Σε λίγες μέρες ανοίγουν οι κάλπες για τις κυπριακές εκλογές και πλήθος δημοσκοπικών ευρημάτων δείχνει ανατροπή των δεδομένων, με μεγάλη υποχώρηση των κομμάτων που πρωταγωνίστησαν στην πολιτική ζωή του νησιού από το 1974 και έπειτα.
Νέα κόμματα κάνουν την είσοδό τους στο πολιτικό σκηνικό, δημιουργώντας διαφορετικά δεδομένα σε ό,τι αφορά σε όλο το φάσμα της πολιτικής, σε επίπεδο εσωτερικής αλλά και εξωτερικής πολιτικής. Ένας από τους γρίφους που γεννάει η νέα σύνθεση της Βουλής αφορά τη σχέση της Λευκωσίας με τις Βρυξέλλες, τη στιγμή που η Άγκυρα φαίνεται να οξύνει την επιθετικότητα, με την προώθηση του νομοσχεδίου της «γαλάζιας πατρίδας».
Ο ευρωβουλευτής του Δημοκρατικού Κόμματος και της Προοδευτικής Συμμαχίας Σοσιαλιστών και Δημοκρατών (S&D), Κώστας Μαυρίδης, μίλησε στο «Βήμα» για τις αλλαγές που θα επιφέρουν οι βουλευτικές εκλογές στην σχέση ΕΕ-Κύπρου, τον ρόλο της Λευκωσίας στη Μέση Ανατολή εν μέσω του πολέμου στο Ιράν και την τουρκική προκλητικότητα.
Οι επερχόμενες βουλευτικές εκλογές δείχνουν υποχώρηση του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος και δυναμική είσοδο νέων κομμάτων στο προσκήνιο. Μια τέτοια αλλαγή τι αντίκτυπο μπορεί να έχει στην ευρωπαϊκή εικόνα της χώρας;
Η προεδρία που ασκεί η Κύπρος σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν θα επηρεαστεί άμεσα από τις εκλογές. Σε αυτό βοηθάει το γεγονός ότι η Κύπρος είναι προεδρική δημοκρατία και τομείς όπως η εξωτερική πολιτική καθορίζονται σε ανώτατο επίπεδο, από τον ίδιο τον Πρόεδρο.
Εκεί που περιμένω αλλαγές είναι έμμεσα, αρχικά σε νομοθετικό επίπεδο. Το βασικό ζήτημα που προκύπτει είναι πως μια κυβέρνηση, που είναι η μόνη αρμόδια αρχή με δικαίωμα νομοθετικής πρωτοβουλίας, να καταφέρνει συμμαχίες σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Ιδίως όταν κάποια από αυτά τα νέα κόμματα –που χαρακτηρίζονται ως αντισυστημικά- ανταποκρίνονται σε μια ανάγκη διαμαρτυρίας παρά πολιτικής θέσης. Ακόμη όμως και τα κόμματα που έχουν αντιευρωπαϊκές θέσεις δεν θα ήθελαν να χαρακτηριστούν ως τέτοια, ακριβώς επειδή το φιλοευρωπαϊκό αίσθημα στην Κύπρο είναι πολύ ισχυρό.
Μια ακόμη έμμεση επίπτωση των βουλευτικών εκλογών αφορά τις προεδρικές εκλογές, του 2028. Ήδη διαμορφώνονται στρατόπεδα κι αρκετοί από τους αρχηγούς των κομμάτων ή υποψήφιοι βουλευτές παίρνουν θέση με το μυαλό τους στην Προεδρία. Βλέπουμε ανθρώπους πχ από τη Δεξιά που γνωρίζουν ότι δεν θα επιλεγούν από τον ΔΗ.ΣΥ. να διαφοροποιούνται σε ζητήματα όπως η στάση της Κύπρου προς το Ισραήλ ή την είσοδο μας στο ΝΑΤΟ.
Πόσο φοβάται η Κύπρος την τελευταία κρίση που έχει ξεσπάσει στη ευρύτερη Μέση Ανατολή; Έχει επηρεάσει τις σχέσεις της με το Ισραήλ και τον αραβικό κόσμο;
Το γεγονός ότι η Λευκωσία διατηρεί καλές σχέσεις με το Ισραήλ και τις εμβαθύνει λόγω της απειλής του τουρκικού επεκτατισμού δεν είναι αντιπαραθετικό με το γεγονός ότι διατηρεί εξίσου καλές σχέσεις με σειρά αραβικών χωρών, από την Αίγυπτο έως την Ιορδανία και τα ΗΑΕ. Για αυτό και η Κύπρος κατάφερε να στείλει κατά τη διάρκεια της προεδρίας της ένα πειστικό μήνυμα, που λέει: είμαι στην περιφέρεια της Ένωσης κι αυτό με καθιστά όχι μακρινό παρατηρητή αλλά γέφυρα της ΕΕ με τα κράτη της Ανατολικής Μεσογείου. Και ανταποκρίνεται στο όραμα που μέσα από τις τριμερείς συνεργασίες με την Ελλάδα και άλλες τρίτες χώρες ακούει στο όνομα IMEC και συνδέει την Ινδία με τη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη.
Παρακολουθούμε την όλη συζήτηση για τη νομοθέτηση του όρου «Γαλάζια Πατρίδα». Πώς βλέπει η Κύπρος την όλη συζήτηση να εξελίσσεται και τη στάση της ΕΕ προς την Άγκυρα γενικότερα;
Πρόκειται για μια φαντασίωση, για ένα πλαίσιο που έφτιαξε ο τουρκικός επεκτατισμός και είναι πλήρως παράνομο. Σε ό,τι αφορά την Κύπρο, έζησα και ζω τη μεγάλη απογοήτευση των Ελληνοκυπρίων απέναντι στην ΕΕ ως προς την Τουρκία.
Η Τουρκία προέβη πρόσφατα σε έντονες παρανομίες στην Αμμόχωστο, παραβιάζοντας αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας, συνεχίζει να διατηρεί καθεστώς casus belli ενάντια στην Ελλάδα, εμπλέκεται στρατιωτικά στη Συρία και τώρα εφευρίσκει αυτού του είδους τη θεσμική εισβολή, όπου επιχειρεί να ρυθμίσει με νόμο της διεθνείς συμβάσεις γειτονικών της κρατών.
Η τελευταία παρέμβασή μου στην Ευρωβουλή αφορούσε το ότι δεν μπορεί ως ΕΕ να μείνουμε άπραγοι μπροστά σε μια νέα απειλή και υπάρχει μοντέλο πολιτικής βούλησης από την Ευρώπη στην Ουκρανία. Παρότι αντιλαμβάνομαι τους ισχυρούς δεσμούς στο πεδίο της οικονομίας μεταξύ Τουρκίας και συγκεκριμένων ευρωπαϊκών κρατών (Ισπανία, Γερμανία, Ιταλία), όπως και την προτεραιότητα που έχει στην ατζέντα των Βρυξελλών ο ρωσικός κίνδυνος, δεν είναι καθόλου εύκολο να εξηγήσω στους συμπολίτες μου τα δύο μέτρα και σταθμά. Είναι λάθος από κάθε άποψη να βλέπουμε την επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας να υιοθετεί μια λογική που λέει ότι «στον βωμό της ευρωπαϊκής σύμπνοιας προς την Ουκρανία όλα έρχονται δεύτερα, ακόμη κι η τουρκική κατοχή της Κύπρου».








