«Θλιμμένες Παναγιές, χλωμές εικόνες…», όπως λέει και ο ποιητής, θα έρθουν το φθινόπωρο από όλα τα μέρη του κόσμου στην Αθήνα και θα αποτελέσουν τα εκθέματα μιας από τις σημαντικότερες εκθέσεις της χρονιάς διεθνώς. Πρόκειται για την έκθεση «Μήτηρ Θεού: Απεικονίσεις της Παναγίας στη Βυζαντινή Τέχνη» με την οποία το Μουσείο Μπενάκη συμμετέχει στον παγκόσμιο εορτασμό για τη συμπλήρωση 2.000 χρόνων από τη Γέννηση του Χριστού. Στην έκθεση επιδιώκεται να παρουσιαστεί μέσα από το υλικό που συγκεντρώνεται η ιδιαίτερη βαρύτητα που είχε η λατρεία της Παναγίας στο Βυζάντιο και η τελείως ειδική σχέση που είχε με την Παναγία η Κωνσταντινούπολη, όπου εδραιώθηκε η λατρεία της Θεομήτορος αποκτώντας όχι μόνο θρησκευτική αλλά και πολύ μεγάλη πολιτική σημασία.
Χωρίς να είναι ιδιαίτερα μεγάλη, η έκθεση «Μήτηρ Θεού» θα περιλαμβάνει 85 εξαιρετικής σημασίας έργα βυζαντινής τέχνης, από τον 6ο ως τον 15ο αιώνα, με απεικονίσεις της Θεομήτορος σε φορητές εικόνες, ψηφιδωτά, εικονογραφημένα χειρόγραφα, ανάγλυφα σε ελεφαντοστό, μάρμαρο και στεατίτη, έργα μεταλλοτεχνίας και υφάσματα. Η έκθεση θα διαρκέσει από τις 15 Οκτωβρίου ως τις 15 Ιανουαρίου 2001 και τα έργα που έχουν επιλεγεί προέρχονται από τα μεγαλύτερα μουσεία της Ελλάδας και του εξωτερικού, από τα μεγαλύτερα εκκλησιαστικά και μοναστικά ιδρύματα, καθώς και από βιβλιοθήκες. Με την επιλογή των εξαιρετικών έργων που θα συγκεντρωθούν στην Αθήνα για να παρουσιαστεί η λατρεία της Παναγίας στο Βυζάντιο είναι από τώρα βέβαιον ότι το Μουσείο Μπενάκη θα σηματοδοτήσει ένα από τα σπουδαιότερα γεγονότα στην προσέγγισή μας στον βυζαντινό πολιτισμό και οπωσδήποτε το πιο σημαντικό γεγονός μετά τη μεγάλη έκθεση που είχε οργανώσει στο Ζάππειο το 1964 ο αείμνηστος Μανόλης Χατζηδάκης με τίτλο «Βυζαντινή Τέχνη – Τέχνη Ευρωπαϊκή».
Ενας πλούσια εικονογραφημένος κατάλογος θα συνοδεύει την έκθεση και στο κάθε έργο θα αφιερώνεται πλήρης μελέτη που στις περισσότερες περιπτώσεις θα πρόκειται για πρώτη δημοσίευση. Τα εισαγωγικά κεφάλαια του καταλόγου υπογράφονται από επιστήμονες που έχουν ειδικά ασχοληθεί με το θέμα της λατρείας της Παναγίας, ενώ παράλληλα επάνω στην ίδια θεματολογία θα οργανωθεί διεθνές συμπόσιο σε συνεργασία με το Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, στο οποίο θα συμμετάσχουν ιστορικοί της τέχνης, θεολόγοι, φιλόλογοι, αρχαιολόγοι και ιστορικοί. Ετσι, με μια έκθεση παγκόσμιας ακτινοβολίας όπως αυτή, το Μουσείο Μπενάκη θα χαιρετίσει την είσοδό μας στην τρίτη χιλιετία μόλις τέσσερις μήνες μετά την επαναλειτουργία του, η οποία υπενθυμίζεται ότι θα εγκαινιαστεί στις αρχές Ιουνίου με τη νέα έκθεση των μουσειακών συλλογών του στο ανακαινισμένο κτίριο της Βασιλίσσης Σοφίας και Κουμπάρη.
