«Είμαστε μηδενιστικές σκέψεις που εγείρονται μέσα στο κεφάλι του Θεού»
Φραντς Κάφκα
Λιγότερο χριστιανός και συγχρόνως περισσότερο χριστιανός από τον χριστιανό, ά-πιστος αλλά με ένα «άλφα» στερητικό που επαναπατρίζει την πίστη στον αέρα της αμφιβολίας, «ερευνητής» με τον τρόπο μου, σαν τον Θωμά, άκουσα κι εφέτος το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, στην Πρώτη Ανάσταση με τα χαμομηλάκια και τις δάφνες στα μαρμάρινα δάπεδα του ναού, το: «Ανάστα, ο Θεός» των «Ψαλμών» του Δαυίδ, που με παραξένεψε, όπως μικρό παιδί στην Αγία Κυριακή στη Μύκονο.
«Και καλά», σκεφτόμουν, «ο Χριστός ανέστη, αλλά και ο Θεός; Πεθαίνει ο Θεός;». Πολύ αργότερα, όταν κατάλαβα τη λειτουργική αρχιτεκτονική του εγκεφάλου από τη νευροφυσιολογία και διάβασα στον Σιοράν πως «ο κακός Θεός είναι ο πιο χρήσιμος που υπάρχει», αλλά και λόγω του ότι δεν περίμενα να μάθω από τον Νίτσε πως ο Θεός έχει πεθάνει, διότι το έβλεπα στην αδικία και τους πολέμους των ανθρώπων, επωμίστηκα τις λέξεις, μια που ο Θεός δεν μιλά.
Και επειδή οι λέξεις δηλώνουν απουσία, κατάλαβα πως ο Θεός μόνον ως τέκνο της λέξης «Θεός» υπάρχει, αφού, όπως έλεγε ο Μάιστερ Εκχαρτ: «Ο Θεός γίνεται όταν τα πλάσματα λέγουν Θεός».
Εννόησα τέλος, πως όταν οι λέξεις εξεγείρονται, τότε αν δεν γράψεις ποίηση, ή θα τρελαθείς ή θα πιστέψεις.
Και επειδή η ποίηση γράφεται αλλά – όπως η προσευχή – επιστρέφει στον ίδιο της τον εαυτό, θεώνοντας αλλά και ταυτόχρονα ταπεινώνοντας τόσο τον ποιητή όσο και τον πιστό, βάζοντάς τους στη θέση ενός Θεού που δεν υπάρχει, τότε η Εκκλησία (ή το τετράδιο του ποιητή) καθίσταται εκτός από τόπος λατρείας και τόπος αμφιβολίας.
Στην Εκκλησία αποδώσαμε στον Θεό τα καθήκοντα του Πατέρα ώστε να μας βολεύει και ο ρόλος του ασώτου υιού.
Στον εκκλησιασμό, εκείνου του «Εν Εκκλησίαις ευλογείτε τον Θεό», που βλέπω περνώντας από την Αγία Ειρήνη, καταφύγαμε λιγότερο από πίστη και περισσότερο από προκατάληψη ή φόβο θανάτου.
Στην Εκκλησία όμως, από τον Τσαρούχη με αρχιερατικό ένδυμα, που έψελνε το τροπάριο της Κασσιανής και άκουγε Μπέλλου, φτάσαμε στους εναπομείναντες γραφικούς νεορθόδοξους ή σ’ εκείνους τους απαραίτητους «πνευματικούς» – κι όχι μόνο για τις πολιτικές φιλοδοξίες της Καρυστιανού – με τα κατ’ οίκον ευχέλαια και τα φυλαχτά μιας δεισιδαίμονος ήττας από τον έρωτα και τη ζωή.
Και ιδού η μετάλλαξη της ζωτικότητας των επιθυμιών μας σε ηλιθιότητα ή πένθος και με την παρεπόμενη «εργασία» του. Δηλαδή, ως επί το πλείστον, την αλεξιθάνατο πολιτική ως επάγγελμα (πάντα με το αζημίωτο).
Αυτήν την Εκκλησία όμως του εκκλησιασμού και όχι της αισθητικής μας προαίρεσης, του «άπτου» μάλλον παρά του «μη», μπροστά στη Μαγδαληνή της τέχνης μου, περιγράφει καλύτερα από μένα ένας μεγάλος άγγλος ποιητής.
Ο Φίλιπ Λάρκιν κλείνει το ποίημα που ακολουθεί με το εξής:
«Ο σοβαρός οίκος πάνω σε χώμα σοβαρό,
που στον συγκερασμένο του αέρα σμίγουν όλοι οι πειθαναγκασμοί μας».
Βέβαια ο Λάρκιν δεν χρειάστηκε να με διευκολύνει στο να ξεχωρίσω «πειθαναγκασμό» από «πράξη πίστεως», δεν αναφέρθηκε δηλαδή στη στοιχειώδη διάκριση που εξουδετερώνει τα πάντα, σ’ εκείνο το «διάφανο φύλλο» του Τζόις μεταξύ γλώσσας και τρέλας.
