Η ζωή εν τάφω – Μυθοπλασία και πραγματικότητα

Bασικό μέλημα του Τάσου Ψαρρά είναι να παραθέσει στοιχεία που ίσως δίνουν απάντηση στο ερώτημα αν ο Αντώνης Κωστούλας, κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος, είναι υπαρκτό πρόσωπο ή εύρημα του Μυριβήλη. Τα στοιχεία προέκυψαν από έρευνα του κ. Ψαρρά για τη μεταφορά του μυθιστορήματος σε σενάριο τηλεοπτικής σειράς, με την οποία ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά τα τελευταία έξι χρόνια.

Βασικό μέλημα του Τάσου Ψαρρά είναι να παραθέσει στοιχεία που ίσως δίνουν απάντηση στο ερώτημα αν ο Αντώνης Κωστούλας, κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος, είναι υπαρκτό πρόσωπο ή εύρημα του Μυριβήλη. Τα στοιχεία προέκυψαν από έρευνα του κ. Ψαρρά για τη μεταφορά του μυθιστορήματος σε σενάριο τηλεοπτικής σειράς, με την οποία ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά τα τελευταία έξι χρόνια.

Κλειδί για την απάντηση στο ερώτημα είναι η σύγκριση των δύο εκδόσεων, του 1924 της Μυτιλήνης και του 1955 που αναπαράγεται μέχρι σήμερα από την «Εστία».
Στον πρόλογο της έκδοσης του 1924 γράφει ο Μυριβήλης: «Σκαλίζοντας μες στο μπαουλάκι της εκστρατείας γιά κάποιο έγγραφο που χρειάστηκα, βρήκα έναν μεγάλο ξεθωριασμένο φάκελο. Είχε μέσα ένα παλιό τετράδιο γραμμένο με μολύβι. Ένα είδος ημερολόγιο μα δίχως ημερομηνίες και δίχως τόπο που γραφότανε… Το τεφτέρι αυτό με το χαρτί του φτηνό και τις μολυβογραμμένες σελίδες, το βρήκα μες σ’ ένα γελιό του 4ου Συντάγματος, ύστερ’ απ’ τη μάχη του Σκρά… Το τετράδιο αυτό ανήκε σ’ έναν λοχία εθελοντή, τον Αντώνη Κωστούλα».
Στην έκδοση του 1955 το μικρό τετράδιο – τεφτέρι γίνεται «…ένα σωρό τετράδια και κατεβατά από λογής-λογής χαρτί, γραμμένα όλα πυκνά-πυκνά, με γράψιμο στρωτό και πολύ σφιχτό. Αναθυμήθηκα τότες, και πάνω στο χοντρόχαρτο ξαναδιάβασα τη μισοσβησμένη παλιά μου σημείωση με το γαλάζιο μολύβι: Τα χειρόγραφα του λοχία Αντώνη Κωστούλα».
Αν πράγματι η αφορμή για την έκδοση του ’24 ήταν το τετράδιο που βρήκε, με ό,τι κι αν έγραφε μέσα, δεν υπήρχε κανένας λόγος να το αλλάξει για την έκδοση του ’55. Το πραγματικό περιστατικό θα έπρεπε να είναι το ίδιο.
Επιπλέον το 1924 μιλάει στον πρόλογο ξεκάθαρα για τη μάχη του Σκρα, ενώ το 1955 για τη «φριχτή μάχη του υψόμετρου 908».
Ωστόσο σε μια περιγραφή ενός τμήματος του χαρακώματος, στο κεφάλαιο «Κου ντε μαίν», αναφέρει: «… Ήτανε μια προεξοχή της βουλγαρικής γραμμής, που ‘βγαινε πάνω στο χάρτη κι απλωνόταν προς την παράταξή μας σα γλώσσα που κοροϊδεύει». Από το χάρτη του ΓΕΣ φαίνεται ολοκάθαρα πως η προεξοχή «της γλώσσας που κοροϊδεύει» στη γραμμή του βουλγαρικού χαρακώματος ανήκει στο φρουριακό συγκρότημα του Σκρα. Άρα δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως ο Μυριβήλης αναφέρεται στη μάχη του Σκρα και στην έκδοση του ’55.
Με βάση αυτή τη βεβαιότητα, είναι αδύνατο να περιέγραψε ο Αντώνης Κωστούλας την προετοιμασία και το ξεκίνημα της μάχης του Σκρα, αφού σκοτώθηκε μέσα στο βουλγαρικό χαράκωμα από το φλογοβόλο κάποιου φραντσέζου, πριν ολοκληρωθεί η μάχη. Πότε λοιπόν πρόλαβε και έγραψε το τελευταίο κεφάλαιο στο τετράδιό του και μάλιστα με τόσες λεπτομέρειες;
Η έκδοση του 1924 μοιάζει περισσότερο με βιαστικές σημειώσεις για ένα μελλοντικό μυθιστόρημα. Περιλαμβάνει 29 σύντομα κεφάλαια, που εκτείνονται σε 203 σελίδες μικρού σχήματος, 9Χ14 χιλιοστά σημειώνει κάπου ο ίδιος, ενώ η έκδοση του 1955 περιλαμβάνει 57 κεφάλαια σε 400 σελίδες μεγάλου σχήματος. Στην έκδοση του ’24 δεν υπάρχουν μεταξύ άλλων τα δημοφιλή στους αναγνώστες κεφάλαια: «Ο λόφος με τις παπαρούνες», «Η πολιτεία – Φάντασμα», «Στο δάσος», «Η μυστική παπαρούνα», «Η Μ’χαγήλους», «Μια φωνή σώπασε» κ.λ.π.
Η διαφορά του όγκου των δυο εκδόσεων ίσως επηρέασε και τον πρόλογο. Ένα τετράδιο-τεφτέρι μπορεί να δώσει αφορμή για ένα μικρό βιβλίο, όπως ήταν ή έκδοση του 1924. Αλλά ένα βιβλίο οχτώ φορές μεγαλύτερο σε ύλη χρειαζόταν σαν αφορμή «πολλά τετράδια και
κατεβατά γραμμένα όλα πυκνά πυκνά». Αυτό όμως υποδηλώνει πως πρώτα γράφηκε το μυθιστόρημα και ύστερα ο πρόλογος.
Ένα ακόμη επιχείρημα ότι ο Αντώνης Κωστούλας επινοήθηκε από τον συγγραφέα, είναι πως στο μυθιστόρημα φαίνεται να υπηρετεί μαζί με τον αδελφό του. Ωστόσο εκείνος που συνυπηρετεί με τον αδελφό του, Κίμωνα Σταματόπουλο, στο 4ο Σύνταγμα της Μεραρχίας Αρχιπελάγους, είναι ο ίδιος ο Μυριβήλης, το πραγματικό όνομα του οποίου ως γνωστό είναι Ευστράτιος Σταματόπουλος. Τόσο ο Μυριβήλης ως φυσικό πρόσωπο όσο κι ο Κωστούλας ως μυθιστορηματική περσόνα, είναι εθελοντές και παίρνουν δυο προαγωγές. Γίνονται δεκανείς και κατόπιν λοχίες. Σε καμιά περίπτωση δεν ισχύει ότι ο Μυριβήλης εκείνη την εποχή είναι λοχαγός, όπως αναφέρεται στην επιφυλλίδα της 15ης Μαρτίου.
Για να ολοκληρώσω για τον Αντώνη Κωστούλα, έψαξα στα Στρατιωτικά Αρχεία, και αυτό το όνομα δεν αναφέρεται στους νεκρούς της μάχης του Σκρα, όπου η Μεραρχία Αρχιπελάγους έχασε 1870 άντρες.
Επίσης, πάλι από τα στρατιωτικά αρχεία, γνωρίζουμε πως διοικητές των τριών συνταγμάτων πεζικού ήταν οι αντισυνταγματάρχες Κωνσταντίνος Μανέτας, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και Νικόλαος Τσερούλης. Ο Μυριβήλης δεν αναφέρεται σε κανέναν απ’ τους τρεις αλλά στην έκδοση του 1955 δανείζει το όνομα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στον λοχαγό του 6ου λόχου και μάλιστα αφήνει να εννοηθεί πως ήταν ανιψιός του Μπαλαφάρα, του Μέραρχου!
Η ανάπτυξη της Μεραρχίας στα χαρακώματα ολοκληρώθηκε στο τέλος Μαΐου του 1917 οπότε και άρχισαν οι πρώτες αψιμαχίες με τα εχθρικά στρατεύματα.
Η επίθεση στο οχυρό του Σκρα ντι Λέγκεν, η εξόρμηση στο μυθιστόρημα, ξεκίνησε ένα χρόνο μετά, την 17η Μαϊου 1918, κράτησε πάνω από μια μέρα και τελείωσε με νίκη των ελληνικών δυνάμεων. Η νική αυτή οδήγησε σε συνθηκολόγηση της Βουλγαρίας.
Παραθέτω αυτές τις χρονολογίες γιατί δεν μου φαίνεται ακριβές ούτε αυτό που αναφέρεται στο «Σημείωμα του Εκδότη» στην εισαγωγή της ανατύπωσης της πρώτης έκδοσης, το 1991, ότι ένα κεφάλαιο του μυθιστορήματος δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Νέα Ελλάς της Θεσσαλονίκης το 1917. Πότε πρόλαβε κι έγραψε το κεφάλαιο ο Μυριβήλης και προπαντός πώς το έστειλε στην εφημερίδα, όταν οι άδειες είχαν κοπεί λόγω των πολλών ελλείψεων, η δε λογοκρισία έλεγχε όλες τις επιστολές που έφευγαν απ’ το χαράκωμα «για παράπονα και κακοπάθειες»; Και το μυθιστόρημα ήταν ιδιαίτερα επικριτικό για τις συνθήκες που επικρατούσαν στο στράτευμα. Επιπροσθέτως, λογοκρισία στον τύπο της πόλης είχε επιβάλει και η Εθνική Άμυνα, για να «υποβοηθηθεί το έργον της Επαναστάσεως». Άρα, πώς δημοσιεύτηκε το κεφάλαιο;
Βέβαια, και ο Vitti στο βιβλίο του Ιδεολογική λειτουργία της Ελληνικής ηθογραφίας, αναφέρει πως στον κολοφώνα της Ζωής (έκδ.1949) ο ίδιος ο Μυριβήλης μας πληροφορεί «ότι ένα κεφάλαιο κιόλας δημοσιεύτηκε τότες (δηλαδή κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου) στη Νέα Ελλάδα που έβγαινε στη Θεσσαλονίκη», χωρίς να προσδιορίζει το έτος.
Δεν βρήκα την έκδοση του ’49. Έχω όμως την εντύπωση πως το κεφάλαιο αν δημοσιεύτηκε, θα δημοσιεύτηκε μετά τη μάχη του Σκρα, το 1918, όταν ο Μυριβήλης εκπαιδευόταν στη Θεσσαλονίκη ως υποψήφιος έφεδρος ανθυπολοχαγός.
Διατηρώ και πολλές αμφιβολίες για την εφημερίδα. Η Νέα Ελλάς, του Θαλή Κουτούπη, έβγαινε στην Αθήνα από το 1913 και μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη το Νοέμβρη του 1916 ακολουθώντας την Τριανδρία. Μετά την απομάκρυνση του Κωνσταντίνου και την επιστροφή του Βενιζέλου στις 13 Ιουνίου του 1917, η εφημερίδα διέκοψε την έκδοση στη Θεσσαλονίκη και συνέχισε στην Αθήνα, από τον Ιούλιο του ιδίου έτους μέχρι το τέλος του 1921. Κατά συνέπεια, ο Μυριβήλης στα χαρακώματα του Μοναστηρίου και η Νέα Ελλάς στη Θεσσαλονίκη συμπίπτουν για πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Το θεωρώ απίθανο να ολοκληρώθηκε το κείμενο, να ταχυδρομήθηκε με το στρατιωτικό ταχυδρομείο και να πρόλαβε να το δημοσιεύσει η συγκεκριμένη εφημερίδα αποφεύγοντας τη λογοκρισία.

