‒ Προτείνω την ποινική δίωξη του κυρίου Χαρίλαου Τρικούπη, λέει, στα 1891, ο Δεληγιάννης, απ’ το βήμα της Βουλής. Επίσης την ποινική δίωξη όλων των υπουργών του!

Είναι ξανά πρωθυπουργός – απ’ τις 24 Οκτωβρίου του 1890: Ξαφνικά ο κουρασμένος παππούς της Κηφισιάς έγινε, πάλι, το λιοντάρι της Γορτυνίας. Παράξενο, πόσο η εξουσία μεταμορφώνει αυτόν τον άνθρωπο. Έχει πατήσει τα εβδομήντα ένα και θέλει τώρα να τα πάρει όλα– ακόμα και το κεφάλι του εχθρού του. Οι διάδρομοι της Βουλής ψιθυρίζουν: «Τόσο μίσος;»

Τόσο και παραπάνω. Βέβαια η παραπομπή του Τρικούπη τούς τρομάζει όλους. Με ποια στοιχεία; «Υπάρχουν» απαντά ξερά ο Δεληγιάννης στον Γεώργιο που τον συμβουλεύει να είναι προσεχτικός. «Τα μαζεύω εδώ και τεσσεράμισι χρόνια! Τόσα ήταν ο Τρικούπης στην εξουσία».

Τεσσεράμισι χρόνια πρωθυπουργός; Άλλο ένα ρεκόρ που θα καταγραφεί στα πολιτικά χρονικά του δέκατου ένατου αιώνα. Πώς να μην τιμωρήσεις έναν τόσο άπληστο άνθρωπο; Ο Γεώργιος ξαναλέει σκεφτικός: «Να είστε προσεκτικός». Η απάντηση του Δεληγιάννη θα περάσει, μέσα απ’ τις στήλες της Ακρόπολης, στην Ιστορία: «Τρικουπίζετε Μεγαλειότατε;»

Ο Μεγαλειότατος βέβαια δεν Τρικουπίζει. Δεν ξεχνάει τις προσβολές τεσσερισήμισι χρόνων– ίσως να μην τις ξεχάσει ποτέ. Δε θέλει όμως ν’ αρχίσει, στα καλά καθούμενα, ένας ηλίθιος πετροπόλεμος– με λιθάρια που δε σημαδεύουν πουθενά. Καμιά φορά, τέτοιες πέτρες, βρίσκουν και το παλάτι!

Ο Δεληγιάννης επιμένει: «Έχω αδιάσειστα στοιχεία στα χέρια μου». Δεν έχει, βέβαια, τίποτε. Θα φανεί στην επόμενη πράξη της οπερέτας: «Ο Τρικούπης προήγαγε άνευ λόγου τον στρατηγό κύριο τάδε. Ο Τρικούπης μετέθεσε άνευ λόγου τους ταγματάρχες κυρίους τάδε και τάδε. Ο Τρικούπης ηγόρασε σε υπερβολικά μεγάλη τιμή 10.000 αρβύλες!»

Στο παλάτι ο Γεώργιος κυριεύεται από φρίκη: Αυτά είναι τα αδιάσειστα στοιχεία; Οι αρβύλες; Στη Βουλή η θερμοκρασία πέφτει απότομα – οι βουλευτές του Δεληγιάννη κοιτάζονται με αμηχανία. Στο «Ρωμιό» ο Σουρής συνοψίζει το γενικό κλίμα:

«Άκυρο ας κηρύξουμε
το Κατηγορητήριο
κι ας πάμε να το ρίξωμε
σε κάποιο ουρητήριο…»

Όλη η Αθήνα είναι ένα καζάνι που βράζει. Τη μέρα της ψηφοφορίας ο Δεληγιάννης φοβάται επεισόδια: «Μπορεί οι οπαδοί του Τρικούπη να αιματοκυλίσουν την πρωτεύουσα!» λέει στον Διευθυντή της Αστυνομίας.

Η Φρουρά της Αθήνας κινητοποιείται. Μια πυροβολαρχία παίρνει θέσεις στην Κηφισιά – εκατό μέτρα απ’ το εξοχικό σπίτι του Δεληγιάννη. Ακόμα κι ο Διάδοχος παίρνει διαταγή απ’ το Σύνταγμά του να ’ναι σ’ επιφυλακή, όση ώρα κρατάει, στη Βουλή, η ψηφοφορία. «Θα έλεγε κανένας ότι πάμε για πόλεμο με τους Τούρκους!» γράφει στο ημερολόγιό του ο πρίγκιπας Νικόλαος, με τη ζωηράδα των είκοσί του χρόνων. «Αυτός ο Δεληγιάννης είναι πολύ γελοίος!»

Πώς να κερδίσεις μια μάχη σε μια χώρα όπου Τρικουπίζουν ακόμα κι οι πρίγκιπες; Η ψηφοφορία γίνεται στις 10 Φεβρουαρίου του 1892. Ο Τρικούπης παίρνει 97 αθωωτικές ψήφους και 16 εναντίον.

Ο Δεληγιάννης χάνει τον πόλεμο και, λίγο αργότερα, θα χάσει και την Εξουσία.

*Φρέντυ Γερμανός, Γυναίκα από βελούδο, Κάκτος, Αθήνα, 1995, σ. 196-197.

Ο Χαρίλαος Τρικούπης, πρωτότοκος γιος του Σπυρίδωνος Τρικούπη, εξέχοντος πολιτικού, λογίου και ιστοριογράφου, και της Αικατερίνης Μαυροκορδάτου (αδελφής του Αλέξανδρου), γεννήθηκε στο Ναύπλιο στις 11 Ιουλίου 1832.

Ο Τρικούπης κατάφερε να κυριαρχήσει στην πολιτική ζωή της Ελλάδας στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα (1875-1895), σχηματίζοντας στο διάστημα αυτό συνολικά επτά κυβερνήσεις.

Ο Χαρίλαος Τρικούπης απεβίωσε στις 30 Μαρτίου 1896.

Στην έκδοση του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου (ΕΛΙΑ) Ο Χαρίλαος Τρικούπης και η εποχή του (Αθήνα, 1996, επιμ. Δημήτρης Πόρτολος) διαβάζουμε τα ακόλουθα:

Την περίοδο 1882-1895 ο Τρικούπης κυριάρχησε στην πολιτική ζωή του τόπου, σχηματίζοντας τέσσερις κυβερνήσεις με συνολικό βίο έντεκα, περίπου, ετών. Η ισχυρή του παρουσία ώθησε τους αντιπάλους του να συσπειρωθούν γύρω από τον Θεόδωρο Δεληγιάννη, επιβάλλοντας εκ των πραγμάτων ένα δικομματικό σύστημα στη θέση του πολιτικού κατακερματισμού και της «βουλευτοκρατίας».

Για τον Τρικούπη, θιασώτη του φιλελεύθερου βρετανικού προτύπου, ο εκσυγχρονισμός της ελληνικής πολιτικής ζωής περνούσε μέσα από το σεβασμό των κανόνων του κοινοβουλευτισμού, την παγίωση και εναλλαγή στην εξουσία δύο μεγάλων κομμάτων, και τη μεταρρύθμιση του εκλογικού συστήματος με στόχο την απαλλαγή των εκάστοτε κυβερνήσεων από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό των τοπικών πελατειακών δικτύων.

Έτσι, με την εκλογική μεταρρύθμιση του 1886 διευρύνθηκαν οι εκλογικές περιφέρειες με βάση το νομό πλέον και όχι την επαρχία, ενώ μειώθηκε ο αριθμός των βουλευτών στο ελάχιστο συνταγματικό όριο των 150. Για την αντιμετώπιση της κομματικής αυθαιρεσίας στη διοίκηση, θεσπίστηκαν για πρώτη φορά αξιοκρατικά κριτήρια στις προσλήψεις και δόθηκαν ορισμένες εγγυήσεις για το μισθό και τη θέση των δημοσίων υπαλλήλων – όχι, όμως, και η μονιμότητα, που ίσχυε μόνο για τους δικαστές και τους στρατιωτικούς.

Η αποκατάσταση κλίματος ασφάλειας, απαραίτητου όρου για την οικονομική ανόρθωση, αποτέλεσε βασικό μέλημα των κυβερνήσεων Τρικούπη, που είχαν να αντιμετωπίσουν ενδημικά φαινόμενα, όπως η ληστεία και η αυθαιρεσία ποικίλων τοπικών «παραγόντων» (από τους κομματάρχες και τους «μπράβους» της υπαίθρου ως τους παλικαράδες «κουτσαβάκηδες» των Αθηνών), αλλά και η διαφθορά της κρατικής μηχανής. Έτσι ψηφίστηκαν αυστηρότεροι ποινικοί νόμοι, έγιναν επιτυχείς τομές στη στελέχωση των διωκτικών αρχών, ενώ ενισχύθηκε νομοθετικά η ασφάλεια του δικαίου και των συναλλαγών.

Όπως συνέβη και με άλλους τομείς της πολιτικής του, η προσπάθεια του Τρικούπη να καταστήσει την Ελλάδα σύγχρονο αστικό κράτος συνάντησε τη σφοδρή αντίδραση της αντιπολίτευσης, που παρέμενε φανατικά προσκολλημένη στις παραδοσιακές πελατειακές σχέσεις, επιμένοντας να αντιλαμβάνεται το κράτος –και όχι την ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία– ως μηχανισμό κοινωνικής και οικονομικής αποκατάστασης.

[…]

Η πτώχευση, οι συνεχείς επιθέσεις των ξένων δανειστών και των Ελλήνων εκπροσώπων τους, Συγγρού και Βλαστού, κατά της κυβερνητικής πολιτικής, η λαϊκή δυσαρέσκεια για την υψηλή φορολογία και άλλα αντιδημοτικά μέτρα, οι αντιδράσεις των στρατιωτικών στον περιορισμό των πολιτικών τους δραστηριοτήτων αλλά και στη στασιμότητα των «εθνικών ζητημάτων», τέλος η προσέγγιση των ανακτόρων με την αντιπολίτευση δεν άφηναν περιθώρια αισιοδοξίας στον Τρικούπη ενόψει των εκλογών του Απριλίου 1895. Με συνθήματα κατά των φόρων αλλά και υπέρ «του Στέμματος, του έθνους και των θεσμών», η δεληγιαννική παράταξη θριάμβευσε. Ο Τρικούπης απέτυχε να εκλεγεί στην ιδιαίτερη εκλογική του περιφέρεια, το Μεσολόγγι.

Η προσπάθεια του Τρικούπη να αναμορφώσει τη χώρα πάνω στα πρότυπα του φιλελεύθερου αστικού κράτους προσέκρουσε τόσο στην αντοχή των παραδοσιακών δομών της ελληνικής κοινωνίας όσο και στην ανεπάρκεια των μέσων που είχε στη διάθεσή του ο οραματιστής πολιτικός. Λίγο πριν αναχωρήσει για το εξωτερικό, εγκαταλείποντας οριστικά την πολιτική, συνόψισε ο ίδιος την πολιτική του πορεία μ’ αυτά τα λόγια: «Επί είκοσιν έτη αγωνιζόμεθα ανενδότως όπως διορθώσωμεν τα κακώς κείμενα… Δις απεπειράθημεν την ανόρθωσιν και δις ο ελληνικός λαός εκρήμνισεν ημάς της αρχής και έφερεν επί την αρχήν τους δημοκόπους, τους κραυγάσαντας κατά των φόρων και των προσόντων και δις οι αντίπαλοι ούτοι ημών ανέτρεψαν εντός ολίγων μηνών παν ό,τι ημείς επί έτη κοπιωδώς ανεγείραμεν».

Ο θάνατος βρήκε το μεγάλο Έλληνα πολιτικό στις Κάννες της Γαλλίας, στις 30 Μαρτίου 1896. Η είδηση έφθασε καθώς η Αθήνα έπαιρνε εορταστική όψη για να φιλοξενήσει την τέλεση των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων. Ένα χρόνο αργότερα, η παράταξη που είχε ανατρέψει το τρικουπικό έργο θα βύθιζε τη χώρα στο όνειδος της ήττας του 1897.