Εν αρχή ην η νοσταλγία. Διότι αυτό το συναίσθημα δημιουργεί ουσιαστικά την επιθυμία να πατήσεις play όταν βλέπεις ότι είναι διαθέσιμο στο Netflix ένα νέο ντοκιμαντέρ για τους Take That, οι οποίοι υπήρξαν ένα από τα πιο επιτυχημένα boy bands των 90s (όλα αυτά ισχύουν φυσικά κυρίως αν πέρασες την εφηβεία σου εκείνη δεκαετία).

Παρότι η πρώτη φάση της καριέρας τους υπήρξε ιδιαιτέρως βραχύβια (τρία άλμπουμ μέσα σε μόλις τρία χρόνια), το αποτύπωμα που άφησαν στην ευρωπαϊκή ποπ κουλτούρα είναι βαθύ, αφενός γιατί, παρά ορισμένες αστοχίες («Babe», για σένα μιλάω), κάποια κομμάτια τους ήταν πραγματικά διαμάντια (το «Back for Good» είναι αριστούργημα, το «Pray» απλώς υπέροχο), αφετέρου επειδή η άνοδός τους συνέπεσε με την παντοκρατορία του MTV και αξιοποίησαν στο έπακρο τη δυνατότητα που τους δινόταν να γίνουν ακόμη πιο δημοφιλείς με καλαίσθητα βιντεοκλίπ που αναδείκνυαν το σεξαπίλ τους.

Με όρους κάστινγκ το ταίριασμα τους ήταν ιδιοφυές, καθώς κάθε μέλος του γκρουπ κουβαλούσε κάτι πολύ διαφορετικό σε σχέση με τα υπόλοιπα δημιουργώντας ένα ακαταμάχητο μείγμα. Επίσης υπήρχε μια ακομπλεξάριστα queer ποιότητα στο styling και στα χορευτικά τους παρόλο που όλοι τους είναι στρέιτ – ίσως επειδή στο ξεκίνημα τους εμφανίζονταν σε γκέι κλαμπ.

Take That: Η επανένωση χωρίς τον Robbie

Την πρώτη φορά που είχαν δεχτεί οι Take That να αφηγηθούν την ιστορία τους μπροστά στην κάμερα δεν είχαν απολύτως τίποτα να χάσουν. Ήταν το 2005 και το συγκρότημα βρισκόταν ουσιαστικά σε αδράνεια για σχεδόν μια δεκαετία. Ο Gary Barlow και ο Mark Owen είχαν χάσει τα δισκογραφικά τους συμβόλαια, ο Jason Orange είχε εγκαταλείψει αθόρυβα τις φιλοδοξίες του για μια καριέρα στην υποκριτική και ο Howard Donald απολάμβανε μια ήρεμη οικογενειακή ζωή, μακριά από τα φώτα, με τις οικονομικές ανησυχίες που αντιμετωπίζουν όσοι είναι κοινοί θνητοί και όχι σταρ της ποπ. Ο μόνος που απασχολούσε ακόμη πραγματικά τα Μέσα και το κοινό ήταν ο Robbie Williams. Η παραγωγή εκείνη κορυφώθηκε με μια απουσία που κανείς δεν βρήκε στ’αλήθεια απροσδόκητη: ο Williams δεν εμφανίστηκε ποτέ στη σκηνή της επανένωσης. Η αντίδραση των υπολοίπων ήταν ένα μείγμα πικρίας και μοιρολατρικής αποδοχής. 

YouTube thumbnail

Αν κάτι δεν περίμενε κανείς ήταν το πόσο μεγάλη θα ήταν η ανταπόκριση από τον κόσμο της Βρετανίας. Περισσότεροι από έξι εκατομμύρια τηλεθεατές παρακολούθησαν την προβολή του στο κανάλι ITV, καθιστώντας το ντοκιμαντέρ το πιο δημοφιλές τηλεοπτικός πρόγραμμα της βραδιάς. Μέσα σε λίγες ημέρες, ο ισχυρότερος συναυλιακός promoter του Ηνωμένου Βασιλείου, ο Simon Moran, τους έκανε μια πρόταση που δεν μπορούσαν να αρνηθούν: επανένωση και περιοδεία σε 30 sold-out αρένες.

Η απόφαση πάρθηκε μέσα σε μόλις 12 ώρες. Η καθοριστική στιγμή ήρθε σε μια παμπ του Λονδίνου, όπου ο Gary, ο Mark, ο Jason και ο Howard -έχοντας πιει μερικά ποτά παραπάνω- αναπαρέστησαν καθισμένοι στα σκαμπό του μπαρ τη χορογραφία του «Pray» – αυτή με τα χέρια. Λένε το «ναι» και η επιτυχία είναι πολύ μεγάλη, με Νο.1 singles, Brit Awards, συναυλίες σε ασφυκτικά γεμάτα στάδια. Αυτό θα πει comeback.

Οι αποκαλύψεις στο ντοκιμαντέρ του Netflix

Είκοσι χρόνια αργότερα υπάρχουν κι άλλα να ειπωθούν. Το νέο ντοκιμαντέρ έχει γίνει χωρίς τη συμμετοχή με νέες συνεντεύξεις τόσο του Robbie Williams όσο και του Jason Orange (ο οποίος αποχώρησε οριστικά το 2014) και χωρίς κάποιες γαργαλιστικές λεπτομέρειες όπως πλάνα με το συγκρότημα να τραγουδά ειρωνικά «you’re only in love with an image» σε έφηβες θαυμάστριες ή να μιλά για τις σεξουαλικές ασυδοσίες στις οποίες επιδιδόταν τότε στις περιοδείες του.

Η νέα αφήγηση επικεντρώνεται στις επαγγελματικές εντάσεις και τις διαπροσωπικές ισορροπίες. Η αρχική ιστορία είναι εξάλλου γνωστή. Πέντε αγόρια από τον βορρά της Αγγλίας, γίνονται μπάντα το 1990 προκειμένου να πλαισιωθεί το συνθετικό και τραγουδιστικό ταλέντο του Gary Barlow. Από τα πρώτα τους βήματα ως Cutest Rush και Kick-It, με στόχευση στο γκέι κοινό και ένα διαβόητο βίντεο όπου κυλιούνται γυμνοί σε ζελέ, μέχρι την αποθέωση από τα έφηβα κορίτσια που εκτόξευσαν τραγούδια όπως «Everything Changes» και «Relight My Fire» στην κορυφή των charts. 

Όσο όμως η επιτυχία γιγαντωνόταν, το ίδιο συνέβαινε και με τα μεταξύ τους προβλήματα. Ο Barlow δεν επέτρεπε στους υπόλοιπους να συμμετέχουν στη δημιουργική διαδικασία, αφήνοντάς τους να νιώθουν «σαν background dancers». Ο Robbie άρχισε να κάνει καταχρήσεις και έφτασε κοντά στην υπερβολική δόση ναρκωτικών λίγο πριν τα MTV Europe Awards του 1995. Όταν τέθηκε τελεσίγραφο, αποχώρησε. Χωρίς την εκρηκτική του παρουσία, οι Take That είχαν ημερομηνία λήξης. Μέσα σε έναν χρόνο, διαλύθηκαν. Η συνέχεια τους δυσκόλεψε όλους. Η σόλο καριέρα του Williams εκτοξεύθηκε, ενώ ο Gary βρέθηκε στο περιθώριο, παλεύοντας με την κατάθλιψη, τη βουλιμία και την απομόνωση. Ο Howard Donald έφτασε στο σημείο να σκεφτεί σοβαρά την αυτοκτονία.

Πώς έλυσαν τις διαφορές τους

Αν κάτι έχει πραγματικά ενδιαφέρον εδώ είναι το πόσο ανοιχτά και χωρίς ωραιοποιήσεις μιλάνε για τα συναισθήματα τους: η ζήλεια, το μίσος, ο φθόνος, η μνησικακία, το ανελέητο πνεύμα ανταγωνισμού και οι ανασφάλειες εκφράζονται με μια ανακουφιστική ειλικρίνεια και αυτό κάνει τη συγκεκριμένη παραγωγή να ξεχωρίζει. Χάρη λοιπόν στην πρόταση του Moran οδηγούνται στην απομάκρυνση του παλιού (και κάπως συγκεντρωτικού) μάνατζερ τους, στην παραδοχή των λαθών τους, στη ριζική απόφαση για ισότιμη μοιρασιά των πνευματικών δικαιωμάτων.

Για πρώτη φορά, οι Take That λειτούργησαν πραγματικά ως ομάδα κάτι που φαίνεται στα ωραία τραγούδια που κυκλοφορησαν τότε (όπως το «Patience» και το «Rule The World») και που τους έφερε τελικά στην οριστική πράξη συμφιλίωσης με τον Robbie το 2010, κατά την εποχή του «Progress», μια κίνηση που φανερώνει ωριμότητα και όχι τακτικισμό. Τους δόθηκε μια δεύτερη ευκαιρία και την εκμεταλλεύτηκαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, έβγαλαν πολλά χρήματα, επούλωσαν κάποιες πληγές, εκπλήρωσαν τα απωθημένα τους: τον Jason Orange που ήταν ανέκαθεν ο πολύ σέξι χορευτής της μπάντας δεν τον άφηναν να τραγουδάει στα πρώτα χρόνια των Take That όμως στο reunion τους το έκανε κι αυτό. 

Το ντοκιμαντέρ δεν ασχολείται σχεδόν καθόλου με την τελευταία δεκαετία, ίσως γιατί όπως παραδέχεται και ο ίδιος ο Barlow, το μέλλον τους πια είναι εξασφαλισμένο. Τα τρία εναπομείναντα μέλη θα κάνουν καλοκαιρινή περιοδεία μπροστά σε σχεδόν ένα εκατομμύριο θεατές συνολικά. Οι Take That αντιμετωπίζονται στην πατρίδα τους ως εθνικός θησαυρός, με τις διαφορές τους λυμένες και ένα καινούργιο τραγούδι παίζει ως έκπληξη στους τίτλους τέλους. Λέγεται «You’re A Superstar».