Δεν χρειάστηκε προφανώς να το κάνει. Ολόκληρο το σπουδαίο ποίημα του«Church going» (Εκκλησιασμός) με τη δαιμόνια πλοκή μεταξύ πίστης και απιστίας – άρα, τη χρονίζουσα αμφιβολία του – μου έδωσε εν τω συνόλω την απάντηση.
Αντιγράφω από την ωραία έκδοση της Περισπωμένης σε μετάφραση του Αντώνη Ζέρβα τις πρώτες και τις τελευταίες αράδες.
Εκκλησιασμός
«Σαν βεβαιώθηκα ότι κανείς δεν είναι μέσα,
Μπαίνω, αφήνοντας τη θύρα να βροντήσει.
Αλλη μια εκκλησία: στρωμένες ψάθες, στασίδια, πέτρα,
Και συνόψεις· παντού λουλούδια χάμω, κομμένα
Για την Κυριακή, έχουν πανιάσει τώρα· μπρούντζα και σκεύη
Πάνω στην άκρη του ιερού· το μικρό όργανο καλοφτιαγμένο
Και μια βαριά, κλεισούρας, ακαταφρόνητη σιωπή,
Ενας Θεός ξέρει τι βράσεις θα ‘χει πάρει. Ξέσκεπος, σκύβω
Για να βγάλω τα ποδηλατικά μου ψέλια μ’ αδέξια μετάνοια
(…)
Προχωράω, φέρνω το χέρι μου στην κολυμπήθρα γύρω γύρω.
Από ‘δώ που στέκω, ο θόλος δείχνει σάματι καινούργιος —
Καθαρισμένος ή αναπαλαιωμένος; Κάποιος θα ξέρει: πάντως όχι εγώ.
Επάνω στο ψαλτήρι, διαβάζω με προσοχή κάτι
Μακρόσυρτους απειληφόρους στίχους
(…)
Τι θα τις κάνουμε τις εκκλησίες, λες να κρατήσουμε
Κάμποσους
Αφήνοντας τ’ άλλα ανοίκιαστα στα πρόβατα και τη βροχή,
Λες να τις αποφεύγουμε σαν τόπους γρουσουζιάς;
Ή μήπως θά ‘ρχονται σαν πέφτει το σκοτάδι,
Περίεργες γυναίκες για να βάλουν τα παιδιά τους
Ν’ αγγίξουν μιαν ορισμένη πέτρα, να μάσουν βότανα για τον καρκίνο,
Ή την αναγγελμένη νύχτα να ιδούν πού περπατάει κάποιος πεθαμένος;
Μια δύναμη έτσι κι αλλιώς θα γίνεται πάντα αισθητή
Στα παίγνια, στους γρίφους που θ’ αποδίδεται στην τύχη·
Μα η δεισιδαιμονία, όπως και η πίστη, πρέπει να πεθάνει,
Και τι απομένει σαν φύγει και η απιστία;
Χόρτο Μουσκλιασμένες πλάκες, βάτοι, αντερείσματα, ουρανός
(…)
Απληροφόρητος, βαριεστημένος, ξέροντας
Πως έχει πια σκορπίσει ο πνευματικός πηλός,
Κι όμως τραβάει προς αυτή τη συμβολή της γης
Μέσ’ απ’ την αγριμιά των προαστείων γιατί αδιάχυτο
Κράτησε τόσους καιρούς και τόσο ήρεμα
Ο,τι από τότε βρίσκεται μονάχα στον γάμο-χωρισμό,
Στη γέννηση, στον θάνατο και σ’ ό,τι σκεπτόμαστε πάνω σ’ αυτά —
Για τα οποία χτίστηκε το ειδικό ετούτο κέλυφος;
Γιατί, αν και δεν ξέρω διόλου τι αξίζει ετούτο
Το αλλόκοτο και μουχλιασμένο αμπάρι, μ’ αρέσει να κάθομαι σιωπηλός εδώ·
Είναι ένας οίκος σοβαρός πάνω σε χώμα σοβαρό,
Που στον συγκερασμένο του αέρα σμίγουν όλοι οι πειθαναγκασμοί μας,
Αναγνωρίζονται κι έχουν το ρούχο των μοιρών.
Κι αυτό ποτέ δεν θα παλιώσει, μιας και πάντοτε
Θα αιφνιδιάζεται κανείς από μια πείνα μέσα του
Να γίνει σοβαρότερος και θα συνέλκεται
Απ’ αυτό το χώμα που, καθώς άκουσε να λένε κάποτε,
Ητανε πρόσφορο για να σε κάμει γνωστικό,
Κι ας είναι μόνο επειδή τόσοι νεκροί κείτονται ένα γύρω.



