Ο Μητσοτάκης είπε κάτι αυτονόητο. Πως αν δεν πάρει αυτοδυναμία, θα αναγκαστεί να κυβερνήσει με κάποιον άλλον.

Προφανώς διότι έτσι δουλεύει η δημοκρατία. Δεν θα κλείσει η χώρα επειδή ο Μητσοτάκης δεν πήρε αυτοδυναμία.

Και υποθέτω ότι αυτό το αυτονόητο θα το επαναλαμβάνει έως τη μέρα που θα κλείσουν οι κάλπες – οι δεύτερες κάλπες εννοείται…

Οι ψηφοφόροι θα αποφασίσουν. Στις πρώτες εκλογές θα διαλέξουν κόμμα. Στις δεύτερες εκλογές θα ψηφίσουν κυβέρνηση.

Φυσικά η βολική λύση για πολλούς θα ήταν να πάρει ο Μητσοτάκης αυτοδυναμία. Δεν θα χρειάζεται να βασανίζει κανείς το μυαλό του.

Αρκούσε όμως ένας εύλογος υπαινιγμός του Πρωθυπουργού για να πιάσει θάλασσα το πολιτικό σύστημα.

Διότι αν ο Μητσοτάκης δεν πάρει αυτοδυναμία, θα χρειαστεί συνεταίρο. Και τότε κανείς δεν θα τραγουδάει «να με παίρνανε τα σύννεφα, οι άνεμοι, τα κύματα…». Θα τον πάρει και θα τον σηκώσει.

Είναι πιθανό κάτι τέτοιο; Ολα είναι πιθανά στην πολιτική.

Κατ’ αρχάς πολλά μπορεί να συμβούν έως τις εκλογές. Κι αν πάρουμε υπόψη τι έχει μεσολαβήσει από τις προηγούμενες, μάλλον πρέπει να κάνουμε τον σταυρό μας.

Στη συνέχεια θα δούμε τι θα προκύψει από τις πρώτες εκλογές που θα γίνουν με απλή αναλογική. Κατά πάσα πιθανότητα δεν θα προκύψει κυβερνητική πλειοψηφία.

Και ύστερα θα ακολουθήσουν οι δεύτερες εκλογές ώστε να δούμε αν θα πάρει αυτοδυναμία η ΝΔ. Εως τώρα, η αυτοδυναμία είναι το πιθανότερο σενάριο αλλά κανείς δεν βάζει το χέρι στη φωτιά.

Ακόμη όμως κι αν είναι ή δεν είναι πιθανή, η αυτοδυναμία είναι βολική. Ο καθένας μπορεί να λέει ό,τι θέλει – ούτως ή άλλως, άλλοι θα κυβερνήσουν…

Υποθέτω λοιπόν ότι ο Μητσοτάκης διατύπωσε το ενδεχόμενο μιας μη αυτοδυναμίας της ΝΔ όχι επειδή κλονίστηκε η αυτοπεποίθησή του, ούτε επειδή στράβωσαν οι δημοσκοπήσεις (που δεν στράβωσαν ιδιαίτερα…) ούτε επειδή ναυάγησε και έψαχνε σωσίβιο από τον Ανδρουλάκη.

Το έκανε για να βγάλει στη σέντρα το ΚΙΝΑΛ. Και το ΚΙΝΑΛ τσίμπησε. Πάνε τα σύννεφα, πάνε οι άνεμοι, πάνε τα κύματα.

Ακατανόητο γιατί τσίμπησε. Κανένα σοβαρό κόμμα δεν θα καθόταν να κουβεντιάζει τι θα κάνει μετά τις μεθεπόμενες εκλογές, οι οποίες κανείς δεν ξέρει πότε θα γίνουν, ούτε τι θα βγάλουν.

Αρκούσε λοιπόν στο ΚΙΝΑΛ να απαντήσει στο αυτονόητο του Μητσοτάκη με το δικό του αυτονόητο. Αλλά περιέργως και αναιτίως μπήκε στην κουβέντα.

Και ο μεν Μητσοτάκης άλλο που δεν ήθελε. Αυτός χτίζει το εκλογικό δίλημμα των δεύτερων εκλογών που τον συμφέρει: ψηφίστε με γιατί θα μπλέξουμε με το χάος.

Αλλά τι συμφέρει το ΚΙΝΑΛ να ενισχύει το εκλογικό δίλημμα του Μητσοτάκη; Ισα-ίσα. Το μόνιμο μοτίβο του θα έπρεπε να είναι «δεν τίθεται θέμα χάους, ούτε ακυβερνησίας, εμείς είμαστε εδώ».

Φυσικά έως τις εκλογές θα ζήσουμε κι άλλα τέτοια. Ο Μητσοτάκης θα παρουσιάζει τον εαυτό του ως μοναδική αξιόπιστη κυβερνητική λύση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν λέει τίποτα, ούτε προβλέπεται να πει κάτι, σχεδόν δεν ασχολείται.

Συνεπώς το ΚΙΝΑΛ καλείται εκ των πραγμάτων να καλύψει ένα κενό. Να πείσει ότι ο Μητσοτάκης δεν είναι μονόδρομος. Αλλά για να πείσει πρέπει κάτι να πει.

Ανησυχίες

Ο ΣΥΡΙΖΑ κάλεσε την κυβέρνηση «να αναγνωρίσει το λάθος της να κάνει την Ελλάδα μέρος του πολέμου στέλνοντας όπλα στην Ουκρανία» (ανακοίνωση 30/3).
Ανησυχούν προφανώς μήπως μπλέξουμε με τα όπλα και (ως γνωστόν) όταν μπλέκεις μπλέκεσαι.
Η ανησυχία είναι τόσο εύλογη ώστε τη συμμερίζεται και η βουλευτίνα Μαριόν Μαρεσάλ, εγγονή Λεπέν, ανιψιά Λεπέν και ελπίδα της γαλλικής Ακροδεξιάς. «Η Γαλλία δεν είναι σε πόλεμο με τη Ρωσία. Αλλά από τη στιγμή που στέλνουμε όπλα, όποιο κι αν είναι το είδος των όπλων, γινόμαστε μέρος μιας σύγκρουσης σε στρατιωτικό επίπεδο» (δήλωση 5/3).
Ολοι με τον άνθρωπο και την ειρήνη είναι!

Ανοχή και ανοησία

Σύμφωνα με μια παλαιότερη έρευνα του Pew Research Center, το 55% των Ελλήνων είχε εμπιστοσύνη στον Πούτιν (άνοιξη 2021).
Είναι το υψηλότερο ποσοστό σε όλες τις χώρες που ερευνήθηκαν τότε, ευρωπαϊκές και μη. Μόνο η Σιγκαπούρη είχε την ίδια επίδοση.
Την ίδια στιγμή, ο μέσος όρος εμπιστοσύνης στον Πούτιν ήταν μόνο 22% στην Ευρώπη και παγκοσμίως.
Χρησιμοποίησα αυτούς τους αριθμούς διότι έχουν καταγραφεί πριν τη σύγκρουση του τελευταίου εξαμήνου, συνεπώς δεν επηρεάζονται από μια φορτισμένη συγκυρία.
Τώρα όλοι κάνουν τους απολογισμούς τους. Στη Γερμανία σύμπασα η πολιτική τάξη, με πρώτους τους Χριστιανοδημοκράτες, αρθρώνει ισχυρή αυτοκριτική για την ανεκτική στάση της εποχής Μέρκελ απέναντι στο ρωσικό καθεστώς.
Η σημερινός ηγέτης των Χριστιανοδημοκρατών Φρίντριχ Μερτς χαρακτήρισε τη γερμανική και ευρωπαϊκή πολιτική «ερειπωμένο πεδίο».
Πώς θα πρέπει άραγε να χαρακτηρίσουμε την αντιμετώπιση της Ρωσίας του Πούτιν από το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας και πολιτείας; Προς το παρόν δεν βλέπω πολλούς διατεθειμένους να κάνουν την αυτοκριτική τους.
Ισως θα έπρεπε. Πώς έφτασε η Ελλάδα να είναι στις πέντε πρώτες ευρωπαϊκές χώρες σε βαθμό εξάρτησης από το ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο;
Πώς βρέθηκε η Ελλάδα στο επίκεντρο κάθε λογής παιχνιδιών ρωσικής επιρροής;
Η απλούστερη εξήγηση είναι το παραδοσιακό αντιδυτικό ρεύμα που (αν και αποδυναμωμένο) επιζεί στην περίπλοκη ελληνική παθογένεια. Αλλά δεν ξέρω αν είναι αρκετή.
Μπορεί να αντιπαθείς την Δύση αλλά αυτό δεν σε υποχρεώνει να αντιμετωπίζεις συμπαθητικά ένα καθεστώς που καταφανώς δεν ανταποκρίνεται στα μέτρα δημοκρατίας και ελευθερίας με τα οποία έχουμε επιλέξει να ζούμε.
Ακόμη λιγότερο να δηλώνεις εμπιστοσύνη στον… Πούτιν ή να κάνεις ασκήσεις ουδετερότητας!
Εδώ νομίζω υπάρχει μια συλλογική ευθύνη ανοχής και ανοησίας. Μια άμβλυνση των κριτηρίων, του μέτρου και των αξιών της ελληνικής κοινωνίας.
Και ως εκ τούτου μια προφανής υποχρέωση: τουλάχιστον κάτι να μάθουμε από το πάθημα.