Η Δρ. Ηλιάνα Μαγιάτη είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στη Σχολή Ψυχολογικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Δυτικής Αυστραλίας (UWA). Κατάγεται από την Αθήνα και έχει ζήσει, σπουδάσει και εργαστεί στην Ελλάδα, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Σιγκαπούρη, πριν εγκατασταθεί στη Δυτική Αυστραλία το 2020.
Ολοκλήρωσε την εκπαίδευσή της στην Κλινική Ψυχολογία στο Institute of Psychiatry, King’s College London και έλαβε το ερευνητικό διδακτορικό της (PhD) από το St George’s Hospital Medical School, University of London. Eχει διατελέσει Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Σιγκαπούρης (NUS).
Το ερευνητικό της έργο εστιάζεται στην κατανόηση και υποστήριξη της ψυχικής υγείας και ευημερίας των αυτιστικών ατόμων όλων των ηλικιών, με έμφαση στους ενήλικες. Οι ερευνητικές της δραστηριότητες εξετάζουν τους ψυχολογικούς και κοινωνικοπολιτισμικούς παράγοντες που επηρεάζουν τη ζωή των αυτιστικών ατόμων, όπως η αυτιστική συγκάλυψη (camouflaging/ masking), η αυτιστική εξάντληση (burnout), η αναγνώριση, διάγνωση και υποστηρικτική θεραπεία των δυσκολιών ψυχικής υγείας των αυτιστικών ατόμων.
Της ζητήσαμε να μας μιλήσει για την απόφασή της να μεταναστεύσει στη Δυτική Αυστραλία και για τη ζωή της στο Περθ.
Τι σας έκανε να μεταναστεύσετε;
«Εφυγα αρχικά από την Ελλάδα για εκπαιδευτικούς λόγους. Ηθελα να σπουδάσω Ψυχολογία, αλλά επειδή ήταν μόλις η δεύτερη χρονιά που τα πανεπιστήμια στην Ελλάδα πρόσφεραν το συγκεκριμένο πρόγραμμα, μετανάστευσα στο Λονδίνο για να κάνω μεταπτυχιακό. Στην αρχή, το πλάνο ήταν να μείνω μόνο έναν χρόνο, αλλά όταν τελείωσα το master έμεινα για να κάνω το διδακτορικό μου. Είχα δουλειές και υποτροφία, και αποφάσισα παράλληλα να σπουδάσω και κλινική ψυχολογία. Τελικά, έκανα δύο διδακτορικά στην Αγγλία. Αφού τα ολοκλήρωσα, είχα σκεφτεί να επιστρέψω στην Ελλάδα. Ομως, το καλοκαίρι του 2006 γνώρισα τον Μιχάλη, τον άντρα μου και αποφασίσαμε να μείνουμε στο εξωτερικό.
Περάσαμε λίγο καιρό στη Γαλλία, μετά στη Σιγκαπούρη, όπου ζήσαμε 11 χρόνια, αλλά κουραστήκαμε από τις συνθήκες. Ετσι, όταν μου δόθηκε μια ευκαιρία εργασίας στο UWA, αποφασίσαμε να μετακομίσουμε στο Περθ, ακριβώς πριν από την πανδημία. Φύγαμε απ’ τη Σιγκαπούρη τον Δεκέμβρη του 2019 για να περάσουμε τα Χριστούγεννα στην Ελλάδα. Φθάσαμε στις 13 Γενάρη του 2020 στο Περθ. Πριν ξεκινήσουμε είχα πολύ άγχος και μια αίσθηση θλίψης, μαζί με τον ενθουσιασμό για τη νέα αρχή».
Πού μείνατε όταν φτάσατε στην Αυστραλία;
«Το πανεπιστήμιο είχε οργανώσει να μείνουμε με την οικογένειά μου στην εστία Forrest Hall για έξι εβδομάδες μέχρι να βρούμε σπίτι. Η τοποθεσία ήταν ιδανική – κοντά στο πανεπιστήμιο και με θέα το Swan River. Μετά από έξι εβδομάδες βρήκαμε σπίτι και μείναμε εκεί για 4,5 χρόνια. Τον Οκτώβρη του 2024 αγοράσαμε το δικό μας σπίτι».
