Η ιδέα της απαγόρευσης των social media έρχεται ως απάντηση σε μια πραγματική αγωνία: την επιδείνωση της ψυχικής υγείας των παιδιών, τον διαδικτυακό εκφοβισμό, τον εθισμό στις οθόνες, την έκθεση σε βίαιο ή σεξουαλικό περιεχόμενο. Στην επιφάνεια, η απαγόρευση μοιάζει αυτονόητη, σχεδόν αυταπόδεικτη. Σε βάθος, όμως, πρόκειται για ένα μέτρο που περισσότερο δείχνει πολιτική αμηχανία παρά επιλύει κοινωνικά προβλήματα.
Κι αυτό γιατί κάθε φορά που ένα κοινωνικό πρόβλημα ξεπερνά σε πολυπλοκότητα τις εύκολες απαντήσεις, η πολιτική εξουσία τείνει να αναζητά λύσεις-σύμβολα. Η απαγόρευση των social media στους ανηλίκους λειτουργεί ακριβώς έτσι: δίνει την εικόνα ενός κράτους που «παρεμβαίνει», που «βάζει όρια», που «προστατεύει». Στην πραγματικότητα, όμως, καλύπτει ένα βαθύτερο κενό: Την απουσία συνεκτικής πολιτικής για την ψηφιακή παιδεία, την ψυχική υγεία των εφήβων, τη στήριξη της οικογένειας και του σχολείου.
Η απαγόρευση είναι πολιτικά ελκυστική επειδή είναι απλή στην επικοινωνία της. Δεν απαιτεί μακρόπνοες επενδύσεις, δεν συγκρούεται με κατεστημένες αντιλήψεις στην εκπαίδευση, δεν αλλάζει δομές. Μεταθέτει την ευθύνη από το κοινωνικό σύστημα στην τεχνολογία. Δεν λέει «αποτύχαμε να μάθουμε στα παιδιά πώς να ζουν στο διαδίκτυο» στην εποχή της κυριαρχίας του οποίου γεννήθηκαν. Λέει «κλείνουμε ένα μεγάλο μέρος του διαδικτύου για τα παιδιά». Το κάνουμε άβατο και «ααπαγορευμένο κήπο».
Το τεχνολογικό όριο της απαγόρευσης
Η πολιτική βεβαιότητα συντρίβεται, όμως, πάνω στο τεχνικό όριο. Διότι όσο αυστηρός κι αν είναι ένας νόμος, όσο φιλόδοξο κι αν είναι ένα σύστημα ελέγχου ηλικίας, η καθολική αποτροπή της πρόσβασης στα social media είναι πρακτικά ανέφικτη. Οι πλατφόρμες μπορούν να επιβάλουν ελέγχους, τα κράτη μπορούν να απαιτήσουν ταυτοποιήσεις, οι πάροχοι να μπλοκάρουν πρόσβαση. Όμως όλα αυτά παρακάμπτονται με απλά, φθηνά και ευρέως γνωστά, ακόμη και στα παιδιά, μέσα. Κι αν δεν τους είναι γνωστά θα τα μάθουν από το ChatGPT. Ή μήπως θα απαγορευτεί και αυτό;
Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι για να επιτευχθεί μια απαγόρευση με πραγματική ισχύ, θα απαιτούνταν ένα πρωτοφανές σύστημα ψηφιακής επιτήρησης, με μαζική διαχείριση προσωπικών και βιομετρικών δεδομένων ανηλίκων. Ένα τέτοιο σύστημα δεν αποτελεί απλώς τεχνολογικό εργαλείο· αποτελεί πολιτική επιλογή με βαριές συνέπειες για τα δικαιώματα, την ιδιωτικότητα και την ίδια τη δημοκρατική κουλτούρα.
Όταν η απαγόρευση γίνεται μηχανισμός υπόγειας κοινωνικοποίησης
Η ιστορία δείχνει ότι οι απαγορεύσεις σπάνια εξαλείφουν τις συμπεριφορές στις οποίες στοχεύουν. Συνήθως τις μετακινούν στο σκοτάδι. Το ίδιο μοτίβο είναι πιθανό να επαναληφθεί και στα social media. Ένας έφηβος που δεν μπορεί να μπει στο
Instagram ή στο TikTok από το κινητό του, δεν παύει αυτόματα να αναζητά κοινωνική αναγνώριση, επικοινωνία, ένταξη. Απλώς θα τη μεταφέρει σε λιγότερο ορατά -και λιγότερο ασφαλή!- ψηφιακά περιβάλλοντα.
Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο παράδοξο της απαγόρευσης: ενώ φιλοδοξεί να μειώσει τον κίνδυνο, ενδέχεται να τον αυξήσει για το πιο ευάλωτο κομμάτι των παιδιών, σπρώχνοντάς τα σε κλειστά chats, ανώνυμες πλατφόρμες, σκοτεινά φόρουμ, ακόμη και σε διαδρομές του dark web, όπου η προστασία είναι ανύπαρκτη.
Ο νέος ψηφιακός πατερναλισμός
Η γενικευμένη απαγόρευση, ωστόσο, δεν είναι μόνο τεχνικό και κοινωνικό ζήτημα. Είναι και βαθιά πολιτικό. Εισάγει έναν νέο τύπο πατερναλισμού, αυτή τη φορά ψηφιακό. Το κράτος δεν εμπιστεύεται τη δυνατότητα της κοινωνίας να διαχειριστεί την τεχνολογία, δεν επενδύει στην ωρίμανση, αλλά επιλέγει τον αποκλεισμό. Αντί να εκπαιδεύει, απαγορεύει. Αντί να ενισχύει την ανθεκτικότητα των παιδιών, επιχειρεί να τα απομονώσει από τον ίδιο τον κόσμο στον οποίο θα κληθούν να ζήσουν ως ενήλικες.
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν τα social media είναι (και) επικίνδυνα. Είναι! Το ερώτημα είναι αν η δημοκρατία του 21ου αιώνα μπορεί να στηριχθεί σε πολιτικές που αντιμετωπίζουν την τεχνολογία όχι ως πεδίο εκπαίδευσης και πολιτισμού, αλλά ως απειλή που πρέπει να κρυφτεί.
Το πραγματικό δίλημμα
Η απαγόρευση των social media στους ανηλίκους δεν είναι ουδέτερη επιλογή. Είναι μια επιλογή που μετατοπίζει το βάρος από την παιδεία στον έλεγχο, από την πρόληψη στην καταστολή, από την κοινωνική πολιτική στην τεχνική φίμωση. Προσφέρει πολιτικό χρόνο, αλλά δεν λύνει το πρόβλημα. Δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι το κράτος μπορεί να ρυθμίσει την ψηφιακή πραγματικότητα με τους ίδιους όρους που ρυθμίζει έναν φυσικό χώρο.
Το πραγματικό στοίχημα δεν είναι να κλείσει το διαδίκτυο για τους ανηλίκους. Είναι να ανοίξει το σχολείο, η οικογένεια και η κοινωνία στον κόσμο στον οποίο ήδη ζουν τα παιδιά. Και αυτό είναι ένα στοίχημα πολύ πιο δύσκολο – αλλά και πολύ πιο ουσιαστικό






