Πριν από λίγα χρόνια μόλις χρόνια, συζητούσαμε για το ψηφιακό μέλλον και για τις τεχνολογίες που φέρνει. Σήμερα, αυτό το μέλλον έχει γίνει παρόν. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν έρχεται, είναι εδώ. Βρίσκεται στο κινητό μας, στους αλγορίθμους που προβλέπουν τη ζήτηση προϊόντων, στο σύστημα που προτείνει τι θα δούμε στο streaming, στην εξυπηρέτηση πελατών, στη διαχείριση αποθήκης, στη διαφήμιση, στη διάγνωση ενός γιατρού, στην ασφάλεια μιας τράπεζας.

Η επιχειρηματικότητα λειτουργεί πλέον στον κόσμο της τεχνητής νοημοσύνης. Αυτή είναι η νέα πραγματικότητα, είτε μας αρέσει είτε όχι. Είναι καλύτερο να τη μάθουμε, να την κατανοήσουμε και να προσαρμοστούμε, παρά να τη φοβηθούμε ή –ακόμα χειρότερα– να προσποιηθούμε ότι δεν έχει αλλάξει κάτι.

Είναι αλήθεια ότι για πολλές επιχειρήσεις, ειδικά μικρομεσαίες, η ΑΙ μοιάζει τρομακτικό ή μακρινό. Κι όμως, είναι πιο κοντά από όσο νομίζουμε. Ένα σύστημα προγραμματισμού ραντεβού, μια πλατφόρμα τηλεφωνικής υποστήριξης, ένας αλγόριθμος που προβλέπει τι θα χρειαστεί μια επιχείρηση την επόμενη εβδομάδα – δεν ανήκουν στον χώρο της επιστημονικής φαντασίας. Είναι εργαλεία που ήδη χρησιμοποιούνται σε μικρά καταστήματα, συνεργεία, φαρμακεία, γραφεία, ξενοδοχεία, ψητοπωλεία και e-shops.

Ισως, μάλιστα, ένα μεγάλο λάθος της μέχρι τώρα δημόσιας συζήτησης είναι ότι αντιμετωπίζει την τεχνητή νοημοσύνη σαν υψηλή τεχνολογία, που βρίσκεται μακριά από τον άνθρωπο. Στην πραγματικότητα, είναι τεχνολογία που αγγίζει την καθημερινότητα όσο κανένα άλλο εργαλείο την τελευταία δεκαετία.

Η πρόκληση για το επιχειρείν είναι να αξιοποιήσει αυτή την τεχνολογία, για να επιτύχει τη μεγάλη μετάβαση: από την εμπειρική λειτουργία, στη λειτουργία που βασίζεται σε δεδομένα. Από το «νιώθω» και «εκτιμώ» στο «βλέπω, αναλύω, προβλέπω, αποφασίζω».

Οι επιχειρήσεις που μπορούν να μεταβούν σε αυτό το μοντέλο κερδίζουν χρόνο, χρήμα και, κυρίως, σταθερότητα. Η κρίση των προηγούμενων ετών μάς έδειξε ότι αυτό που λείπει από την ελληνική αγορά δεν είναι το ταλέντο ή η διάθεση, αλλά η προβλεψιμότητα. Στην εποχή της ΑΙ, η πρόβλεψη γίνεται εργαλείο καθημερινής εργασίας.

Βεβαίως, δεν είναι όλα απλά. Η τεχνητή νοημοσύνη φέρνει ανατροπές με ρυθμούς που ο άνθρωπος δυσκολεύεται να παρακολουθήσει. Αυτός είναι ο πυρήνας της ανησυχίας και όχι το ίδιο το εργαλείο. Θα χαθούν θέσεις εργασίας; Θα δημιουργηθούν νέες και ποιες δεξιότητες θα απαιτούν; Θα αντικατασταθεί η ανθρώπινη κρίση; Θα μπορούμε να εμπιστευόμαστε τις αποφάσεις ενός συστήματος; Και ποιος θα ελέγχει ποιον;

Αυτά δεν είναι θεωρητικά ερωτήματα. Είναι πρακτικά και καθημερινά. Τα ακούμε σε επιχειρήσεις, σε συναντήσεις, σε σεμινάρια, στα επιμελητήρια, από εργαζόμενους που φοβούνται ότι θα μείνουν πίσω, από επαγγελματίες που νιώθουν ότι πρέπει να τρέξουν πιο γρήγορα απ’ όσο μπορούν.

Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο: η τεχνολογία δεν μπορεί να αξιοποιηθεί χωρίς καθοδήγηση. Το κράτος πρέπει να ρυθμίσει, να εφαρμόσει συνεκτικές πολιτικές που ενώνουν χρηματοδότηση, υποδομές, εκπαίδευση και αγορά, να προωθήσει τις δεξιότητες που θα στηρίξουν την εποχή της τεχνητής νοημοσύνης. Οι επιχειρήσεις πρέπει να επενδύσουν και να τολμήσουν να αναζητήσουν νέες λύσεις.

Ταυτόχρονα, όμως, κάποιος πρέπει να εξηγήσει, να στηρίξει, να σταθεί δίπλα στη μικρή επιχείρηση και στους ανθρώπους της, όχι μόνο στον μεγάλο όμιλο. Αυτός ο ρόλος ανήκει στα επιμελητήρια, στις ενώσεις, στους φορείς ανάπτυξης, σε όλους όσοι γεφυρώ- νουν την αγορά με τον άνθρωπο.

Ως ΕΒΕΑ αντιλαμβανόμαστε την ευθύνη μας να υπηρετήσουμε αυτή την ανάγκη. Οχι ως παρατηρητές της τεχνολογικής αλλαγής, αλλά ως συμμέτοχοι στη μετάβαση. Οχι με θεωρητικές ενημερώσεις και παραινέσεις, αλλά με πρακτικές υποστηρικτικές δομές, εργαλεία, προγράμματα κατάρτισης, mentoring, πρόσβαση σε μηχανισμούς χρηματοδότησης, συνεργασίες με πανεπιστήμια και εταιρείες τεχνολογίας.

Η θέση μας είναι ξεκάθαρη: αν η ΑΙ είναι το νέο πεδίο ανταγωνισμού, τότε πρέπει να διασφαλίσουμε ότι θα λειτουργεί με δίκαιους όρους και ίσες ευκαιρίες για όλους. Το κρίσιμο είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι η συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη δεν αφορά μόνο τις επιχειρήσεις και την οικονομία, αλλά συνολικά την κοινωνία. Γιατί καμία τεχνολογία δεν έχει όφελος, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τον άνθρωπο. Και ανάπτυξη χωρίς συνοχή και ανθρώπινη ευημερία, δεν είναι στην πραγματικότητα ανάπτυξη.

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να γίνει είτε εργαλείο απελευθέρωσης δημιουργικότητας, είτε η αιτία νέων ανισοτήτων και αποκλεισμών. Μπορεί να κάνει τον επαγγελματία πιο δυνατό ή να τον αφήσει πίσω. Μπορεί να βοηθήσει τον εργαζόμενο ή να τον αποδυναμώσει. Η διαφορά βρίσκεται στους κανόνες, στη διαφάνεια, στην εκπαίδευση. Το 2026 είναι μια χρονιά στην οποία θα πρέπει να αποφασίσουμε αν θα αξιοποιήσουμε την τεχνητή νοημοσύνη με τόλμη αλλά και με φροντίδα. Αν θα την αφήσουμε να λειτουργήσει για όλους – και όχι μόνο για όσους έχουν τη δύναμη να τρέξουν πρώτοι.

Η επιχειρηματικότητα ήταν πάντα μια ιστορία προσαρμογής. Τώρα είναι ιστορία συνύπαρξης: ανθρώπου και τεχνολογίας, δημιουργικότητας και λογικής, εμπειρίας και δεδομένων. Αν διαμορφώσουμε τους κατάλληλους όρους για αυτή τη συνύπαρξη, θα κερδίσουμε όχι μόνο την αγορά, αλλά και την εμπιστοσύνη των πολιτών και την προοπτική για ένα καλύτερο μέλλον. Αυτό είναι τελικά το πιο σημαντικό κεφάλαιο.