Τελικά η υπόθεση που αφορά τις παράνομες επιδοτήσεις από τον Ελληνικό Οργανισμό (τον λεγόμενο ΟΠΕΚΕΠΕ) σίγουρα συνιστούσε «ένα καθετοποιημένο σύστημα διαφθοράς», όπου συμμετείχαν ενδεχόμενα και ανώτερα πολιτικά πρόσωπα (κυβερνητικοί Βουλευτές και Υπουργοί) και μεσαία στελέχη του κρατικού μηχανισμού και απλοί ψηφοφόροι των οποίων το αξιακό σύστημα , δυστυχώς, δεν άλλαξε καθόλου (ούτε μετά από τα δύσκολα χρόνια της οικονομικής κρίσης την οποία πέρασε η χώρα μας).

Και με ποιο τρόπο λειτουργούσε το ανωτέρω «κύκλωμα»;

Μέσα λ.χ. από τη διάπραξη του εγκλήματος της απάτης σχετικά με τις επιχορηγήσεις σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης .
Κατ’ αυτόν τον τρόπο -για να αναφέρω ένα παράδειγμα- διενεργούνταν αβάσιμες δηλώσεις γεωργικών εκτάσεων ή διπλές και τριπλές καταμετρήσεις κοπαδιών (σε τέτοιο σημείο μάλιστα, ώστε η Κρήτη να έχει συνολικά 7.000.000 εκατομμύρια αιγοπρόβατα)!

Και βεβαίως οι Υπουργοί ή οι κυβερνητικοί Βουλευτές οι οποίοι μεσολαβούσαν αποδέχονταν και παρουσίαζαν ως αληθινές τέτοιες εξόφθαλμα ανακριβείς δηλώσεις .

Και όλα αυτά για να λαμβάνουν παράνομα τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις.

Και αυτό το φαινόμενο με την αξιόποινη κατασπατάληση του «ευρωπαϊκού χρήματος» είχε εντοπιστεί ότι συνέβαινε και επί άλλων κυβερνήσεων και όλοι ανακαλούν στη μνήμη τους τις γνωστές δηλώσεις του αποθανόντος πρώην Υπουργού κ. Πάγκαλου.

Ωστόσο, αυτό το οποίο προκαλεί έκπληξη σήμερα είναι η απίστευτη έκταση του φαινομένου. Συγκεκριμένα για ένδεκα (11) Βουλευτές της ΝΔ ζητείται η άρση της ασυλίας για να διερευνηθεί η ενδεχόμενη ποινική τους ευθύνη για κακουργήματα και πλημμελήματα και για δύο Υπουργούς ζητείται η ενεργοποίηση του άρθρου 86 του Συντάγματος, ώστε να διενεργηθεί από τη Βουλή προκαταρτική εξέταση!

Βεβαίως για όλους αυτούς ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας το οποίο καθιερώνεται από το άρθρο 71 του ΚΠΔ και αυτό σημαίνει ότι όλα τα παραπάνω πρόσωπα είναι απαραίτητο να έχουν τη δικονομική μεταχείριση ενός «αθώου» , αφού οι Έλληνες ευρωπαίοι Εισαγγελείς διενεργούν επί του παρόντος προκαταρκτική εξέταση για να διαπιστωθεί εάν είναι αναγκαίο να κινηθεί εναντίον τους η ποινική δίωξη.

Και όλο το εκτεταμένο τούτο φαινόμενο της διαφθοράς (αν τελικά επιβεβαιωθεί αμετάκλητα η ποινική ευθύνη των παραπάνω προσώπων) δεν θα είχε καν ανιχνευθεί, εάν δεν είχε ενεργοποιηθεί η επίμαχη έρευνα από τον «δαιμονοποιημένο» στην Ελλάδα θεσμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Η λανθασμένη «δαιμονοποίηση» του θεσμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Γιατί διενεργώ αυτή την αναφορά;

Γιατί υπάρχει η εσφαλμένη αντίληψη σε πολλούς πολίτες (αλλά και στα κόμματα), ότι ο θεσμός της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας εκφράζει μια «εξωγενή οντότητα» η οποία έχει ως αποστολή να υποκαταστήσει τις εγχώριες εισαγγελικές αρχές ( υποκλέπτοντας τη λειτουργική τους εξουσία, ως ένας οιονεί «κατακτητής»).