Οι διάφορες απεικονίσεις
Η ιδέα για την έκθεση «Μήτηρ Θεού» ανήκει στον διευθυντή του Μουσείου Μπενάκη καθηγητή κ. Αγγελο Δεληβορριά («μέσα από τη λατρεία της Παναγίας στο Βυζάντιο παρουσιάζεται η ίδια η χριστιανική πίστη» λέει), ενώ την οργάνωσή της έχει αναλάβει η καθηγήτρια της Βυζαντινής Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας κυρία Μαρία Βασιλάκη. Η λατρεία της Παναγίας στο Βυζάντιο είχε δώσει στη Θεοτόκο διάφορα προσωνύμια που αντιστοιχούσαν στις διαφορετικές ιδιότητες που της απέδιδαν οι πιστοί: Παναγία η Βρεφοκρατούσα, η Γλυκοφιλούσα, η Παναγία η Νικοποιός, η Παναγία Ενθρονη Βρεφοκρατούσα, η Παναγία Καταφυγή και πάνω από όλες η Παναγία η Οδηγήτρια, που ήταν και ο περισσότερο διαδεδομένος εικονογραφικός τύπος της Παναγίας και της οποίας η εικόνα περισσότερο από όλες λατρεύτηκε στην Κωνσταντινούπολη ως την Αλωση.
Σύμφωνα με την παράδοση, η Παναγία η Οδηγήτρια ήταν η πρώτη πιστή απεικόνιση της Παναγίας. Ηταν μια εικόνα αχειροποίητη όχι γιατί δεν έγινε από ανθρώπινο χέρι αλλά γιατί ζωγραφίστηκε από τον Ευαγγελιστή Λουκά που ήταν άγιος. Οπως λένε οι πηγές, όταν η ίδια η Παναγία είδε την εικόνα, την ευλόγησε. Αυτή την εικόνα την αχειροποίητη που έφερε την ευλογία της Παναγίας μετέφερε κάποτε στον 5ο αιώνα στην πρωτεύουσα του Βυζαντίου η Πουλχερία. Στην Κωνσταντινούπολη η εικόνα εγκαταστάθηκε στη Μονή των Οδηγών και έγινε αμέσως αντικείμενο λατρείας και πολύ σημαντικών περιφορών. Πολλές πηγές μιλούν για την εικόνα αυτή ως τα τέλη του 14ου αιώνα, ενώ χιλιάδες αντίγραφα που έγιναν σε όλα τα μέρη της χριστιανοσύνης δείχνουν πόσο σημαντική ήταν για τους Βυζαντινούς.
Στην Κωνσταντινούπολη η Παναγία η Οδηγήτρια, η Παναγία δηλαδή που δείχνει τον δρόμο στον πιστό, έγινε μέρος της καθημερινής ζωής των κατοίκων αλλά και μέρος της πρακτικής των αυτοκρατόρων. Η εικόνα έγινε σύμβολο εξουσίας και γνωρίζουμε ότι ο αυτοκράτορας την έπαιρνε μαζί του στις εκστρατείες ή τουλάχιστον ώσπου να βγει από την Πόλη, ώσπου να περάσει την πύλη της πρωτεύουσας. Είναι η εικόνα που είχε ιδιότητες οδηγού όχι μόνο στη θρησκεία αλλά και στην πολιτική και στα όποια στρατιωτικά σχέδια και εγχειρήματα. Ως το 1453 που χάθηκε όλες οι περιγραφές των περιηγητών αλλά και οι θρησκευτικές πηγές συμφωνούν για τα στοιχεία της εικόνας, που είναι από τους περισσότερο ξεκάθαρους τύπους της εικονογραφίας της Παναγίας, η οποία πάντα, ως Οδηγήτρια, κρατάει τον Χριστό στο αριστερό της χέρι.
Οι ενότητες της έκθεσης
Σύμφωνα με το σκεπτικό της οργάνωσής της, η έκθεση θα χωρίζεται σε έξι ενότητες: η πρώτη με πρώιμες απεικονίσεις της Παναγίας, η δεύτερη με εικόνες από τη δημόσια λατρεία Της, η τρίτη αφιερωμένη στην εδραίωση και λατρεία της Παναγίας της Οδηγήτριας στην Κωνσταντινούπολη, η τέταρτη ενότητα στην ιδιωτική λατρεία της Παναγίας, η πέμπτη με απεικονίσεις της Θεομήτορος με επιρροές από την Ανατολή και τη Δύση και, τέλος, η έκτη ενότητα περιλαμβάνει απεικονίσεις της Παναγίας της Βρεφοκρατούσας με σκοπό να αναδειχθεί η σύνδεσή της με το Πάθος.
«Ασφαλώς ένα από τα σημαντικότερα έργα που θα δούμε και που ανήκει στην ενότητα των πρώιμων απεικονίσεων είναι η εικόνα της Ενθρονης Βρεφοκρατούσας Θεοτόκου από τη Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά. Χρονολογείται στον 6ο αιώνα και είναι η παλαιότερη φορητή εικόνα της Παναγίας που έχει σωθεί. Εχει γίνει με την τεχνική της εγκαυστικής, δηλαδή με την ίδια τεχνική που γίνονταν τα πορτρέτα του Φαγιούμ» λέει η κυρία Βασιλάκη, η οποία εξηγεί ότι οι ελάχιστες εγκαυστικές εικόνες που έχουν σωθεί σώθηκαν χάρη στο κλίμα του Σινά και προσθέτει ότι ένας πολύ μικρός αριθμός τους μεταφέρθηκε κάποτε τον 19ο αιώνα στο Κίεβο. Στην έκθεση θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε και τη Βρεφοκρατούσα Παναγία από το Κίεβο, και αυτή εγκαυστική σε ξύλο, έργο επίσης του 6ου αιώνα. Η εγκαυστική Παναγία του Σινά πιστεύεται ότι ήταν δώρο του αυτοκράτορα Ιουστινιανού, ο οποίος ήταν ο κτήτορας της Μονής. Ετσι για πρώτη φορά ο κόσμος θα έχει τη δυνατότητα να δει μαζί δύο εγκαυστικές εικόνες του 6ου αιώνα.
Καθώς όμως είναι επίσης η πρώτη φορά που η Ενθρονη Βρεφοκρατούσα Παναγία του Σινά θα περάσει την πύλη της Μονής της Αγίας Αικατερίνης, έχουν προβλεφθεί και θα ακολουθηθούν για το ταξίδι της όλοι οι επιβεβλημένοι κανόνες που αφορούν την προστασία και τη διατήρησή της. Οι εγκαυστικές εικόνες, όπως και άλλα έργα σε εικόνες, χειρόγραφα, ελεφαντοστά και υφάσματα που θα έρθουν σε αυτή την έκθεση, θα μεταφερθούν σε ειδικά clima-boxes (ελεγχόμενου κλιματισμού προθήκες) που διατηρούν τις κλιματολογικές συνθήκες του τόπου όπου βρίσκονται. Τα έργα αυτά μεταφέρονται και εκτίθενται σφραγισμένα μέσα σε αυτές τις ειδικές προθήκες που το Μουσείο Μπενάκη παρήγγειλε στη γερμανική Glassbau Hahn, την ίδια εταιρεία που κατασκεύασε και τις νέες προθήκες της επανέκθεσης του μουσείου.
Ανάμεσα στα πιο σπάνια και παράξενα έργα που θα παρουσιαστούν στην έκθεση είναι μια κεραμική εφυαλωμένη πλάκα διαστάσεων 33Χ33 εκ. Η πλάκα απεικονίζει την Παναγία τη Νικοποιό, την Παναγία δηλαδή που φέρνει τη Νίκη, χρονολογείται στον 9ο-10ο αιώνα και αποτελούσε κεραμική επένδυση του εικονοστασίου κάποιας εκκλησίας της Πόλης. Το έργο αποδίδει την πολιτική διάσταση της Παναγίας σε ένα υλικό ιδιαίτερα ασυνήθιστο και εντάσσεται στην ενότητα της δημόσιας λατρείας.
Εικόνες της Παναγίας της Οδηγήτριας
Ενα από τα υψηλότερα δείγματα της παλαιολόγειας τέχνης του 14ου αιώνα σε μια τυπική εικονογραφία της Παναγίας της Οδηγήτριας είναι η αμφιπρόσωπη εικόνα από το Εθνικό Μουσείο Βελιγραδίου. Οι βυζαντινολόγοι πιστεύουν ότι οι αμφιπρόσωπες εικόνες ήταν εικόνες περιφοράς που έδιναν την ευκαιρία στον κόσμο να δει και τις δύο όψεις και η συγκεκριμένη εικόνα έχει στη μία όψη την Παναγία την Οδηγήτρια και στην άλλη τον Ευαγγελισμό.