Αντιμετωπίσατε δυσκολίες στον χώρο εργασίας σας;
«Ηρθα ελάχιστα πριν από την COVID, οπότε μόλις άρχισα να γνωρίζω συναδέλφους, όλα έκλεισαν. Στο πανεπιστήμιο όλα γίνονταν διαδικτυακά, και έτσι δυσκολεύτηκα να χτίσω σχέσεις. Επίσης, έπρεπε να προσαρμοστώ στις διαφορές στη βαθμολόγηση. Στην Αυστραλία δίνουν συχνά υψηλούς βαθμούς, ενώ εγώ είχα μάθει σε πολύ πιο αυστηρά συστήματα στη Σιγκαπούρη. Την πρώτη μου χρονιά, εμένα και έναν συνάδελφο από το Χονγκ Κονγκ, οι Αυστραλοί συνάδελφοι μας φώναζαν “οι Ασιάτες” επειδή δεν βάζαμε βαθμούς εύκολα!”.
Αλλες δυσκολίες ή απαιτήσεις που αντιμετωπίσατε στην Αυστραλία;
«Η κουλτούρα στην Αυστραλία ήταν διαφορετική απ’ ό,τι περίμενα – οι άνθρωποι φαίνονται ανοιχτοί, αλλά οι σχέσεις είναι κάπως πιο επιφανειακές. Ενιωσα ότι οι Αυστραλοί είναι “φιλικοί αλλά όχι φίλοι σου”. Οι Ελληνες έχουμε πιο στενές και έντονες σχέσεις, ενώ εδώ οι άνθρωποι κρατούν αποστάσεις. Δεν σε καλούν εύκολα στο σπίτι τους και οι σχέσεις δεν προχωρούν εύκολα πιο βαθιά. Επίσης, ο Μιχάλης δυσκολεύτηκε γιατί η εταιρία του έκλεισε λόγω COVID και έπρεπε να βρει γρήγορα ξανά καινούργια δουλειά. Ευτυχώς, μπόρεσε να επιστρέψει στην παλιά του εταιρεία και να δουλεύει από το σπίτι».
Ποιοι ήταν οι λόγοι που σας έκαναν να παραμείνετε εδώ;
«Θέλαμε να αποκτήσουμε την αυστραλιανή υπηκοότητα, και τελικά τον Μάρτιο του 2025 την πήραμε όλοι – ο Μιχάλης, η κόρη μας κι εγώ. Βλέπαμε ότι στην Ευρώπη υπήρχαν πολλά προβλήματα και δεν είχαμε σκοπό να επιστρέψουμε όσο εργαζόμαστε. Επίσης, η ποιότητα ζωής στην Αυστραλία είναι εξαιρετική – το κλίμα, το περιβάλλον, η καθημερινότητα. Εγώ νιώθω επαγγελματικά ικανοποιημένη, η κόρη μας είναι ευχαριστημένη και ο Μιχάλης έχει προσαρμοστεί. Δεν υπάρχει λόγος να φύγουμε».
Για ποιους λόγους νιώθετε ικανοποιημένη επαγγελματικά;
«Εχω εξελιχθεί πολύ εδώ, έχω δημοσιεύσει πολλά άρθρα σε σημαντικά περιοδικά στον τομέα του αυτισμού. Αυτή τη στιγμή επιβλέπω εννιά διδακτορικούς φοιτητές, κάτι που δεν είχα τη δυνατότητα να κάνω στη Σιγκαπούρη. Επίσης, νιώθω περήφανη για τη δουλειά μου με Αβορίγινες φοιτητές Ψυχολογίας που έχω στηρίξει ώστε να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους και να προχωρήσουν σε μεταπτυχιακά, καθώς και για την έρευνα που κάνουμε σχετικά με την ασφάλεια των αυτιστικών ατόμων. Επίσης, στη διάρκεια της COVID, συμμετείχα σε μεγάλη έρευνα για το πώς επηρέασε η πανδημία άτομα με αυτισμό, και παρουσιάσαμε τα αποτελέσματα στην κυβέρνηση. Παράλληλα, συμμετέχω ενεργά στο Σαββατιανό ελληνικό σχολείο Greek Language and Culture Institute of Evangelismos (GLCI), ως μέλος του συλλόγου γονέων και κάθε χρόνο διδάσκω για λίγο ως αναπληρώτρια. Νιώθω ότι προσφέρω στην κοινωνία της Αυστραλίας».



