Η παγκόσμια οικονομία βιώνει μια δομική μετατόπιση που επαναπροσδιορίζει την έννοια της εργασίας, της δημιουργικότητας και της ανταγωνιστικότητας. Η τεχνητή νοημοσύνη (AI), και ειδικότερα η παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη (Generative AI), αποτελεί τον καταλύτη αυτής της αλλαγής. Ως χώρα, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι: είτε θα παρακολουθήσουμε τις εξελίξεις από μακριά, είτε θα γίνουμε συνδιαμορφωτές, αξιοποιώντας την τεχνολογία ως μοχλό για την αλλαγή του παραγωγικού μας μοντέλου. Η βασική πρόκληση της ελληνικής οικονομίας παραμένει διαχρονικά η χαμηλή παραγωγικότητα σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό και παγκόσμιο μέσο όρο. Στον ΣΕΒ, έχουμε επισημάνει επανειλημμένα πως η βελτίωση της παραγωγικότητας είναι μονόδρομος για την αύξηση της παραγόμενης αξίας και τη θωράκιση της οικονομίας και της κοινωνίας μας. Εδώ ακριβώς έρχεται η Generative AI να λειτουργήσει ως επιταχυντής. Διεθνείς αναλύσεις και δεδομένα δείχνουν ότι η τεχνολογία αυτή μπορεί να ξεκλειδώσει τεράστια αξία, επηρεάζοντας κατά μέσο όρο το 40% των εργασιακών ωρών στους διάφορους κλάδους. Οχι όμως στη λογική αντικατάστασης του ανθρώπου, αλλά κυρίως «επαύξησης» των δυνατοτήτων του.

Η ΑΙ μπορεί να απελευθερώσει χρόνο για δημιουργικότητα, κριτική σκέψη και σύνθετη επίλυση προβλημάτων. Η επίδραση της ΑΙ είναι οριζόντια. Στον τραπεζικό τομέα, η ΑΙ μεταμορφώνει την εξυπηρέτηση πελατών και τον εντοπισμό απάτης σε πραγματικό χρόνο. Στη βιομηχανία, η προληπτική συντήρηση και η βελτιστοποίηση της εφοδιαστικής αλυσίδας μειώνουν δραστικά το κόστος. Στον Δημόσιο Τομέα, βλέπουμε ήδη τα πρώτα δείγματα γραφής με ψηφιακούς βοηθούς που απλοποιούν τη γραφειοκρατία, προσφέροντας στον πολίτη ταχύτερες υπηρεσίες. Στην Ελλάδα, παρατηρούμε συνολικά ότι οι μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις εντείνουν τις προσπάθειες ενσωμάτωσης της ΑΙ στις διαδικασίες τους.

Βλέπουμε σημαντική κινητικότητα και αυξανόμενη κατανόηση σε κλάδους όπως οι τράπεζες, οι τηλεπικοινωνίες και η ενέργεια, και σταδιακή υιοθέτηση της ΑΙ στον πυρήνα των λειτουργιών. Σε όλο το φάσμα των επιχειρήσεων τα βασικά εμπόδια είναι η έλλειψη ξεκάθαρης στρατηγικής και KPIs, οι ανεπαρκείς ψηφιακές υποδομές και τα legacy συστήματα, η έλλειψη εξειδικευμένου ταλέντου και η περιορισμένη οργανωτική ωριμότητα και κουλτούρα εμπιστοσύνης σε νέα μοντέλα λήψης αποφάσεων. Παρά τα εμπόδια, η δυναμική υπάρχει. Εφόσον επενδύσουμε στο ταλέντο, ενισχύσουμε τις υποδομές και παρέχουμε στρατηγική καθοδήγηση, η ΑΙ μπορεί να γίνει ο καταλύτης που θα ενισχύσει ουσιαστικά την ανταγωνιστικότητα της χώρας. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, τις Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις.

Υπάρχει συχνά η λανθασμένη αντίληψη ότι η ΑΙ αφορά μόνο τους πολυεθνικούς κολοσσούς. Αντιθέτως, η τεχνητή νοημοσύνη δρα εξισωτικά, εκδημοκρατίζοντας την πρόσβαση στην τεχνολογία. Πλέον, μια μικρή ελληνική επιχείρηση στην περιφέρεια μπορεί σήμερα να αξιοποιήσει εργαλεία ΑΙ για να βελτιώσει το μάρκετινγκ, να αυτοματοποιήσει τις πωλήσεις της και να ανταγωνιστεί ισότιμα σε διεθνές επίπεδο. Ο ΣΕΒ στέκεται αρωγός σε αυτή τη μετάβαση, ενδυναμώνοντας τις επιχειρήσεις με εκπαιδευτικά προγράμματα, ανάδειξη πετυχημένων παραδειγμάτων και σύνδεση με το οικοσύστημα καινοτομίας. Για να πετύχει αυτή η μετάβαση, πρέπει πρώτα να αναμετρηθούμε με τα δικά μας αντανακλαστικά.

Η τεχνοφοβία είναι συχνά το μεγαλύτερο εμπόδιο. Η πρόκληση επομένως είναι κυρίως θέμα κουλτούρας, καθώς η τεχνολογία είναι ήδη εδώ. Οφείλουμε να εγκαταλείψουμε παρωχημένες πρακτικές και να αγκαλιάσουμε τη διά βίου μάθηση. Η επανεκπαίδευση (reskilling) και η αναβάθμιση δεξιοτήτων (upskilling) πρέπει να γίνουν εθνική προτεραιότητα. Δεν χρειαζόμαστε μόνο προγραμματιστές, αλλά στελέχη σε κάθε βαθμίδα που κατανοούν τη νέα πραγματικότητα και συνεργάζονται αποτελεσματικά με τις μηχανές.

Η Πολιτεία έχει αναγνωρίσει τη σημασία αυτής της συγκυρίας. Το «Σχέδιο για τη μετάβαση της Ελλάδας στην εποχή της ΤΝ» αποτελεί ένα σημαντικό ορόσημο που καλείται να απαντήσει σε συγκεκριμένους κεντρικούς στόχους όπως είναι η βελτίωση της αποδοτικότητας του δημόσιου τομέα, η αναβάθμιση της δημόσιας παιδείας και υγείας, η ανάπτυξη νέων εργαλείων πολιτικής προστασίας, η προστασία της δημοκρατίας και του δημόσιου διαλόγου από την παραπληροφόρηση, η ενίσχυση της εθνικής άμυνας και η περαιτέρω αύξηση της ελκυστικότητας της Ελλάδας ως επενδυτικού προορισμού.

Για την εξυπηρέτηση των στόχων αυτών, η Επιτροπή συνέστησε έξι εμβληματικά έργα, πολλά εκ των οποίων έχουν ήδη μπει σε τροχιά υλοποίησης (όπως η πρωτοβουλία «Pharos» και ο Υπερυπολογιστής «ΔΑΙΔΑΛΟΣ», καθώς και η κεντρική διαχείριση δεδομένων στον δημόσιο τομέα με τη δημιουργία νέας Ειδικής Γραμματείας Τεχνητής Νοημοσύνης και Διακυβέρνησης Δεδομένων), με τον δημόσιο τομέα να επιδεικνύει ηγετικό ρόλο και να υποδεικνύει το παράδειγμα και στον ιδιωτικό τομέα. Αυτές οι πρωτοβουλίες δημιουργούν μια ισχυρή βάση, αλλά προϋποθέτουν τη σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, επενδύσεις στην έρευνα και, κυρίως, εμπιστοσύνη στις δυνατότητες του ανθρώπινου δυναμικού μας για την επιτυχία του στοιχήματος της ΑΙ.

Η ΑΙ δεν είναι πανάκεια, είναι όμως το πιο ισχυρό εργαλείο που είχαμε ποτέ στα χέρια μας. Ως εκπρόσωποι της επιχειρηματικής κοινότητας και της τεχνολογίας, έχουμε την ευθύνη να οδηγήσουμε αυτόν τον μετασχηματισμό με τόλμη. Η Ελλάδα έχει το ταλέντο και τη στρατηγική. Αυτό που απαιτείται είναι η ταχύτητα στην εκτέλεση τη στιγμή που η ΑΙ μας επιτρέπει να κάνουμε ένα άλμα που θα φάνταζε αδιανόητο στο παρελθόν.