Ανταπόκριση, Κωνσταντινούπολη

Μπαίνοντας σε ένα ταξί από το Φανάρι προς την πλατεία Ταξίμ, η Πόλη μοιάζει πιο ανήσυχη από ποτέ. Ο οδηγός σχολιάζει την αύξηση των καυσίμων, ενώ στους δρόμους διακρίνονται μικρές ομάδες διαδηλωτών.

Με τον πόλεμο στο Ιράν να μαίνεται για πέμπτη εβδομάδα και την ενεργειακή κρίση να έχει παγκόσμιες επιπτώσεις, η Τουρκία δεν είναι απλώς θεατής της – αλλά φαίνεται να παγιδεύεται σε αυτή. Εξαρτάται ενεργειακά από τη Ρωσία, συνορεύει με το Ιράν, διεκδικεί ρόλο διαμεσολαβητή και ταυτόχρονα προσπαθεί να κρατήσει ισχυρό το νόμισμά της. Σπάνια τόσες πιέσεις ασκούνται ταυτόχρονα.

Καθώς η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή συνεχίζεται, με επίκεντρο το τρίγωνο μεταξύ Ιράν, Ισραήλ και Ηνωμένων Πολιτειών, δημιουργείται ένα εξαιρετικά ρευστό και αβέβαιο γεωπολιτικό περιβάλλον. Για την Τουρκία, η κατάσταση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια εξωτερική κρίση, αλλά βρίσκεται σε μία από τις πιο δύσκολες καταστάσεις των τελευταίων χρόνων: οικονομικά πιεσμένη και με εσωτερικές εντάσεις που δυσκολεύουν οποιαδήποτε επιλογή.

O ανεπίσημος πληθωρισμός και η αύξηση του κόστους ζωής στην Τουρκία διαμορφώνουν ένα ιδιαίτερα επιβαρυμένο οικονομικό περιβάλλον. Πριν από πέντε χρόνια η ισοτιμία του ευρώ με την τουρκική λίρα βρισκόταν περίπου στο 1 προς 8, ενώ σήμερα προσεγγίζει το 1 προς 52

Η λίρα, τα καύσιμα και τα τρόφιμα

Η Τουρκία συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών με υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενες ενεργειακές πηγές, γεγονός που την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη σε εξωτερικούς κραδασμούς. Μέχρι πρόσφατα, η συνεργασία με τη Ρωσία λειτουργούσε ως σταθεροποιητικός παράγοντας: οι τιμές των καυσίμων παρέμεναν διαχειρίσιμες σε σχέση με τους μέσους μισθούς. Αυτό αρχίζει να αλλάζει σταδιακά.

Ωστόσο, η βαθύτερη κρίση δεν είναι στα πρατήρια βενζίνης – είναι στα σουπερμάρκετ, όπου υπάρχουν πολλές διαβαθμίσεις μεταξύ αυτών. Παράλληλα, η προσπάθεια στήριξης της ισοτιμίας της τουρκικής λίρας έχει οδηγήσει σε σημαντική εκροή συναλλαγματικών αποθεμάτων, επιβαρύνοντας περαιτέρω τη μακροοικονομική σταθερότητα. Παρά ταύτα, η κρίση που κυριαρχεί αποτυπώνεται στην τσέπη του μέσου τούρκου οικογενειάρχη, όπου το κόστος ζωής, ιδίως στις μεγαλουπόλεις, καταγράφεται δυσβάστακτο, ιδιαίτερα σε είδη πρώτης ανάγκης, όπως το κρέας ή τα πουλερικά, τα οποία αρχίζουν να αποτελούν είδος πολυτελείας.

Η Φατμά, 26 ετών, φοιτήτρια και μητέρα δυο παιδιών από το Εσκίσεχιρ, αποτυπώνει την πραγματικότητα σε μια συζήτησή μας στο μπακάλικο της γειτονιάς: «Στο σουπερμάρκετ τώρα κοιτάω πρώτα την τιμή και μετά το προϊόν. Πριν από λίγα χρόνια ήταν διαφορετικά και ανησυχώ πραγματικά».

Στην καθημερινότητα, οι τιμές ενέργειας και κυρίως των καυσίμων αρχίζουν να απασχολούν έντονα τους τούρκους πολίτες. Σύμφωνα με τις τελευταίες στατιστικές της εταιρείας ASAL για τον πληθωρισμό και την οικονομία, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι περίπου το 58,2% των συμμετεχόντων ανέφερε την οικονομία ως το μεγαλύτερο πρόβλημά τους.

Συνδυαστικά, ο ανεπίσημος πληθωρισμός και η αύξηση του κόστους ζωής διαμορφώνουν ένα ιδιαίτερα επιβαρυμένο οικονομικό περιβάλλον. Ενδεικτικά, πριν από πέντε χρόνια η ισοτιμία του ευρώ με την τουρκική λίρα βρισκόταν περίπου στο 1 προς 8, ενώ σήμερα προσεγγίζει το 1 προς 52, με το χαρτονόμισμα των 200 λιρών να αντιστοιχεί πλέον σε αξία μικρότερη των τεσσάρων ευρώ.

Πέρα από τους πολιτικούς και τους αναλυτές, η πιο καθοριστική παράμετρος παραμένει η στάση της τουρκικής κοινής γνώμης. Η κατάσταση της οικονομίας μπορεί να ερμηνευτεί και βάσει των τελευταίων νέων στοιχείων που δημοσίευσε η Τουρκική Στατιστική Υπηρεσία (TÜİK) για τον πληθωρισμό του Φεβρουαρίου 2026. Ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ) αυξήθηκε κατά 31,53% σε ετήσια βάση και 2,96% σε μηνιαία βάση. Η μεταβολή του (ΔΤΚ) τον Φεβρουάριο του 2026 ήταν 2,96% σε σύγκριση με τον προηγούμενο μήνα.

Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία τα οποία επικαλείται το Bloomberg, η Αγκυρα, προκειμένου να συγκρατήσει τη λίρα στον έναν μήνα πολέμου, δαπάνησε περίπου 30 δισ. δολάρια. Πιο συγκεκριμένα, από την έναρξη του πολέμου η τουρκική κεντρική τράπεζα έχει χρησιμοποιήσει ιλιγγιώδη ποσά σε δολάρια από τα αποθέματά της, συμπεριλαμβανομένων πωλήσεων χρυσού και πράξεων ανταλλαγής (swaps), για να προστατεύσει τη λίρα, όπως υπογραμμίζει η οικονομολόγος Ιρις Τσιμπρέ, σημειώνοντας πως «όταν τελειώσει ο πόλεμος, θα τελειώσουν και οι πόνοι της παγκόσμιας αλλαγής (ή όχι;)».

Η διάσταση του Κουρδικού

Η αστάθεια στη Μέση Ανατολή δεν είναι για την Αγκυρα μόνο οικονομικό ζήτημα αλλά συνδέεται άμεσα με το κουρδικό ζήτημα, ένα από τα πλέον ευαίσθητα πεδία της τουρκικής εσωτερικής πολιτικής. Μια αποδυνάμωση ή κατάρρευση του ιρανικού κράτους θα μπορούσε να ενισχύσει κουρδικές ομάδες στην ευρύτερη περιοχή, δημιουργώντας νέες προκλήσεις για την Αγκυρα, όπως παρουσιάζει και ο αναλυτής Γκεντς Σανίτς, λέγοντας ότι «στο Ιράν προέκυψε η ιδέα ότι μια πιθανή κουρδική στρατιωτική παρουσία θα ήταν η αρχή της διάλυσης του Ιράν, και αυτό θεωρήθηκε μια πολύ επικίνδυνη ιδέα».

Γι’ αυτό η Τουρκία δεν επιθυμεί την πλήρη κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος, αλλά μάλλον μια ελεγχόμενη κατάσταση που θα περιορίζει τις αποσχιστικές δυναμικές.

Το ενδιαφέρον αυτό επιβεβαιώθηκε και στην πράξη: σύμφωνα με ανακοίνωση της τουρκικής προεδρίας, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Νετσιρβάν Μπαρζανί, εκφράζοντας τη λύπη του για την επίθεση που σημειώθηκε στην κατοικία του τελευταίου στο Ιρακινό Κουρδιστάν, στέλνοντας ένα μήνυμα για τη σημασία που αποδίδει η Τουρκία στη σταθερότητα της γειτονίας.

Διαδηλώσεις και ανησυχία

Σε κοινωνικό επίπεδο, η κρίση έχει εντείνει το κλίμα ανησυχίας και πολιτικής πόλωσης. Στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης, από τις κεντρικές πλατείες έως τις μικρές γειτονιές, διαδηλώσεις και πορείες με τίτλους «Εγκληματία Ισραήλ» γίνονται ολοένα και πιο συχνές. Αυτές δεν εκφράζουν μόνο αλληλεγγύη, αλλά αντικατοπτρίζουν ένα βαθύτερο κλίμα ανασφάλειας.

Η στάση του «επιτήδειου ουδέτερου»

Είναι κοινώς αποδεκτό ότι η Τουρκία παίζει ένα δύσκολο παιχνίδι υιοθετώντας τη στάση του «επιτήδειου ουδέτερου» και στοχεύει σε έναν ρόλο διαμεσολαβητή με στόχο την αποκλιμάκωση της κρίσης.

Στο πρόσφατο ταξίδι του Ισλαμαμπάντ, ο υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν επιχείρησε με την Αίγυπτο και τη Σαουδική Αραβία και προφανώς το Πακιστάν την αναζήτηση μιας κοινής φόρμουλας για τον τερματισμό του πολέμου.

Ομως, η στρατηγική έχει και τα όριά της. Απόδειξη των ανωτέρω συνιστά ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε η Αγκυρα την τέταρτη αντιβαλλιστική πυραυλική επίθεση αποφεύγοντας οποιαδήποτε άμεση καταδίκη.

Από την πλευρά του, το τουρκικό υπουργείο Αμυνας ήταν ξεκάθαρο: «Λαμβάνονται με αποφασιστικότητα και χωρίς δισταγμό όλα τα απαραίτητα μέτρα για την αντιμετώπιση οποιασδήποτε απειλής κατά του εδάφους και του εναέριου χώρου της χώρας», ενισχύοντας το μήνυμα αποτροπής. Με την Τεχεράνη να αρνείται την ευθύνη για το συγκεκριμένο περιστατικό, επιτείνοντας την αβεβαιότητα γύρω από τα πραγματικά δεδομένα και καθιστώντας τη διαχείριση της κρίσης ακόμη πιο σύνθετη.

Και αυτό είναι ακριβώς το ερώτημα που κυριαρχεί στα τηλεοπτικά πάνελ της γείτονος: μήπως η ίδια η Τουρκία έχει καταστεί στόχος εξαιτίας της αμφίδρομης στάσης που διατηρεί απέναντι και στις δύο πλευρές;

Αν η κρίση στο Ιράν βαθύνει, η Τουρκία κινδυνεύει να χάσει ακριβώς αυτό που επιδιώκει: τον ρόλο του αναγκαίου μεσάζοντα. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα ανταγωνιστικά περιφερικά σχήματα να την παρακάμψουν.

Η τριπλή πίεση – λίρα, σύνορα, δρόμοι – δοκιμάζει τα όρια της τουρκικής στρατηγικής ευελιξίας. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν η Αγκυρα μπορεί να αντέξει, αλλά αν οι επιλογές της θα οδηγήσουν σε σταθερότητα ή σε βαθύτερη κρίση.