Πώς και γιατί ο «τραμπισμός» έβγαλε ρίζες στις ΗΠΑ

Το κύμα υπέρ των άκρων, η μείωση της ανεργίας και ο αντικατοπτρισμός των παθογενειών της χώρας πίσω από το πολιτικό «φαινόμενο» που σηματοδότησε ο απερχόμενος ένοικος του Λευκού Οίκου

Το 2016, όταν εξελέγη ο Ντόναλντ Τραμπ, οι μισοί Αμερικανοί και το μεγαλύτερο μέρος του υπόλοιπου κόσμου πίστευαν ότι δεν θα έβγαζε την τετραετία. Οι Βρετανοί εξέφραζαν την ελπίδα ότι το βάρος του αξιώματος θα μετρίαζε τις ακρότητες του νέου προέδρου. Πριν από τις εκλογές της περασμένης Τρίτης, δημοσκοπήσεις και αναλυτές ανέμεναν ότι ο Τραμπ θα κατατροπωνόταν.

Οχι μόνο δεν κατατροπώθηκε αλλά κόντεψε να επανεκλεγεί παρά το γεγονός ότι, ύστερα από τέσσερα χρόνια εξαλλοσύνης στον Λευκό Οίκο, κανένας ψηφοφόρος δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν γνώριζε ποιον ψήφιζε. Γιατί ένας ρατσιστής, νάρκισσος, μυθομανής και μισογύνης πρόεδρος, που κλέβει την Εφορία, συνεχίζει να συγκινεί τόσο πολλούς Αμερικανούς; Τι βρίσκεται στο μυαλό των ψηφοφόρων του Τραμπ που δεν μπορούν να καταλάβουν οι υπόλοιποι;

Το παγκόσμιο κύμα υπέρ των άκρων

Το φαινόμενο Τραμπ εκμεταλλεύθηκε ένα κύμα υπέρ των άκρων που παρατηρείται παγκοσμίως. Τα παραδείγματα δεν λείπουν ούτε από την Ευρώπη: η Βρετανία του Brexit και του εθνικιστή Μπόρις Τζόνσον, η Γαλλία της ακροδεξιάς Μαρίν Λεπέν, η Ιταλία του αντισυστημικού Κινήματος 5 Αστέρων και του ξενοφοβικού Ματέο Σαλβίνι… Το κύμα αυτό εθνολαϊκισμού πολώνει τις κοινωνίες και δυσκολεύει την προσπάθεια του Κέντρου να συγκινήσει τους ψηφοφόρους.

Ο μετριοπαθής Τζο Μπάιντεν, αν και θα ορκιστεί πρόεδρος στις 20 Ιανουαρίου, σε αρκετά τμήματα της Αμερικής έχει ελάχιστη απήχηση. Στο Γουαϊόμινγκ ο Τραμπ έλαβε 70%, στη Δυτική Βιρτζίνια 69%, στην Οκλαχόμα και στη Βόρεια Ντακότα 65% ενώ σε έξι ακόμα Πολιτείες έλαβε άνω του 60% (Αϊνταχο, Νότια Ντακότα, Αρκανσο, Αλαμπάμα, Τενεσί και Κεντάκι). Ο Μπάιντεν έφερε το καλύτερο ποσοστό του στην Καλιφόρνια, στη Μασαχουσέτη και στο Βερμόντ, 65% και στις τρεις Πολιτείες, ενώ μόνο σε μία ακόμα ξεπέρασε το 60% (στο Μέριλαντ).

Ο σημαντικός ρόλος της οικονομίας

Προφανώς έπαιξε ρόλο η οικονομία, το υπ’ αριθμόν 1 ζήτημα που καθόρισε την ψήφο των Αμερικανών – και όχι ο κορωνοϊός, όπως είχε ποντάρει ο Μπάιντεν. Την πρώτη τριετία Τραμπ, πριν από την πανδημία, η οικονομία αναπτυσσόταν κατά 2,5% τον χρόνο και το χρηματιστήριο είχε φθάσει σε τέτοια ύψη που, παρά τη βουτιά που έκανε λόγω COVID-19, δεν έπεσε ποτέ πολύ κάτω από εκεί όπου το παρέλαβε ο Τραμπ και σήμερα έχει ανακτήσει το μεγαλύτερο μέρος των απωλειών του 2020.