Όμως, μια τέτοια παραδοχή είναι εντελώς παράδοξη. Γιατί;

Γιατί στο θεσμό αυτό συμμετέχει και η Ελλάδα με τους (Έλληνες) Ευρωπαίους Εντεταλμένους Εισαγγελείς οι οποίοι προτείνονται από τα κράτη- μέλη.
Και την προκαταρκτική εξέταση για το ανωτέρω φαινόμενο της κατασπατάλησης του ευρωπαϊκού χρήματος τη διενεργεί ακριβώς το «ελληνικό γραφείο» της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ενεργοποιείται (από άποψη αρμοδιότητας) μόνο στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες διαπράττονται αξιόποινες πράξεις κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ας μην γίνονται λοιπόν «εσφαλμένες ενοχοποιήσεις» οι οποίες δεν οδηγούν πουθενά.

Επιπλέον, υπάρχει και ένα περαιτέρω σοβαρό ζήτημα. Δηλαδή:

Από πότε ακριβώς γνώριζε ο πρωθυπουργός ότι είχε ενεργοποιηθεί ένα τέτοιο καθετοποιημένο σύστημα παράνομων αγροτικών ενισχύσεων;

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο είναι απαραίτητο να αναφέρουμε το ακόλουθο μέγεθος: Η ενδεχόμενη εμπλοκή Υπουργών και Βουλευτών σε αυτή την υπόθεση διαφθοράς, αποκαλύφθηκε σε αρκετές περιπτώσεις- από το 2022 και ύστερα- από τις νόμιμες άρσεις του απορρήτου των επικοινωνιών πολλών στελεχών του ανωτέρου Οργανισμού τα οποία έρχονταν σε τηλεφωνική επικοινωνία με τους Υπουργούς ή τα άλλα στελέχη της Κυβέρνησης, ώστε τελικά «το ευρωπαϊκό χρήμα να διοχετεύεται παράνομα προς την επιθυμητή κατεύθυνση».

Και είναι γνωστό, ότι με τον πρόσφατο ν. 5002/2022 η «νόμιμη παρακολούθηση» των τηλεφώνων ορισμένων προσώπων είναι δυνατό να διενεργηθεί μόνο με αιτιολογημένο Βούλευμα του αρμόδιου Δικαστικού Συμβουλίου .

Ας υποθέσουμε , λοιπόν, ότι κατόπιν αιτήματος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας παρακολουθούνταν νόμιμα οι συνομιλίες τις οποίες διεξήγαγαν κάποια στελέχη του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Και ας υποθέσουμε επίσης, ότι τυχαία είχαν αποκαλυφθεί και οι συνομιλίες τις οποίες είχαν τα στελέχη τούτα με ένα Υπουργό, χωρίς να παρακολουθείται άμεσα ο ίδιος ο Υπουργός (τυχαίο δικονομικό εύρημα).

Ωστόσο, κανείς δεν γνωρίζει, εάν σε ένα μεταγενέστερο στάδιο, η ίδια η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν είχε ζητήσει και την άρση του τηλεφωνικού απορρήτου κάποιων Υπουργών.

Όμως για να αρθεί το απόρρητο της επικοινωνίας των Υπουργών απαιτείται πλέον η υποβολή αιτήματος από τις Μυστικές Υπηρεσίες και η συναίνεση του Προέδρου της Βουλής.

Γιατί κάνω αυτή την αναφορά ;

Γιατί μου φαίνεται πολύ δύσκολο ο Πρωθυπουργός να μην είχε ενημερωθεί έγκαιρα – με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο- για την υπόθεση τούτη των παράνομων αγροτικών ενισχύσεων και υπό την έννοια αυτή η πολιτική του ευθύνη είναι αναμφισβήτητη και μεγάλη κατά την αξιολογική μου κρίση.
Τέλος, υπάρχει και ένα πιο νευραλγικό ζήτημα. Δηλαδή:

Ποια είναι η λύση σε όλα αυτά ;

Η λύση δεν είναι ο ανασχηματισμός που έκανε ο Πρωθυπουργός , αλλά η άρση της ασυλίας των Βουλευτών , όπως ακριβώς ζητεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία .

Τι εννοώ;

Θα ήταν κακό μέγεθος να δυσφημιστεί για μια ακόμη φορά η χώρα μας, ότι παρεμπόδισε την ποινική έρευνα για εγκλήματα τα οποία αφορούν τα οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Υπό την έννοια αυτή , εάν θέλει η σημερινή κυβερνητική πλειοψηφία (και ο Πρωθυπουργός) να αποφύγουν κάτι τέτοιο , είναι απαραίτητο να συναινέσουν στην άρση της ασυλίας των ένδεκα Βουλευτών , σύμφωνα με το άρθρο 62 του Συντάγματος.

Θα το κάνουν;

Δεν το γνωρίζω, αλλά σίγουρα ο ανασχηματισμός που έγινε δεν ήταν η απάντηση σε αυτό το πρόβλημα.

Και βεβαίως είναι αναγκαίο να σημειώσω, ότι η Βουλή σπανίως είχε συναινέσει στο παρελθόν στην άρση της ασυλίας των Βουλευτών στο πλαίσιο μιας «κακώς εννοούμενης συναδελφικής αλληλεγγύης» (πράγμα το οποίο είχε οδηγήσει και σε καταδίκες της χώρας μας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων).

Πρόσφατα , μάλιστα, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο είχε δεχθεί ότι η ασυλία του Βουλευτή έχει ένα εντελώς εξαιρετικό χαρακτήρα και δεν θα πρέπει να οδηγεί στην αποδυνάμωση της καταπολέμησης των εγκλημάτων (ΕΔΑΔ, Μπακογιάννη κατά Ελλάδας, απόφαση της 20ης Δεκεμβρίου του 2022).

Θα «σεβαστεί» αυτή τη νομολογική κατεύθυνση η σημερινή κυβερνητική πλειοψηφία (που αφορούσε και συγγενικό πρόσωπο του Πρωθυπουργού);

Ή θα ενδιαφερθούν μόνο για την «κυβερνητική συνοχή» και δεν θα συμφωνήσουν στην άρση της ασυλίας των ένδεκα Βουλευτών ή στη μη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης για τους δύο Υπουργούς (σύμφωνα με το άρθρο 86 του Συντάγματος);

Ενόψει των επερχόμενων εκλογών;

Ποιο είναι το συμπέρασμα από όλα αυτά;

Η υπόθεση των παράνομων αγροτικών ενισχύσεων από τον ΟΠΕΚΕΠΕ έδειξε καθαρά , ότι η πολύπλευρη κρίση που πέρασε η χώρα μας επί μια δεκαετία δεν άλλαξε καθόλου το αξιακό σύστημα των επαγγελματιών της πολιτικής.

Και η υπέρβαση αυτής της «παρακμιακής κατάστασης» θα επερχόταν προς το παρόν με την υποβοήθηση της ποινικής έρευνας την οποία διενεργεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

Δηλαδή με την άρση της ασυλίας των ένδεκα Βουλευτών ή με τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης για τους δύο Υπουργούς κατά το άρθρο 86 του Συντάγματος.

Διαφορετικά θα βυθιστούμε ακόμη περισσότερο ως χώρα στην ανυποληψία!

Ο Γρηγόρης Καλφέλης είναι Καθηγητής της Νομικής Σχολής στο ΑΠΘ