Πού χάθηκαν οι (έλληνες) διανοούμενοι;

Η πλήρης εμπορευματοποίηση της επιστήμης και της κουλτούρας δεν μπορούσε να μείνει χωρίς συνέπειες για τη δράση των διανοουμένων.

Το ερώτημα έχει τεθεί επανειλημμένως και εξακολουθεί να τίθεται: που έχουν χαθεί οι έλληνες διανοούμενοι, γιατί δεν εμφανίζονται να πάρουν θέση στα δύσκολα ζητήματα που ταλανίζουν τη χώρα; Γιατί δεν μιλούν για τα κακώς κείμενα, δεν προτάσσουν το κύρος τους για να ανατρέψουν όσα κρίνονται μη αποδεκτά ή επισφαλή για τη ζωή μας και για τις τύχες της Ελλάδας;

Στην πραγματικότητα βέβαια οι «διανοούμενοι» βρίσκονται πάντα στη θέση τους, μόνο που το περιβάλλον που έδινε την αίγλη και το αντίστοιχο βάρος στις απόψεις τους έχει αλλάξει, με αποτέλεσμα και οι ίδιοι να μην ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές του διανοούμενου της δεκαετίας του 1950 και του 1960, της χρυσής δηλαδή εποχή των διανοουμένων. Είναι η εποχή που στη Γαλλία ο Albert Camus εμφανιζόταν να αντιπροσωπεύει το αρχέτυπο του διανοούμενου, με την ανεξαρτησία της σκέψης του, την πολιτική αυτοτέλεια της γνώμης του και τη διάθεσή του να μιλάει χωρίς να φοβάται το κόστος των όσων έλεγε.

Και στην Ελλάδα τα πράγματα δεν ήταν διαφορετικά, οι δεκαετίες αυτές, προσδιορισμένες από τη σφοδρή αντίθεση ανάμεσα στην Αριστερά και την εθνικοφροσύνη, προσέφεραν το έδαφος για την ανάδειξη σημαντικών προσωπικοτήτων, οι οποίες ήταν σε θέση να ξεφύγουν από τα κοινότοπα διλήμματα και να αρθρώσουν έναν δικό τους ανεξάρτητο λόγο. Δεν έχει σημασία στο σημείο αυτό να πούμε ποιοι ήταν αυτοί – ένα ξεφύλλισμα των Εποχών θα αρκούσε για να τους αναδείξει -, ασφαλώς όμως δεν ήταν εκείνοι που βρίσκονταν εξαρτημένοι από τη μία ή την άλλη πλευρά. Γιατί κάτι τέτοιο αντίκειται στον ίδιο τον ορισμό του διανοούμενου.

Σήμερα, τα δεδομένα έχουν αλλάξει εντελώς. Πρώτα απ’ όλα, η πλήρης εμπορευματοποίηση της επιστήμης και της κουλτούρας δεν μπορούσε να μείνει χωρίς συνέπειες για τη δράση των διανοουμένων. Στις πιο πολλές περιπτώσεις, όσοι παλαιότερα θα μπορούσαν να διεκδικήσουν την ιδιότητα αυτή δρουν πλέον ως εμπειρογνώμονες των πολιτικών ελίτ. Ετσι, αντί ο λόγος των διανοουμένων να είναι ανεξάρτητος και κριτικός προς τους πολιτικούς, έχει πλέον οδηγηθεί στην υποταγή.

Πιο ειδικά, οι πανεπιστημιακοί βρίσκονται μάλλον σε δεινή θέση, καθώς οι ευτελείς αμοιβές τους εύκολα τους οδηγούν στην εξάρτηση από άλλα συμφέροντα. Θυμίζω ότι μία από τις βασικές προϋποθέσεις για την εμφάνιση της ομάδας των διανοουμένων, όπως ο Εμίλ Ζολά, στα τέλη του 19ου αιώνα, ήταν και η δυνατότητά τους να προσπορίζονται τα προς το ζην έτσι ώστε να μη λογοδοτούν σε κανέναν. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει πλέον ή ισχύει σε πολύ μικρή έκταση, έτσι ώστε να είναι άνευ σημασίας.

Κατά δεύτερο λόγο, ένα σημαντικό πρόβλημα των ελλήνων (αν και όχι μόνο) διανοουμένων ή τουλάχιστον εκείνων που θα ήθελαν να διεκδικήσουν αυτή την ιδιότητα εν τοις πράγμασι, είναι και ο μεγάλος «θόρυβος» που περιβάλλει τις απόψεις που διατυπώνουν. Συνήθως όσοι παραπονιούνται ότι δεν ακούγονται οι διανοούμενοι, στην πραγματικότητα παραπονιούνται γιατί δεν ακούν αυτό που θέλουν οι ίδιοι να ακούσουν. Συνάμα, οποιαδήποτε άποψη ξεπερνάει τον κοινό τόπο, προκαλεί σφοδρές αντιδράσεις στα μέσα μαζικής δικτύωσης, με αποτέλεσμα η άποψη αυτή να χάνεται μέσα στην οχλοβοή. Οι δυνατότητες που είχαν οι διανοούμενοι κάποτε να επηρεάσουν την κοινή γνώμη και να την προσανατολίσουν ασφαλώς δεν υπάρχει πλέον, καθώς υφίστανται όλοι οι μηχανισμοί που μπορούν να εκμηδενίσουν τις «διαφορετικές» και καινοτόμες αντιλήψεις.

Στην Ελλάδα του 2022 μπορείς να ακούγεσαι μόνο αν αναλάβεις τον ρόλο του εθνικού εφησυχαστή, ο οποίος επιδιώκει να τα έχει καλά με όλους μιλώντας στη βάση κοινοτυπιών, που κάνουν το ακροατήριο να αισθάνεται όμορφα. Αντίστοιχες περιπτώσεις είναι εκείνες που παρουσιάζουν απόψεις, οι οποίες προβάλλονται μέσω της στήριξης των κομματικών μηχανισμών, δεξιών ή αριστερών.

Ωστόσο εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με διανοούμενους, μιας και την ιδιότητα αυτή δεν μπορούν να τη διεκδικήσουν παρά εκείνοι που, για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του Sartre, «ανακατεύονται σε ό,τι δεν τους αφορά», εκείνοι που ξεφεύγουν από τους κοινούς τόπους και πολεμούν τα ταμπού. Η κοινωνική ημιμάθεια, ιδίως στη χώρα μας, διευκολύνει την έλλειψη ανοχής στις απόψεις όσων έχουν το θάρρος να ακολουθήσουν τον δικό τους δρόμο, να διατυπώσουν γνώμες που ενοχλούν έξω από τις κατεστημένες απόψεις. Αλλωστε η διαμάχη για τις ιδέες ποτέ δεν υπήρξε ένα ισχυρό σημείο στη χώρα μας, ποτέ δεν μπόρεσε να δημιουργηθεί μία παράδοση διανοουμένων.

Αλλά νομίζω ότι υπάρχει μία ακόμη αδυναμία ή δυσκολία προκειμένου να συγκροτηθεί ένας χώρος της διανόησης στη χώρα μας. Η τάση που υπάρχει να καταστρέφεται οτιδήποτε μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία κάποιων ελίτ, στη δική μας περίπτωση ελίτ της διανόησης. Η πολιτική της ισοπέδωσης, ιδίως στην εκπαίδευση, είναι το αντιπροσωπευτικότερο δείγμα της προσπάθειας που συστηματικά καταβάλλεται από τη μεταπολίτευση και δώθε και που νομίζω ότι έχει κοστίσει πολύ ακριβά στην Ελλάδα. Και όλα αυτά σε μία χώρα που ποτέ δεν είχε μπορέσει να επιδείξει μεγάλες επιδόσεις στον τομέα αυτόν.

*Ο κ. Κώστας Κωστής είναι καθηγητής στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Γνώμες
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk