• Αναζήτηση
  • Νίκος Κούρκουλος: Ιστορίες από τη ζωή του

    «Ο Νίκος Κούρκουλος πήρε το ανδρικό πρότυπο του Γιώργου Φούντα από τα χρόνια του ’50 και το εξέλιξε στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1960».

    «Ο Νίκος Κούρκουλος πήρε το ανδρικό πρότυπο του Γιώργου Φούντα από τα χρόνια του ’50 και το εξέλιξε στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1960». Ο Ιάσονας Τριανταφυλλίδης κοπίασε αρκετά για να καταφέρει να συζητήσει με τον Νίκο Κούρκουλο όταν ήταν διευθυντής στο Εθνικό Θέατρο. Η απάντηση στην πρώτη του προσέγγιση ήταν αρνητική, αλλά όταν τελικά βρέθηκαν κατέληξε πως μίλησε με έναν «πολύ γοητευτικό άνθρωπο με επιβλητική αρσενική θωριά και έντονη φωνή», που έδινε ευθείες απαντήσεις και με κοφτό στυλ, μια αυστηρότητα από την οποία ξεπετάγονταν πού και πού «σπίθες χιούμορ».
    Ο ανεπιθύμητος κατήφορος. Από το 1961 ως το 1975, ο Νίκος Κούρκουλος ήταν το νούμερο 1 αστέρι της Φίνος Φιλμ έχοντας συνεργαστεί με τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες της, από τον Γιάννη Δαλιανίδη ως τον Νίκο Φώσκολο και από τον Βασίλη Γεωργιάδη ως τον Πάνο Γλυκοφρύδη. «Επαιξα και πολύ μικρά ρολάκια επειδή έπρεπε να ξεκινήσω από κάπου» εξηγούσε ο τότε πρόεδρος του Εθνικού, που δεν ντρεπόταν για τη «φάση κομπάρσος».
    Ωστόσο, όπως πολλοί άλλοι, έτσι και εκείνος είχε απορριφθεί αρχικώς από τον Φιλοποίμην Φίνο. Στο κάστινγκ για τον «Κατήφορο», την ταινία στην οποία ο Κούρκουλος πήρε τελικά τον πρώτο του πρωταγωνιστικό ρόλο, αρχικά δεν ήταν ευπρόσδεκτος. «Λέει ο Γιάννης Δαλιανίδης στον Φίνο: «Είδα έναν νέο στο θέατρο και είναι καταπληκτικός για τον ρόλο». Ρωτά ο Φίνος: «Πώς τον λένε;». «Νίκο Κούρκουλο» του απαντά ο Δαλιανίδης. Και ο Φίνος ανταπαντά: «Μη μου ξαναναφέρεις αυτό το όνομα, θέλεις να κατεβάσω τις μπομπίνες (από την ‘Κυρία δήμαρχο’) να τον δεις; Δεν θέλω να ξανακούσω για αυτόν!»». Αργότερα, οι φωτογραφίες από μια παράσταση με την Ελσα Βεργή έπεισαν τον παραγωγό και τον επέλεξε ο ίδιος χωρίς να έχει δει το όνομά του. «Από μία φωτογραφία έβγαινε όλο αυτό που ήθελε να έχει στην ταινία του, τον «Κατήφορο». Γιατί ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν παραγωγός. Ηταν καλλιτέχνης ο Φίνος, δεν ήταν μόνο παραγωγός».
    Οχι στην κωμωδία. Παρότι ο Νίκος Κούρκουλος ήταν ο πρώτος κύριος Σαμιωτάκης όταν το έργο «Δεσποινίς διευθυντής» των Κώστα Πρετεντέρη – Ασημάκη Γιαλαμά ανέβηκε στο θέατρο, δεν ήταν εκείνος που επανέλαβε τον ρόλο στο πλατό του κινηματογράφου, αλλά ο Αλέκος Αλεξανδράκης. «Η κωμωδία δεν μου «μίλαγε»» είπε ο Κούρκουλος. «Οπως η Αλίκη δεν ήθελε το δράμα, εγώ δεν ήθελα την κωμωδία. Την απωθούσα. Και στο θέατρο ακόμη…».
    Αλλωστε, όπως ο ίδιος λέει, «το ατού του Κούρκουλου και για τον Φίνο και για οποιονδήποτε άλλο ήταν αυτό που έφερνε όχι σαν κωμικός αλλά σαν ηθοποιός που προβάλλει το ανδρικό στοιχείο, το οποίο πέρναγε στο πανί και από εκεί στον κόσμο. Ισως αυτό ήταν».
    Δέρνοντας τον Κούρκουλο. Μιλώντας για την ταινία «Κοσμάς ο Αιτωλός», που αν και ξεκίνησε με τον Ντίνο Δημόπουλο, εν τέλει δεν γυρίστηκε ποτέ, ο Νίκος Κούρκουλος θυμίζει άλλες συνθήκες κινηματογράφου στην Ελλάδα: «Το πρώτο γύρισμα ήταν πολύ δύσκολο. Εγώ δέρνω την πρωταγωνίστρια, ας μην αναφέρουμε ονόματα, αφού δεν έγινε η ταινία. Το γύρισμα έγινε μία μέρα, έγινε και δεύτερη μέρα και μετά η πρωταγωνίστρια έχει πρηστεί γιατί το ξύλο γίνεται κατά ένα μέρος τεχνικά, όχι όλο φυσικά, ένα χαστούκι σε γκρο πλαν δεν μπορεί παρά να είναι ένα γερό χαστούκι που μπορεί να το φας και έξι φορές». Το απόλυτο αρσενικό ήξερε να δίνει χαστούκια αλλά και να τα δέχεται αγόγγυστα. «Οπως τότε που είχα φάει χαστούκι από τον Καζάκο 15 φορές, διότι δίσταζε να μου το δώσει. Με έβρισκε πότε στη μύτη, πότε στο αφτί, πότε στο πιγούνι. Του λέω: «Κοίταξε να δεις, μου έχεις δώσει 15 χαστούκια γιατί φοβάσαι να μου δώσεις ένα. Εάν μου το είχες δώσει πριν από τρία τέταρτα, δεν θα είχα φάει 15. Πάρ’ το απόφαση, πρέπει να φάω ένα χαστούκι που πρέπει να ‘γράψει’, ρίχ’ το λοιπόν!». Κι έτσι μου έδωσε το χαστούκι και τελείωσε το γύρισμα».
    Θέατρο, Illya και Τόνι. Πέρα από τις συνεργασίες του με μεγάλες πρωταγωνίστριες όπως η Τζένη Καρέζη και η Ελλη Λαμπέτη, στη δεκαετία του 1960 ήρθε και η Αμερική με τη Μελίνα Μερκούρη στο «Illya Darling» που ανέβηκε στο Μπρόντγουεϊ. «Ημουν υποψήφιος για το βραβείο Τόνι και ήρθα τρίτος ανάμεσα σε όλους τους αμερικανούς ηθοποιούς. Με έκανε να νιώσω πολύ όμορφα. Και μόνο να σε προτείνουν για βραβείο Τόνι… Είχα πάθει σοκ!».

    Ακολούθησαν κι άλλες προτάσεις στην Αμερική. «Ναι, είχα αρκετές προτάσεις, αλλά εδώ που τα λέμε δεν ήταν κάτι που θα μπορούσα να κάνω. Δεν θα μπορούσα να ζήσω έξω από την Ελλάδα. Ημουν αρκετά μεγάλος πια… Το έβλεπα δύσκολο να αλλάξω εθνικότητα. Γιατί στην ουσία έπρεπε να γίνω Αμερικανός και στη νοοτροπία, και στη δουλειά, και σε όλα».

    Ωστόσο ο Νίκος Κούρκουλος, ακριβώς επειδή σεβόταν το θέατρο πάρα πολύ, άργησε να κάνει δικό του θίασο όπως συνηθιζόταν τότε. Αυτό έγινε το 1972, στο Θέατρο Αλάμπρα, όπου ανέβασε το «Τάνγκο» του Μρόζεκ.
    Αυστηρός κριτικός. «Δεν θυμάμαι να είχα με κανέναν σκηνοθέτη κόντρες», λέει ο Κούρκουλος, «εκτός από τον Νίκο Τζίμα στον «Αστραπόγιαννο». Γιατί ήταν ένας σκηνοθέτης που ενώ είχε πάρα πολλά πράγματα μέσα του, δεν ήξερε πώς να τα «μεταφράσει» τεχνικά. Δεν ήξερε να στήσει τη μηχανή, για παράδειγμα». Ο ηθοποιός περιγράφει τις συνθήκες ενός γυρίσματος: «Hμασταν σε ένα χάνι και παίζαμε τάβλι από τις 8 το πρωί μέχρι τις 12 το μεσημέρι. Εξω έκανε ένα φοβερό κρύο και έστηναν ένα τράβελινγκ. Κάποια στιγμή λέω: «Τι είναι αυτό το πράγμα, μία σκηνή είναι, τι κάνουν τόσες ώρες;». Βγήκα έξω και βλέπω τον Τζίμα να προσπαθεί να εξηγήσει στον οπερατέρ τι θέλει. Τον φωνάζω και τον ρωτάω: «Τι θέλεις; Γιατί δεν κάνουμε ένα πλάνο και καθόμαστε από το πρωί; Ξέρουμε τη σκηνή, έχουμε κάνει πρόβα, είμαστε έτοιμοι». «Βρε Νίκο», μου λέει, «θέλω εσένα γκρο πλαν και πίσω πλήθος»».
    «Οχι άλλο κάρβουνο». Θα ήθελε να τον θυμούνται από μια ταινία; «Θα το δω συναισθηματικά περισσότερο, δεν θα είμαι σωστός κριτής» απάντησε ο Νίκος Κούρκουλος. «Ας πούμε, μου αρέσει πάρα πολύ ο μονόλογος του ήρωα στο «Ορατότης μηδέν», στη σκηνή του δικαστηρίου, όπου λέει «όχι άλλο κάρβουνο». Ηταν στιγμές που ταξίδεψα, έφυγα από τον εαυτό μου, δεν ήμουν ο Νίκος, ήμουν ο ήρωας του συμβάντος, το έζησα ως ηθοποιός».
    Οι συμπρωταγωνίστριες. Αλίκη Βουγιουκλάκη: «Η Αλίκη ήταν πάρα πολύ καλή ηθοποιός, αλλά ένιωθες ότι απωθεί το δράμα. Δεν το ήθελε. Η ιδιοσυγκρασία της δεν το ήθελε… Το «Ταξίδι» δεν είχε επιτυχία σαν ταινία. Και η ίδια η Αλίκη το κλώτσησε».
    Μαίρη Χρονοπούλου: «Ηταν η ιδανική παρτενέρ. Την ήθελα (για το «Χώμα βάφτηκε κόκκινο») γιατί έβλεπα ότι ταίριαζε στον ρόλο και γιατί ήταν πολύ καλή ηθοποιός και πολύ σωστή για την περίπτωση. Είχα πει ότι θα ήθελα να είναι και η Μαίρη μαζί μου. Και το δέχτηκε ο Φίνος».

    Στην ίδια σειρά παρουσιάζονται συζητήσεις του γνωστού δημοσιογράφου με τη Ρένα Βλαχοπούλου, την Μπεάτα Ασημακοπούλου, τον Γιάννη Δαλιανίδη και την ενδυματολόγο Ντένη (Θεώνη) Βαχλιώτη

    Γιάννης Δαλιανίδης: Ο θεός των ελληνικών μιούζικαλ

    Με πρώτη τη «Μουσίτσα» το 1959 και τελευταία τα «Ισόβια» το 1988, ο Γιάννης Δαλιανίδης είναι ο νούμερο 2 σε παραγωγικότητα έλληνας σκηνοθέτης, με 74 ταινίες στο ενεργητικό του – οι περισσότερες σε δικό του σενάριο. Ενα μικρό κείμενο για τον Δαλιανίδη σίγουρα τον αδικεί γιατί η ζωή του ήταν σαν μια ταινία από μόνη της, με στρατόπεδα συγκεντρώσεως στην Κατοχή, σπουδές χορού στη Βιέννη. Ηταν άθεος, βαθιά αριστερός, παρότι βρισκόταν «στην πρωτοκαθεδρία της λεγόμενης δεξιάς κουλτούρας, σύμφωνα με το πνεύμα των αριστερών κριτικών της εποχής του».

    Σήμα κατατεθέν του Δαλιανίδη στον κινηματογράφο ήταν τα μιούζικαλ, γι’ αυτό και στη συνέντευξη του Ιάσονα Τριανταφυλλίδη το είδος έχει τη δική του μεγάλη ενότητα (θυμίζω ότι με το «Μερικοί το προτιμούν κρύο», το 1963, ο Δαλιανίδης καθιέρωσε τη μόδα των μιούζικαλ στο ελληνικό σινεμά). «Εκείνο που με ενδιέφερε ήταν η σχέση μου με τη μουσική και τον χορό» λέει ο ίδιος για τα δύο στοιχεία που ήξερε πολύ καλά. Οι μουσικοχορευτικές αναφορές του άλλωστε δηλώνουν έναν άνθρωπο με τρομερή γνώση αντικειμένου, ο οποίος ωστόσο ήταν και πολύ πραγματιστής.

    «Ολα έχουν σχέση με τα εισιτήρια» λέει. «Αν μια ταινία δουλέψει, τα βλέπουν όλα σαν (θετικά) στοιχεία της. Είναι πολύ απλό το πράγμα. Αν η (ίδια) ταινία δεν είχε δουλέψει, εκ των υστέρων, θα τα είχαν βρει ως τα αρνητικά στοιχεία. Είναι πολύ εύκολο να κάνεις κριτική και στην επιτυχία και στην αποτυχία».

    Ντένη Βαχλιώτη: «Το σπίτι της Μερκούρη μού άνοιξε 100 δρόμους»

    Οπως στη συνέντευξη της Μπεάτας Ασημακοπούλου τη μερίδα του λέοντος έχει ο Ορέστης Λάσκος, έτσι και στη συνέντευξη με την ενδυματολόγο Ντένη (Θεώνη) Βαχλιώτη – που πέθανε το 2014 – ο Ιάσονας Τριανταφυλλίδης εστιάζει στη σχέση της με τη Μελίνα Μερκούρη και τη συνεργασία τους – κυρίως στο «Ποτέ την Κυριακή» του Ζυλ Ντασσέν.

    Η Βαχλιώτη – πρώτη εξαδέλφη της διεθνώς καταξιωμένης ενδυματολόγου Θεώνης Βαχλιώτη-Ολντριτς (1922-2010), βραβευμένης με Οσκαρ για τον «Μεγάλο Γκάτσμπυ» – εξηγεί πως ο Γιάννης Τσαρούχης ήταν εκείνος από τον οποίο άκουσε για πρώτη φορά «κάτι που λέγεται κοστούμια στο θέατρο».

    Στα χρόνια της κατοχής η Βαχλιώτη μπήκε στο σπίτι της Μερκούρη, που της «άνοιξε 100 δρόμους». Αρχισε να σχεδιάζει τα κοστούμια που φορούσε στα πάρτι, σπούδασε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών στη Φλωρεντία και εκεί μπήκε στον κινηματογράφο.

    Πίσω στην Ελλάδα, η Μελίνα Μερκούρη τη συνέστησε στον Μιχάλη Κακογιάννη και έτσι προέκυψε η συνεργασία τους στη «Στέλλα» από την οποία δεν πήρε «ούτε φράγκο». Και πώς προέκυψε το «Ποτέ την Κυριακή»; «Ημουν στο Βυζάντιο στο Κολωνάκι και την άλλη μέρα θα έφευγα για τη Ρώμη. Σταματάει ένα αυτοκίνητο και κατεβαίνει η Μελίνα.
    “Ελα εδώ” μου λέει και πήγαμε και καθήσαμε στο διπλανό τραπέζι. Eίδα πρώτη φορά και τον Τζούλη (Ντασσέν). Δεν τον ήξερα, τον είχα μόνο ακουστά. Μου τον συστήνει. “Ποια είναι τα σχέδιά σου;” με ρωτάει. Της απαντάω ότι φεύγω την επομένη για τη Ρώμη. “Δεν φεύγεις” μου λέει».

    Μπεάτα Ασημακοπούλου: «Ολα ήταν ο Ορέστης»

    Το όνοµα της ηθοποιού Μπεάτας Ασημακοπούλου συνδέεται τόσο πολύ με το κατά πολύ βαρύτερο του σκηνοθέτη και συζύγου της, Ορέστη Λάσκου, που ο Ιάσονας Τριανταφυλλίδης, αναγκαστικά, δίνει μεγάλο χώρο στον δημιουργό της μνημειώδους ταινίας «Δάφνις και Χλόη». Εφόσον δεν υπάρχουν πολλές μαρτυρίες για τον Ορέστη Λάσκο, μια συζήτηση για αυτόν με τη γυναίκα που τον γνώρισε καλύτερα και αγάπησε περισσότερο από κάθε άλλο (έμειναν παντρεμένοι από το 1960 μέχρι τον θάνατό του, το 1992) ήταν μια καλή ευκαιρία για να προβληθεί το έργο ενός σκηνοθέτη που ποτέ δεν βρήκε τη θέση που του άξιζε στην κινηματογραφική ιστορία της χώρας.

    Η Ασημακοπούλου γνώρισε τον Λάσκο πολύ μικρή, τον πρώτο χρόνο που είχε βγει στο θέατρο (Ακροπόλ). Μάλιστα, ο Βασίλης Αυλωνίτης ήταν εκείνος που της μετέφερε το μήνυμα: «Ο Λάσκος σε θέλει να πας από του Φίνου, να κάνεις κάτι σε κάποια ταινία». Αν η ταινία γυριζόταν, θα ήταν μια νέα, ομιλούσα εκδοχή του «Δάφνις και Χλόη». «Μου είπε ότι θα ήθελε να κάνω τον ρόλο της Λυκαίνιο, της σεξουαλικής γυναίκας της ταινίας. Είχα αρχές από το σπίτι μου, θα ντρεπόμουν μην και το δει ο πατέρας μου». Αν και ο Λάσκος τελικά την έπεισε, η ταινία δεν γυρίστηκε ποτέ. Η γνωριμία τους όμως τους οδήγησε στον γάμο.

    Είχαν ήδη μεσολαβήσει κάποιες ταινίες τους («Γερακίνα», «Να ζήσουν τα φτωχόπαιδα», «Σαρακατσάνισσα») και ένας ισχυρότατος δεσμός ανάμεσά τους είχε αναπτυχθεί. Της έδειξε τα βράχια στη γενέτειρά του Ελευσίνα πάνω στα οποία έγραψε τα πρώτα του ποιήματα. Της μίλησε για την επιμονή του πατέρα του να σπουδάσει σε στρατιωτική σχολή (ο Λάσκος εγκατέλειψε την Ιατρική και πήδηξε, κυριολεκτικά, από τη μάντρα της Σχολής Ευελπίδων όπου είχε περάσει από τους πρώτους). Εζησε την υπερηφάνεια του: Ποτέ τηλεόραση. Ποτέ χρήματα του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου.

    Η Μπεάτα Ασημακοπούλου αναφέρεται σε άλλους συνεργάτες της, ηθοποιούς όπως ο Νίκος Σταυρίδης και ο Μίμης Φωτόπουλος («τον Γκιωνάκη δεν θέλω να τον θυμάμαι»). Ομως εμφανώς ο Ορέστης Λάσκος ήταν τα πάντα για εκείνη. Οταν έγινε η συνέντευξη με τον Τριανταφυλλίδη, ο Λάσκος είχε πεθάνει και η πίκρα είχε επισκιάσει τις αναμνήσεις της Ασημακοπούλου. «Τώρα θέλω κάτι να ρωτήσω ή αν έχω μια αμφιβολία και λέω πού είναι ο Ορέστης να τον ρωτήσω;».

    Ρένα Βλαχοπούλου: «Δεν νοιάστηκα ποτέ πού θα μπει το όνομά μου»

    «Εζησα άριστη ζωή» λέει στον Ιάσονα Τριανταφυλλίδη η Ρένα Βλαχοπούλου. «Αγάπησα, αγαπήθηκα, έβρισα, με βρίσανε. Ολα ήταν ωραία». Από μόνη της, αυτή η δήλωση αναδεικνύει τον χαρακτήρα της λατρεμένης ηθοποιού που πραγματικά έζησε τα πάντα.

    Τραγουδούσε από μικρή, παιδάκι, στη γενέτειρά της την Κέρκυρα. Στην πλατεία, πάνω στα τραπέζια των καφενείων, αργότερα στη Λυρική Σκηνή του νησιού. Και είχε τρελό χιούμορ από τότε: όταν τραγουδούσε τον «Θάνατο της Τζίλντας», «πέφτει μια κοτσίδα κάτω και μου φωνάζ’ η μάνα μου από την πλατεία: “Μωρή Ρηνούλα, σου ’πεσε η κοτσίδα”. Και της λέω κι εγώ από τη σκηνή: “Τι θέλεις; Να βγάλω και την άλλη;”». Είναι σαν να τη βλέπουμε μεγάλη σε μια από τις τόσες και τόσες κωμωδίες της…

    Πλούσιοι γονείς (μια γιαγιά της ήταν Βενετσιάνα), τους έχασε και τους δύο στον πόλεμο, στον πρώτο βομβαρδισμό των Ιταλών. Η Βλαχοπούλου πάλεψε σκληρά για να μεγαλώσει τα οκτώ αδέλφια της. Η φωνή της ήταν το εισιτήριο για την Αθήνα. Με δανεικό φουστάνι της Μπέλας Σμάρω τραγούδησε τη «Μικρή χωριατοπούλα, γλυκιά μελαχρινούλα» στην Οαση του Εθνικού Κήπου και έκανε πάταγο.

    Η Βλαχοπούλου διαψεύδει τη φήμη ότι ο πρώτος σύζυγός της, ποδοσφαιριστής της ΑΕΚ Κώστας Βασιλείου, την έφερε στην Αθήνα από την Κέρκυρα. Στην πρωτεύουσα γνωρίστηκαν. «Με παντρέψανε. Δεν είχα ιδέα από την παντρειά, όπως δεν είχα και ιδέα από σεξ. Δεν ένιωσα τίποτα. Εκείνος ο παλιάνθρωπος τότε, λοιπόν, επειδή έβλεπε από τη φωνή μου μέλλον για φαΐ και λεφτά, μόλις έμεινα έγκυος μου είπε: “Θα το ρίξουμε το παιδί”. Ενα δράμα, δεν θα ξεχάσω ποτέ τους πόνους».

    Δεν έπαψε να μισεί απεριόριστα τον Βασιλείου ως τον θάνατό της. Ακολούθησε μια δεύτερη σχέση με άλλον άνδρα και ένα νέο μίσος. Η αλήθεια είναι πως η Βλαχοπούλου δεν ήθελε παιδί. «Δεν τα αγάπησα τα παιδιά ποτέ, ή μάλλον τα αγαπώ όλα τα παιδιά αλλά είχα ευθύνη τότε απέναντι στ’ αδέλφια μου, ποιος θα τα κοιτάξει, ποιος θα τα μεγαλώσει. Γι’ αυτό και δούλευα ασταμάτητα».

    Και πάντα, σε αντίθεση με τους ρόλους της, ήταν ένας άνθρωπος χαμηλού προφίλ. «Δεν έζησα βεντετισμούς και όλες αυτές τις αηδίες, πού θα μπει το όνομά μου. Δεν ρώτησα ποτέ, δεν νοιάστηκα ποτέ». Αποκαλυπτική στην αφήγησή της για τη διεθνή περιοδεία της με τον Γιάννη Σπάρτακο, με τον οποίο μάλιστα τραγούδησε τζαζ, μια από τις πρώτες στην Ελλάδα. Κάιρο, Βηρυτός, Κωνσταντινούπολη, Περσία. «Ο,τι μαζεύαμε το κάναμε λίρες και κάθε βράδυ τις πλέναμε, τις γυαλίζαμε και τις βάζαμε στην άκρη». Στην Περσία ο σάχης τούς ξενάγησε στο παλάτι του, η Βλαχοπούλου «φρίκαρε» από τον πλούτο, «δεν μ’ άρεσε, δεν ξαναπάτησα». Αρνήθηκε την καριέρα στην Αμερική («η Αμερική είναι κουραστική και δεν με ενδιέφερε ποτέ να γράψω ιστορία»), ακολούθησε μια νέα αρχή ως τραγουδίστρια της επιθεώρησης το 1951 και το τραγούδι με τις αδελφές Τατά στην «Οδό Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι. Πρώτη επαφή με το σινεμά στις «Πρωτευουσιάνικες περιπέτειες» του Βασίλη Μάρου το 1957, σοουγούμαν στην Πλάκα, ένας μικρός ύμνος για τον Γιάννη Δαλιανίδη που την επέβαλλε στον Φίνο «που δεν με ήθελε» για το «Μερικοί το προτιμούν κρύο». Ο Δαλιανίδης ήταν επίσης εκείνος που την «είδε» ως «Χαρτοπαίκτρα», «ήταν ο τρόπος που έπαιζα, ο τρόπος που έβριζα».

    Και μια σημαντική λεπτομέρεια: Η πιο διάσημη χαρτοπαίχτρα του ελληνικού θεάματος δεν είχε αγγίξει ποτέ στη ζωή της τράπουλα!

    Τα βιβλία του Ιάσονα Τριανταφυλλίδη «Ελληνικό σινεμά σε πρώτο πρόσωπο» που περιλαμβάνουν συνεντεύξεις με τον Νίκο Κούρκουλο, τη Ρένα Βλαχοπούλου, την Μπεάτα Ασημακοπούλου, τον Γιάννη Δαλιανίδη και την ενδυματολόγο Ντένη (Θεώνη) Βαχλιώτη κυκλοφορούν τις επόμενες ημέρες (εκδόσεις andy’s publishers).

    *Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    BHMAgazino
    Σίβυλλα
    • Έντυπη έκδοση Στο extreme chic σαλέ… Ο πολυέλαιος του 18ου αιώνα είναι το εντυπωσιακότερο αντικείμενο στο κυρίως σαλόνι του «Ultima Gstaad». Οι κρυστάλλινες λεπτομέρειες έτσι... ΣΙΒΥΛΛΑ
    Helios Kiosk