Η ανεργία συνεχίζει να μειώνεται μετά την κορύφωση του Απριλίου λόγω του κορωνοϊού και οι μισθοί συνεχίζουν να αυξάνονται μετά τη βουτιά λόγω κορωνοϊού, παρά το γεγονός ότι δεν αυξάνονται ούτε κατά διάνοια όσο οι περιουσίες των ανώτατων στρωμάτων, στα οποία η κυβέρνηση Τραμπ χάρισε πολλές φοροελαφρύνσεις.

Επιπλέον, ο πρόεδρος μοίρασε μετρητά σε όλους τους Αμερικανούς λόγω της πανδημίας και προεκλογικά πραγματοποίησε στοχευμένες παροχές σε αγροτικές περιοχές όπου έχανε το προβάδισμα.

«Ο καθρέφτης της Αμερικής»

Παρ’ όλα αυτά υπάρχει κάτι παραπάνω που εξηγεί γιατί ο Τραμπ συνεχίζει να συγκινεί τους ψηφοφόρους. «Είτε χάσει είτε κερδίσει, ο Τραμπ είναι ο καθρέφτης της Αμερικής» σύμφωνα με τον Αντρέ Πέρι από τη δεξαμενή σκέψης Brookings. Ο Πέρι θεωρεί ότι «η υπερμεγέθης υποστήριξη προς τον Τραμπ φανερώνει την «ψυχή» της Αμερικής» για την οποία πολύς λόγος έγινε προεκλογικά και από τους δύο υποψηφίους – δεν έφερε ο Τραμπ τη ρατσιστική ρητορική στη χώρα, ούτε είναι ο πρώτος δισεκατομμυριούχος που κλέβει την Εφορία.

«Ο Τραμπ δεν είναι η αιτία. Είναι η αντανάκλαση παλαιών πολιτικών, αξιών και πρακτικών» καταλήγει ο Πέρι. «Η υποστήριξη προς τον Μπάιντεν είναι αρκετή απόδειξη ότι η Αμερική δεν είναι ο Τραμπ αλλά ο Τραμπ εκπροσωπεί μεγάλο μέρος της ψυχής της Αμερικής. Για να το αντιμετωπίσουμε, πρέπει να αντιμετωπίσουμε τον ρατσισμό, την ξενοφοβία και τον ταξισμό (τις διακρίσεις με βάση την κοινωνική τάξη) του έθνους».

Προτίμησε να μην αλλάξει τακτική

Μετά τις απώλειες που κατέγραψαν οι Ρεπουμπλικανοί στις εκλογές για το Κογκρέσο στο μέσον της προεδρικής θητείας, το 2018, πολλοί συμβούλευσαν τον Τραμπ να προσπαθήσει να διευρύνει τη βάση του εν όψει των εφετινών προεδρικών εκλογών. Ο Τραμπ αρνήθηκε και επικεντρώθηκε στους πυλώνες της βάσης του. Ικανοποίησε τους ευαγγελιστές με την υποστήριξη προς το Ισραήλ και μέτρα για τη θρησκευτική ελευθερία, τους νεοφιλελευθέρους με νόμους που ευνοούν τις επιχειρήσεις, τους οπαδούς της οπλοφορίας με την παρουσία του στα συνέδριά τους, τους πολεμίους των αμβλώσεων με τον εσπευσμένο διορισμό της Εϊμι Κόνι Μπάρετ στο Ανώτατο Δικαστήριο που το κάνει να γείρει αποφασιστικά (6-3) υπέρ των συντηρητικών απόψεων.

Τελικά ο Τραμπ όχι μόνο δεν απώλεσε ψήφους, αλλά και αύξησε κατά σχεδόν 7 εκατομμύρια τις ψήφους που είχε λάβει στις προηγούμενες εκλογές (σχεδόν 70 εκατ. τον ψήφισαν εφέτος έναντι σχεδόν 63 εκατ. το 2016).

Σημάδι διαρκείας στην εξέλιξη της χώρας

Το ερώτημα είναι αν με τον Τραμπ εκτός Λευκού Οίκου θα συνεχίσει να υπάρχει ο τραμπισμός στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και στη χώρα. Πολλοί προβλέπουν ότι στο κόμμα η επιρροή του τραμπισμού θα περιοριστεί χωρίς τον Τραμπ στο τιμόνι της χώρας, αλλά ότι σε κάποια μορφή του θα συνεχίσει να επηρεάζει ένα σεβαστό τμήμα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.

«Είναι γεγονός: αντί να αποτελέσει ένα ατύχημα στην αμερικανική εκλογική σκηνή ή ένα ιντερλούδιο στον Λευκό Οίκο, ο τραμπισμός, όποιος και αν είναι ο ένοικος του Οβάλ Γραφείου τον Ιανουάριο, θα βάλει ένα σημάδι διαρκείας στην πολιτική εξέλιξη των ΗΠΑ» διαπίστωσε ο «Monde» σε κύριο άρθρο του.

Κατάφερε να αυξήσει το έρεισμά του στις μειονότητες

«Για δεύτερη συνεχόμενη φορά, το τραμπικό “κίνημα” δεν κατάφερε να κερδίσει τη λαϊκή ψήφο αλλά επέδειξε μια σχετική ικανότητα προσέλκυσης μειονοτήτων (Λατίνων και μαύρων) και μια ανθεκτικότητα που εξέπληξε στο Τέξας ή στη Φλόριδα», έγραψε ο Ζιλ Παρί σε ανάλυσή του στον «Monde».

Σύμφωνα με το Εθνικό Exit Poll των ΗΠΑ, για τους οπαδούς του Ντόναλντ Τραμπ ο ρατσισμός είναι «ασήμαντο ή καθόλου πρόβλημα», όμως ο αμερικανός πρόεδρος σημείωσε πρόοδο στους αφροαμερικανούς ψηφοφόρους. Με τον ίδιο τρόπο που, παρά την αντιμεταναστευτική ρητορική του, συνεχίζει να συγκινεί τους λατίνους ψηφοφόρους.

Το 12% των μαύρων ψήφισε Τραμπ σε αυτές τις εκλογές, έναντι 8% το 2016 – όχι και ασήμαντη διαφορά, ιδίως ύστερα απ’ όσα συνέβησαν λόγω της αστυνομικής βίας κατά των μαύρων. Η διαφορά γίνεται ακόμα μεγαλύτερη σε απόλυτους αριθμούς, δεδομένου ότι μεγάλωσε η συμμετοχή των ψηφοφόρων στις εφετινές εκλογές.

Εξήγηση στην ανεργία

Μια εξήγηση είναι η ιστορικά χαμηλή ανεργία των μαύρων πριν από τον κορωνοϊό. Για ορισμένους μαύρους ψηφοφόρους, αυτό υπερισχύει της τοποθέτησης του προέδρου υπέρ της λευκής υπεροχής. Και υπερίσχυσε του βαριού τιμήματος που πλήρωσαν οι μαύροι στην COVID-19, έχοντας διπλάσιες πιθανότητες από τους λευκούς να πεθάνουν από την ασθένεια.

Οι μαύροι ψήφισαν μαζικά Μπάιντεν, αλλά δεν λείπουν και εκείνοι που καταλόγισαν στον Δημοκρατικό υποψήφιο ότι τις δεκαετίες που ήταν γερουσιαστής ή αντιπρόεδρος δεν έχει και πολλά να επιδείξει σε ζητήματα κρίσιμα για τους μαύρους, όπως τα δυσανάλογα υψηλά ποσοστά φυλακισμένων.

Oσο για τους Λατίνους, ο ένας στους τρεις ψήφισε Τραμπ, ενώ ο Μπάιντεν προσέλκυσε λιγότερους ψηφοφόρους από την πολυπληθέστερη μειονότητα των ΗΠΑ απ’ όσους η Χίλαρι Κλίντον το 2016 (οι Λατίνοι είναι πλέον περισσότεροι από τους μαύρους στις ΗΠΑ, σύμφωνα με το Pew Research Center). Πολλοί λατίνοι ψηφοφόροι εκτίμησαν την άτεγκτη στάση του Τραμπ έναντι της Κούβας και του Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα, άλλοι ταυτίζονται με το «μάτσο» στυλ του προέδρου.

Belt and Road Forum for International Cooperation in Beijing
Ο Σι Τζινπίνγκ

Κινεζική εξαγγελία για εισαγωγές ύψους $22 τρισ. ως το 2030

Οι αντιφάσεις του ιδιότυπου κινεζικού καπιταλισμού αποτυπώθηκαν γλαφυρά τις τελευταίες ημέρες. Η κομματική νομενκλατούρα μπλοκάρισε τη μεγαλύτερη δημόσια προσφορά παγκοσμίως (34,4 δισ. δολ.) του ομίλου Ant, για να μην απειληθεί από τη θυγατρική της εταιρεία ψηφιακών πληρωμών Alipay ο έλεγχος των κρατικών τραπεζών στις συναλλαγές και στην οικονομία. Την ίδια ώρα ο κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ παρέδιδε μαθήματα ελεύθερης αγοράς και εμπορίου στη διεθνή κοινότητα (κύριος αποδέκτης ήταν φυσικά οι ΗΠΑ), εξαγγέλλοντας παράλληλα εισαγωγές αγαθών αξίας 22 τρισ. δολαρίων από τη χώρα του την επόμενη δεκαετία.

Με τις ΗΠΑ σε περιδινήσεις εσωστρέφειας και υπό την απειλή ακόμα και κοινωνικών εξεγέρσεων εξαιτίας της αμφισβήτησης των εκλογικών αποτελεσμάτων από τον Ντόναλντ Τραμπ και με την οικονομία της Δύσης γονατισμένη από το δεύτερο κύμα της πανδημίας, ο Σι εμφάνισε την Κίνα ως παγκόσμια δύναμη σταθερότητας και οικονομικής ευημερίας. Μιλώντας σε έκθεση για τις εισαγωγές (China International Import Expo) που διοργανώθηκε στη Σανγκάη, ο κινέζος ηγέτης απηύθυνε έκκληση για μια «πιο εποικοδομητική προσέγγιση μεταξύ των κρατών, που θα εξασφαλίσει ένα ανοιχτό διεθνές εμπόριο και θα αποκλείει τον προστατευτισμό».

Υπό έλεγχο ο κορωνοϊός

Ο Σι είπε, επίσης, ότι η χώρα του θα επιταχύνει τις προσπάθειές της για να ανοίξει και πάλι την οικονομία της, αφού «έθεσε σε μεγάλο βαθμό υπό έλεγχο την COVID-19». Και υπενθύμισε ότι «η κινεζική οικονομία ανακάμπτει σταθερά, όπως δείχνουν τα στοιχεία από τα τρία τρίμηνα του 2020» και ότι «η κινεζική αγορά είναι σήμερα η μεγαλύτερη και η πιο δυναμικά αναπτυσσόμενη στον κόσμο». Oντως, η Κίνα είναι η μοναδική μεγάλη οικονομία του πλανήτη που αναμένεται να κλείσει τη χρονιά με θετικό ρυθμό ανάπτυξης. Και, όπως φαίνεται, αρπάζει την ιστορική ευκαιρία που της παρέχει η συγκυρία για να αναλάβει έναν διπλό διεθνή ρόλο: ως ατμομηχανή της παγκόσμιας ανάπτυξης υποσχόμενη να εισάγει ετησίως προϊόντα αξίας… 10% του αμερικανικού ΑΕΠ και ως θεματοφύλακας των αρχών της ελεύθερης οικονομίας και του εμπορίου.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτική
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk