Η είσοδος της τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ) στο πεδίο της άμυνας δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη τεχνολογική καινοτομία. Αλλάζει σταδιακά τους όρους ισχύος, επαναπροσδιορίζει τη σχέση μεταξύ μεγάλων και μικρότερων κρατών και ανοίγει ένα παράθυρο μεγάλης ευκαιρίας για χώρες όπως η Ελλάδα. Παραδοσιακά, η ισχύς στον χώρο της άμυνας μετρούνταν κυρίως με αριθμούς: πόσα πλοία, πόσα αεροσκάφη, πόσα άρματα, πόσοι στρατιώτες. Σε αυτό το πεδίο, τα μεγάλα κράτη διέθεταν σχεδόν δομικό πλεονέκτημα, καθώς είχαν μεγαλύτερους προϋπολογισμούς, ισχυρότερη βιομηχανική βάση και μεγαλύτερο ανθρώπινο δυναμικό.
Ένα μικρότερο κράτος, όσο κι αν προσπαθούσε, δυσκολευόταν να καλύψει αυτό το χάσμα. Ωστόσο, η ΤΝ αλλάζει τους κανόνες. Η τεχνολογία μετατοπίζει το κέντρο βάρους από την ποσότητα στην ποιότητα: ποιότητα δεδομένων, ποιότητα λογισμικού, ταχύτητα ανάλυσης πληροφοριών και ταχύτητα λήψης αποφάσεων. Στον κόσμο που αναδύεται, δεν μετρά μόνο το πόσα μέσα διαθέτει κανείς, αλλά το πόσο έξυπνα, συντονισμένα και έγκαιρα μπορεί να τα αξιοποιήσει. Η ΤΝ επιτρέπει, για παράδειγμα, τη συγκέντρωση και επεξεργασία δεδομένων από πολλαπλές πηγές —ραντάρ, δορυφόρους, αισθητήρες, συστήματα επιτήρησης, πληροφορίες ανοικτών πηγών— και τα μετατρέπει σε μια ενιαία, δυναμική επιχειρησιακή εικόνα, προσφέροντας βαθιά κατανόηση του πεδίου των επιχειρήσεων και μειώνοντας δραστικά την αβεβαιότητα κατά τον σχεδιασμό και εκτέλεση αποστολών. Ειδικά για χώρες με σύνθετο γεωπολιτικό περιβάλλον, όπως η Ελλάδα, η ΤΝ μπορεί να ενισχύσει την ικανότητα πρόληψης, αποτροπής και ταχείας αντίδρασης. Η δυνατότητα ανάλυσης μεγάλου όγκου δεδομένων σε πραγματικό χρόνο, η αυτοματοποίηση επιχειρησιακών διαδικασιών, η προσομοίωση σεναρίων κρίσεων και η ανάπτυξη ανθεκτικών, ασφαλών συστημάτων ΤΝ μπορούν να μετατρέψουν τις υφιστάμενες προκλήσεις σε μοχλούς στρατηγικής αναβάθμισης.
Για να συμβεί αυτό, η Ελλάδα χρειάζεται συνεκτική εθνική στρατηγική για την ΤΝ στην άμυνα. Στρατηγική που να καθορίζει προτεραιότητες, χρονοδιάγραμμα, θεσμικό πλαίσιο και συνεργασίες. Το ζητούμενο δεν είναι να «αγοράσουμε ΤΝ» ως έτοιμο προϊόν, αλλά να χτίσουμε ικανότητες: να μπορούμε να αναπτύσσουμε, να προσαρμόζουμε, να αξιολογούμε και να ελέγχουμε οι ίδιοι τα συστήματα που χρησιμοποιούμε. Σε αυτή την κατεύθυνση, ο ρόλος του Ελληνικού Κέντρου Αμυντικής Καινοτομίας (ΕΛΚΑΚ), που ιδρύθηκε το 2024, μπορεί να είναι κομβικός, λειτουργώντας ως γέφυρα ανάμεσα στο κράτος, την έρευνα και τον ιδιωτικό τομέα, ενεργοποιώντας ένα οικοσύστημα καινοτομίας γύρω από εφαρμογές ΤΝ με αμυντικό ενδιαφέρον.
Πρώτον, στα δεδομένα. Χωρίς αξιόπιστα, πλήρη και ακριβή δεδομένα, με συνέχεια και αντιπροσωπευτικότητα, τα μοντέλα ΤΝ δεν μπορούν να εκπαιδευτούν σωστά, ούτε να κάνουν ακριβείς προβλέψεις που να υποστηρίζουν ποιοτικές επιχειρησιακές αποφάσεις. Η ΤΝ, ωστόσο, μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά τόσο στον καθαρισμό και τον εμπλουτισμό των δεδομένων, όσο και στον έλεγχο της μεροληψίας και στην επαλήθευσή τους.
Δεύτερον, στις υποδομές. Για να είναι οι εφαρμογές της ΤΝ ανθεκτικές και λειτουργικές υπό πραγματικές συνθήκες, απαιτούνται σύγχρονα κέντρα δεδομένων και ολοκληρωμένες υποδομές: υπολογιστική ισχύς, δικτύωση και επικοινωνίες, ασφάλεια και κυβερνοασφάλεια, συλλογή και επεξεργασία δεδομένων, καθώς και αποκεντρωμένες πηγές ενέργειας. Σε αυτή την κατεύθυνση, σημαντικό βήμα αποτελεί η υλοποίηση του Εθνικού Υπερυπολογιστή «ΔΑΙΔΑΛΟΣ» και του Κέντρου Δεδομένων Λαυρίου, η οποία ξεκίνησε φέτος.
Τρίτον, στο λογισμικό και την εγχώρια ανάπτυξη εφαρμογών. Η Ελλάδα μπορεί να επικεντρωθεί σε εξειδικευμένες εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης που ανταποκρίνονται στις ανάγκες της, όπως συστήματα πληροφοριών, επιτήρησης και αναγνώρισης, αυτόνομα οχήματα/ συστήματα, αντι-drone συστήματα, κυβερνοασφάλεια, ηλεκτρονικός πόλεμος και βελτιστοποίηση αλυσίδων εφοδιασμού. Αυτό ανοίγει δρόμο συνεργασίας μεταξύ των Ενόπλων Δυνάμεων, ερευνητικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων.
Τέταρτον, στη διαλειτουργικότητα. Η προστιθέμενη αξία της ΤΝ δεν προκύπτει μόνο από μεμονωμένα «έξυπνα» συστήματα, αλλά από την ικανότητά τους να διασυνδέονται αποτελεσματικά.
Πέμπτον, στο ανθρώπινο δυναμικό υψηλής εξειδίκευσης. Η ΤΝ απαιτεί μηχανικούς πληροφορικής, αναλυτές δεδομένων, ειδικούς κυβερνοασφάλειας, καθώς και στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων που να κατανοούν τις δυνατότητές της. Η Ελλάδα διαθέτει επίσης σημαντικό απόθεμα κορυφαίων επιστημόνων που διαπρέπουν στο εξωτερικό. Το ζητούμενο είναι να υπάρξουν σημαντικά κίνητρα επιστροφής ή γέφυρες συνεργασίας με την ελληνική αμυντική κοινότητα, ώστε αυτή η γνώση να συνδεθεί με τις εθνικές προτεραιότητες ασφάλειας. Η επένδυση στην ΤΝ, όμως, δεν είναι μόνο τεχνολογικό ή οργανωτικό ζήτημα, αλλά και πολιτικό, θεσμικό και ηθικό. Τα συστήματα που βασίζονται σε αλγορίθμους μπορούν να πολλαπλασιάσουν την ισχύ, αλλά ενέχουν και κινδύνους: σφάλματα, μη ποιοτικά δεδομένα, υπερεξάρτηση από «μαύρα κουτιά» που δεν κατανοούν ούτε εκείνοι που τα χρησιμοποιούν. Είναι κρίσιμο να διασφαλιστεί ότι ο ανθρώπινος έλεγχος και η πολιτική λογοδοσία παραμένουν ο αδιαπέραστος πυρήνας κάθε διαδικασίας.
Η Ελλάδα, ως κράτος μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, έχει κάθε λόγο να πρωτοστατήσει σε μια συζήτηση για υπεύθυνη, διαφανή και δημοκρατικά ελεγχόμενη χρήση της ΤΝ στην άμυνα. Η τεχνητή νοημοσύνη είναι ένας από τους λίγους τομείς όπου ένα κράτος, ανεξάρτητα από το μέγεθός του, μπορεί με στρατηγικές και συνεπείς επενδύσεις να αναπτύξει ικανότητες που του προσδίδουν σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Αν η Ελλάδα αποφασίσει να επενδύσει συστηματικά στην ποιοτική υπεροχή γνώσης, πληροφορίας και ταχύτητας λήψης αποφάσεων, μπορεί να αναβαθμίσει ριζικά όχι μόνο το αποτύπωμά της στο αμυντικό πεδίο, αλλά και τη φωνή της στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας. Η πρόκληση είναι μεγάλη. Μεγαλύτερη όμως είναι η ευκαιρία.
*Ο Χρήστος Ταραντίλης είναι καθηγητής Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και Εταίρος της EY Ελλάδος (Ernst & Young)