Δεν θα κρατούσαν όμως ένα απόκομμα με την πρώτη δημοσίευση είτε ο Μυριβήλης είτε οι συγγενείς του; Έψαξα στο αρχείο Μυριβήλη στη Γεννάδειο και δεν βρήκα κάτι.
Αλλά ας αφήσουμε τον ίδιο τον Μυριβήλη να μας εξηγήσει πώς ξεκίνησε να γράφει τη Ζωή εν τάφω στην πρώτη του συνέντευξη που έδωσε σαν συγγραφέας, στον Μανώλη Ρέπα, για την εφημερίδα Πατρίς (9/12/1930). Μέρος της συνέντευξης επαναδημοσίευσε ο Γιώργος Ζεβελάκης στην Ελευθεροτυπία (31/12/99): «Ήταν μόλις γύρισα απ’ την καταστροφή της Μικρασίας. Έβγαζα τότε μια βδομαδιάτικη εφημερίδα, την Καμπάνα, γραμμένη πέρα για πέρα στη δημοτική. Η Καμπάνα εγράφετο για τους απολυμένους εφέδρους του νησιού. Εδιαβάζετο με φανατισμό. Φαντασθήτε πως ήτανε 15000 έφεδροι πειθαρχικά ωργανωμένοι στα 95 χωριά του νησιού. Γράφτηκε, το λοιπόν, για τους συντρόφους των πολέμων ως επιφυλλίδα της Καμπάνας. Απ’ εκεί ανατυπώθηκε κι έγινε η πρώτη έκδοσις του βιβλίου».
Όσο γιατί άργησε τόσα χρόνια να ξανατυπώσει το βιβλίο, ο Μυριβήλης προσθέτει: «Γιατί όταν τέλειωσε το έργο ως επιφυλλίδα της Καμπάνας, το ξαναδούλευα κατά μεγάλα διαστήματα. Έπειτα ο κύκλος των αναμνήσεων, που ήταν το προζύμι του βιβλίου, γέννησε κι άλλα κομμάτια που έκανε όλο αυτό το πράμα ένα ογκώδη τόμο. Ήθελε πολλά λεφτά για να εκδοθή… Τύπωσα αγγελίες προαγοραστών, και η Λέσβος τις γιόμισε με ονόματα. Σαν μαζεύτηκε το απαιτούμενο ποσόν, ήρθα στην Αθήνα και το τύπωσα».

Κουβέντα για το κεφάλαιο του 1917, ούτε για την Νέα Ελλάδα, ούτε καν για τον Αντώνη Κωστούλα. Και μιλάμε για συνέντευξη του 1930, όταν όλα του ήταν πρόσφατα.
Τελικά είτε ο ήρωας υπήρξε πραγματικό πρόσωπο, πράγμα που δεν πιστεύω, είτε εύρημα του δημιουργού, η «Ζωή εν τάφω» είναι ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα με πανανθρώπινες αξίες και εντυπωσιακή εικονοποιία.
Κατά τον Δ. Ν. Μαρωνίτη είναι «το σημαντικότερο έργο της μεσοπολεμικής μας πεζογραφίας και ένα από τα αυθεντικά της ομόθεμης ευρωπαϊκής λογοτεχνίας». (ΤΟ ΒΗΜΑ επιφυλλίδα 15/3/2015).
Η «Ζωή εν τάφω» διέπρεψε και στο εξωτερικό. Μεταφράστηκε σε πολλές ξένες γλώσσες, κάνοντας συνολικά 22 εκδόσεις. Η τελευταία πριν 3 χρόνια στην Αμερική.
Πρόσφατα, καλοκαίρι του 2014, δραματοποιήθηκε για το ραδιόφωνο και μεταδόθηκε από το BBC RADIO 3.
Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Πολιτισμός
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk