση με την κληρονομιά του ονόματος Τζάκσον παραμένει διχαστική ωστόσο η οικογένεια ελέγχει πλήρως την περιουσία του μετά θάνατον, έχοντας διευθετήσει κάθε χρέος και νομικό κώλυμα και ελέγξει οτιδήποτε βλάπτει δημοσίως την παρακαταθήκη του. Τα λόγια περιττεύουν όταν το Forbes εκτιμά το σύνολο των εσόδων της ακίνητης περιουσίας Τζάκσον σε περίπου 3,5 δισεκατομμύρια δολάρια από το 2009, τη χρονιά που ο τραγουδιστής πέθανε έως σήμερα (περί τα 105 εκατομμύρια δολάρια τον τελευταίο χρόνο, 2024-2025, ενώ η εκτιμώμενη τρέχουσα αξία της περιουσίας υπολογίζεται στα 2 δισεκατομμύρια δολάρια).

Από το ντοκιμαντέρ «Leaving Neverland».

Η ταινία «Michael»

Σε εκτεταμένο ρεπορτάζ του στους New York Times, ο δημοσιογράφος Μαρκ Μπινέλι κάνει μια πλήρη καταγραφή της αγόγγυστης προσπάθειας των Τζάκσον να καθαρίσει το όνομα του πρωτεργάτη της ποπ σκηνής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η επερχόμενη κινηματογραφική βιογραφία του Μάικλ Τζάκσον, με τίτλο «Michael» σε σκηνοθεσία του Αντουάν Φούκουα («Ημέρα εκπαίδευσης», «The Equalizer»), που κυκλοφορεί παγκοσμίως στους κινηματογράφους στις 24 Απριλίου. Πρωταγωνιστής είναι ο 28χρονος ανιψιός του Τζαφάρ Τζάκσον, γιος του Τζερμέιν Τζάκσον, ο οποίος δήλωσε ότι χρειάστηκε να περάσει από οντισιόν για να πάρει τον ρόλο.

Το σενάριο υπογράφει ο τρεις φορές υποψήφιος για Οσκαρ, Τζον Λόγκαν («Gladiator», «The Aviator»). Πίσω από την παραγωγή είναι ο βραβευμένος με Όσκαρ Γκρέιαμ Κινγκ («The Departed», «Bohemian Rhapsody»), ο Τζον Μπράνκα (εκτέλεση παραγωγής των μουσικών ντοκιμαντέρ «This Is It», «Thriller 40») και ο Τζον ΜακΚλέιν (εκτέλεση παραγωγής των «This Is It», «Michael Jackson Live at Wembley July 16, 1988»).

Μιλάμε δηλαδή για ένα πλήρες βιογραφικό «πακέτο» χολιγουντιανών αξιώσεων με τις ευλογίες της οικογένειας Τζάκσον που θα αφήσει τη δική της σφραγίδα στον τρόπο που κάποιες γενιές θα θυμούνται έναν από τους πιο εμβληματικούς και ταυτόχρονα πιο αμφιλεγόμενους καλλιτέχνες της σύγχρονης ιστορίας. Με το teaser της ταινίας «Michael» να συγκεντρώνει περίπου 114 εκατομμύρια προβολές μέσα σε μόλις ένα 24ωρο, οι προσδοκίες είναι τεράστιες. Σε συνδυασμό με την παγκόσμια αναγνωρισιμότητα του Τζάκσον και την προηγούμενη επιτυχία μουσικών βιογραφιών όπως το «Bohemian Rhapsody» για τον Φρέντι Μέρκιουρι, πολλοί στη βιομηχανία εκτιμούν ότι η ταινία θα μπορούσε να ξεπεράσει άνετα το φράγμα του 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων παγκοσμίως.

Δείτε το τρέιλερ της ταινίας εδώ

YouTube thumbnail

Τώρα τι θα έλεγε ο Μάικλ Τζάκσον για όλα αυτά, ουδείς γνωρίζει. Μιλάμε για έναν τεράστιο και αμφιλεγόμενο ως πρώτυπο, σταρ της μουσικής βιομηχανίας, που λάτρευε τις ταινίες και αξιώθηκε να υλοποιήσει ορισμένα από τα πιο ρηξικέλευθα μουσικά βίντεο της εποχής του μέσα από τις συνεργασίες του με κορυφαίους σκηνοθέτες: Μάρτιν Σκορσέζε, Σπάικ Λι, Ντέιβιντ Φίντσερ, Τζον Σίνγκλετον, Τζον Λάντις. Περιέργως, αφού έπαιξε το Σκιάχτρο στον «Μάγο του Οζ» το 1978 από τον Σίντνεϊ Λιούμετ, ο Μάικλ Τζάκσον δεν ανέλαβε κανέναν άλλον πρωταγωνιστικό ρόλο στον κινηματογράφο.

Η στρατηγική διάσωσης και διαφύλαξης της κληρονομιάς μιας διασημότητας

Η σύγχρονη προοπτική του «φρεσκαρισμένου» κινηματογραφικού Μάικλ Τζάκσον είναι το αποτέλεσμα μιας εξαιρετικά συντονισμένης στρατηγικής από το λεγόμενο «brand» Τζάκσον — το σύνολο δηλαδή των δικαιωμάτων που αφορούν τη μουσική του, την εικόνα του και την εμπορική αξιοποίησή τους. Η στρατηγική αυτή, υπό τη διαχείριση πολύπειρων ισχυρών μάνατζερ όπως ο Τζον Μπράνκα, λειτουργεί επιθετικά παρεμβαίνοντας ενεργά στον δημόσιο διάλογο, επιλέγοντας ποια αφήγηση θα ενισχυθεί και ποια θα αποδυναμωθεί.

Η σύγκρουση γύρω από το ντοκιμαντέρ «Leaving Neverland» (2019) αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της στρατηγικής. Το ντοκιμαντέρ, που παρουσίαζε με ανατριχιαστική λεπτομέρεια τις κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης εναντίον του Μάικλ Τζάκσον, προκάλεσε παγκόσμια αναταραχή και επανάφερε στο προσκήνιο ερωτήματα που πολλοί θεωρούσαν ξεπερασμένα. Η αντίδραση των κληρονόμων του Τζάκσον ήταν πολυεπίπεδη. Πέρα από τη δημόσια αμφισβήτηση της αξιοπιστίας των κατηγοριών και την κριτική προς τους δημιουργούς για το ότι δεν ζήτησαν την άποψη των δικηγόρων του Τζάκσον, ενεργοποιήθηκε και ένας λιγότερο ορατός αλλά ιδιαίτερα αποτελεσματικός μηχανισμός: η νομική επίθεση εναντίον της HBO.

Ο Μάικλ Τζάκσον χαιρετά τους θαυμαστές του κατά την άφιξή του στο Ανώτατο Δικαστήριο της Κομητείας Σάντα Μπάρμπαρα στη Σάντα Μαρία της Καλιφόρνιας, τον Μάρτιο του 2005. @EPA/JOHN G. MABANGLO

Η βάση αυτής της επίθεσης ήταν μια μη δυσφημιστική ρήτρα από συμβόλαιο του 1992, όταν το δίκτυο είχε προβάλει συναυλία του Τζάκσον στο Βουκουρέστι. Η νομική ομάδα των Τζάκσον ερμήνευσε τη ρήτρα με έναν καινοτόμο τρόπο, καταλήγοντας σε εξωδικαστικό συμβιβασμό το 2024. Το αποτέλεσμα ήταν ότι το «Leaving Neverland» αποσύρθηκε από την πλατφόρμα streaming της HBO, μια εξέλιξη που, ανεξάρτητα από το νομικό της βάρος, είχε σαφή συμβολική σημασία, δείχνοντας πώς το αφήγημα γύρω από την εικόνα του Τζάκσον μπορεί να περιοριστεί όταν συγκρούεται με ένα ισχυρό εμπορικό συμφέρον.

Ο σκηνοθέτης του ντοκιμαντέρ, Νταν Ριντ, αναγνωρίζει σήμερα ότι η μάχη ήταν άνιση. Όπως σημειώνει στους New York Times, οι κληρονόμοι του Μάικλ Τζάκσον διαθέτουν «πολύ καλούς δικηγόρους, άπειρα χρήματα και ένα τεράστιο περιουσιακό οικοδόμημα που πρέπει να προστατευθεί».

The Trial

Την ίδια στιγμή, άλλες προσπάθειες αφήγησης της ζωής του Τζάκσον κινούνται σε διαφορετική κατεύθυνση. Η σειρά «The Trial», που προβλήθηκε νωρίτερα φέτος από το βρετανικό Channel 4, επανεξετάζει τη δίκη του 2005 μέσα από ένα πιο παραδοσιακό ντοκιμαντερίστικο πλαίσιο. Περιλαμβάνει αρχειακό υλικό από την αστυνομική έρευνα στο Neverland (από ένα άγαλμα του Μπρους Λι μέχρι το ακατάστατο δωμάτιο του Μάικλ Τζάκσον), μαρτυρίες υπεράσπισης αλλά και δύσκολες σκηνές, όπως η περιγραφή των καταγγελιών από τον ανήλικο τότε κατήγορο Γκάβιν Αρβίζο και τη μαρτυρία του αστυνομικού που αναφέρει ότι βρέθηκε βαλίτσα με πορνογραφικό υλικό στο δωμάτιο του τραγουδιστή. Ο παραγωγός Τομ Άνστις υποστηρίζει ότι δεν υπήρξαν αντιδράσεις από τους κληρονόμους κατά την προβολή της σειράς στη Βρετανία, ωστόσο μια πιθανή διανομή της στις Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται εξαιρετικά περίπλοκη. Μετά τη εξωδικαστική συμφωνία με την HBO, κάθε τηλεοπτικό δίκτυο είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα εξετάσει εξονυχιστικά προηγούμενα συμβόλαια για παρόμοιες ρήτρες.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η βιογραφία «Michael» λειτουργεί ως ισχυρό εργαλείο επαναπροσδιορισμού της δημόσιας εικόνας του Τζάκσον. Υπάρχει άλλωστε ισχυρό προηγούμενο επιτυχημένο παράδειγμα όταν η ομάδα των διαχειριστών της περιουσίας, με επικεφαλής πάντα τον φοβερό και τρομερό Τζον Μπράνκα, κλήθηκε να διαχειριστεί ένα χαοτικό οικονομικό τοπίο υπό κατάρρευση και επιστράτευσε το ντοκιμαντέρ «This is it». Με μονταρισμένο υλικό από πρόβες του Μάικλ Τζάκσον στην O2 Arena στο Λονδίνο για την προγραμματισμένη περιοδεία του που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, η ταινία βγήκε στις αίθουσες λίγους μήνες μετά τον θάνατο του σαν ανακατασκευή ενός γεγονότος που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Και έσκισε αποφέροντας 268 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως – ήταν η αφετηρία της μεταθανάτιας εμπορικής αναγέννησης του Μάικλ Τζάκσον.

Ο Τζαφάρ Τζάκσον ως Μάικλ Τζάκσον στη βιογραφία «Michael». Photo Credit: Glen Wilson

Σήμερα το «Michael» επιλέγει να επικεντρωθεί στην καλλιτεχνική του κορύφωση, αναπαριστώντας εμβληματικές στιγμές της καριέρας του όπως το “Motown 25”, τα βίντεο των “Thriller” και “Beat It”, και το δημιουργικό του απόγειο στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Ο Τζαφάρ Τζάκσον ενσαρκώνει μια εκδοχή του θείου του που ισορροπεί ανάμεσα στην πιστότητα και τη μυθοποίηση.

MJ the Musical

Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία. Αντιθέτως, εντάσσεται στην ευρύτερη στρατηγική που έχει εφαρμοστεί και σε άλλες παραγωγές, όπως το θεατρικό «MJ the Musical» σε συνεργασία με την Columbia Live Stage. Η βραβευμένη με Πούλιτζερ δραματουργός Λιν Νότιτζ συμμετείχε στη δημιουργική ομάδα υψηλού κύρους και το έργο τοποθετήθηκε χρονικά λίγο πριν από τις πρώτες καταγγελίες εναντίον του Τζάκσον, σε μια περίοδο όπου η δημόσια εικόνα του παρέμενε σχετικά αλώβητη. Η επιλογή αυτή επέτρεψε στο κοινό να βιώσει μια «καθαρή» εκδοχή του καλλιτέχνη, αποφεύγοντας τις πιο δύσκολες πτυχές της ζωής του. Η πρεμιέρα του μιούζικαλ, αρχικά προγραμματισμένη για το 2020, μετατέθηκε για το 2022 λόγω πανδημίας, δημιουργώντας ευτυχή απόσταση από την αρνητική δημοσιότητα του «Leaving Neverland».

Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση δεν είναι χωρίς κόστος. Όπως επισημαίνει ο Τζεφ Τζάμπολ, ένας από τους σημαντικότερους διαχειριστές κληρονομιών καλλιτεχνών —με πελάτες όπως οι The Doors, η Τζάνις Τζόπλιν, ο Τσάρλι Πάρκερ και ο Χουάν Γκάμπριελ — η αξιοπιστία και η αυθεντικότητα είναι κρίσιμες για τη μακροχρόνια επιβίωση ενός brand. Ο ίδιος έχει τονίσει ότι η αποσιώπηση προβληματικών στοιχείων μπορεί τελικά να αποδυναμώσει την αφήγηση, ενώ η ειλικρινής αντιμετώπισή τους μπορεί να λειτουργήσει αποσυμπιεστικά.

Η θέση αυτή έρχεται σε αντίθεση με τη στρατηγική που φαίνεται να ακολουθείται στην περίπτωση του Τζάκσον, όπου η πλήρης αποφυγή των κατηγοριών αποτελεί βασικό στοιχείο της επίσημης αφήγησης. Το αποτέλεσμα είναι μια μορφή «επιλεκτικής μνήμης», όπου ο καλλιτέχνης παρουσιάζεται σχεδόν αποκλειστικά μέσα από τα επιτεύγματά του.

Η ένταση ανάμεσα σε αυτές τις δύο προσεγγίσεις —την πλήρη διαφάνεια και την ελεγχόμενη αφήγηση— γίνεται ακόμη πιο εμφανής μέσα από αποτυχημένα projects όπως το σενάριο «Bubbles» του Άιζακ Άνταμσοιν. Το έργο, μια σκοτεινή κωμωδία ειπωμένη από την οπτική του χιμπατζή του Τζάκσον (!), είχε αρχικά προσελκύσει το ενδιαφέρον της Netflix και του οσκαρικού σκηνοθέτη Τάικα Γουατίτι. Ωστόσο, μετά την προβολή του «Leaving Neverland» και μια προειδοποιητική επιστολή από τους κληρονόμους του Τζάκσον, το πρότζεκτ εγκαταλείφθηκε.

Το ράντσο του Μάικλ Τζάκσον «Neverland» σε παλιότερη αεροφωτογραφία του 2003. EPA/ARMANDO ARORIYO

Παράλληλα, οι εσωτερικές εντάσεις δεν λείπουν. Η κόρη του Μάικλ Τζάκσον, Πάρις, έχει εκφράσει δημόσια τις αντιρρήσεις της για τη βιογραφία, κάνοντας λόγο για ανακρίβειες και ελεγχόμενη αφήγηση. Οι παρεμβάσεις της, τόσο σε νομικό όσο και σε δημόσιο επίπεδο, υπογραμμίζουν ότι ακόμη και εντός της οικογένειας δεν υπάρχει πλήρης συμφωνία για το πώς πρέπει να παρουσιαστεί το ευρύτερο αφήγημα ζωής του πατριάρχη της μεγάλης περιουσίας.

Μάικλ Τζάκσον και πολιτισμική μνήμη

Σε ακαδημαϊκό επίπεδο, η εικόνα του Τζάκσον μεταβάλλεται επίσης. Ο Μαρκ Άντονι Νιλ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ντιουκ, παρατηρεί ότι οι νεότεροι φοιτητές τείνουν να βλέπουν τον καλλιτέχνη μέσα από το πρίσμα των κατηγοριών και της πολιτισμικής κριτικής, σε ένα περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί από ανάλογες δικαστικές υποθέσεις κακοποίησης όπως εκείνες των Μπιλ Κόσμπι, R. Kelly και Σιν Κομπς. Ας μην ξεχνάμε πως ζούμε σε έναν κόσμο που βίωσε βαθύ σοκ μετά το κίνημα #MeToo.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι βαθύτερο από την επιτυχία μιας ταινίας. Αφορά τη φύση της πολιτισμικής μνήμης και τον τρόπο με τον οποίο αυτή διαμορφώνεται. Όπως έχει επισημάνει ο ειδικός στη διαχείριση πνευματικών δικαιωμάτων νεκρών διασημοτήτων, Μαρκ Ρέσλερ, όταν ένας καλλιτέχνης πεθαίνει, παύει να προσφέρει «προσωπικές υπηρεσίες» όπως συναυλίες και νέες ηχογραφήσεις, αλλά αφήνει πίσω του ένα τεράστιο έργο πνευματικής ιδιοκτησίας. Στην περίπτωση του Τζάκσον, αυτή η απουσία προς το παρόν λειτουργεί υπέρ του, καθώς αποτρέπει νέες αμφιλεγόμενες εμφανίσεις του και επιτρέπει στην καλογυαλισμένη εκδοχή του brand να κυριαρχήσει.

Έτσι, ο Μάικλ Τζάκσον παραμένει ταυτόχρονα παρών και απών: ένα πολιτισμικό φάντασμα που συνεχίζει να παράγει αξία, να προκαλεί συζητήσεις και να διχάζει το κοινό. Η βιογραφία «Michael» δεν θα λύσει αυτό το παράδοξο. Αντίθετα, πιθανότατα θα το ενισχύσει. Ο πραγματικός της στόχος δεν είναι να απαντήσει στο ποιος ήταν ο Μάικλ Τζάκσον, αλλά να καθορίσει ποια εκδοχή του θα συνεχίσει να μαγεύει το παγκόσμιο κοινό.

Με πληροφορίες από The New York Times