Οπως αναφέρθηκε και στην αρχή, η Παναγία η Οδηγήτρια ήταν ο πιο διαδεδομένος τύπος απεικόνισης της Θεοτόκου με το Βρέφος που κρατούσε πάντα στο αριστερό της χέρι. Σε ένα χειρόγραφο που χρονολογείται στα τέλη του 13ου αιώνα και το οποίο θα έρθει στην έκθεση από το Βερολίνο υπάρχει σε μικρογραφία η απεικόνιση της Παναγίας της Οδηγήτριας. «Πρόκειται για μία από τις πιο πιστές αναπαραστάσεις της εικόνας της Παναγίας της Οδηγήτριας όπως λατρευόταν στη Μονή των Οδηγών και βλέπουμε ότι πραγματολογικά στοιχεία του έργου συμφωνούν με αυτά που περιηγητές, τουλάχιστον στον 14ο αιώνα, μας περιγράφουν για την εικόνα αυτή» λέει η κυρία Βασιλάκη και προσθέτει ότι ακόμη και ο Θεοτοκόπουλος, ένας «αναγεννησιακός» ζωγράφος, όταν έκανε τον Ευαγγελιστή Λουκά να ζωγραφίζει την Παναγία την Οδηγήτρια (στις συλλογές του Μουσείου Μπενάκη υπάρχει ένα τέτοιο έργο), μεταφέρει ένα πιστότατο αντίγραφο της ίδιας πάντα εικόνας, εκείνης που πιστεύεται ότι ήταν η αρχική.
Στην ίδια πάντα ενότητα της Οδηγήτριας εντάσσεται και μια άλλη σημαντική εικόνα που έρχεται από το Βρετανικό Μουσείο. Η εικόνα, αβγοτέμπερα σε ξύλο, χρονολογείται στα 1400 και αναφέρεται στην αναστήλωση των εικόνων στα μέσα του 9ου αιώνα. Ως κεντρικό θέμα χρησιμοποιείται η Παναγία η Οδηγήτρια (εικόνα μέσα στην εικόνα) και μεταφερόμαστε στο τέλος της Εικονομαχίας, ακριβώς στα 843. Η εικόνα της Παναγίας της Οδηγήτριας εδώ περιστοιχίζεται από την αυτοκράτειρα και τον γιο της από τη μία πλευρά και τον Πατριάρχη που βρισκόταν τότε στον Θρόνο και μια σειρά εκκλησιαστικά πρόσωπα που έπαιξαν σημαντικό ρόλο για να σταματήσει η διαμάχη για τις εικόνες από την άλλη. Η σειρά των ιεραρχών συνεχίζεται και στο κάτω μέρος της εικόνας.
Η σχέση του πιστού με τη Θεομήτορα
Εκτός από τις εικόνες, όμως, μια ομάδα άλλα έργα, εκκλησιαστικά σκεύη αλλά και κοσμήματα, υφάσματα, εγκόλπια και αντικείμενα προσωπικής χρήσης, συμπληρώνουν την εικαστική θεματολογία αυτής της έκθεσης. Ενα από τα πιο σημαντικά είναι ένα μετάλλιο από οφίτη λίθο (διάμετρος 17,5 εκ.) με ανάγλυφη παράσταση δεομένης Θεοτόκου. Χρονολογείται στον 11ο αιώνα και στην επιγραφή του αναγράφεται η προσωπική επίκληση του αυτοκράτορα Νικηφόρου Βοτανιάτη προς την Παναγία. Το αυτοκρατορικό αυτό μετάλλιο πιστεύεται ότι θα πρέπει να ήταν τοποθετημένο σε πολύτιμο πλαίσιο που χάθηκε και να το κρατούσε ο αυτοκράτορας στα προσωπικά του διαμερίσματα.
Πολύ μικρότερο, με διάμετρο μόλις 3 εκ., είναι ένα άλλο μετάλλιο. Η παράσταση της δεομένης Θεοτόκου είναι εδώ δουλεμένη με σμάλτο επάνω σε χρυσό και χρονολογείται στον 12ο αιώνα. Το μετάλλιο με την εξαιρετικής τέχνης απεικόνιση σε σμάλτο πιστεύεται ότι περιβαλλόταν από κάποιο πολύτιμο πλαίσιο και θα φοριόταν ως εγκόλπιο. Ακόμη ένα δαχτυλίδι που ανήκε στον ναύαρχο Στρυφνό, πάλι από χρυσό και σμάλτο, είναι ένα από τα προσωπικά αντικείμενα που θα παρουσιαστούν στην έκθεση για να φωτίσουν την πλευρά της ιδιωτικής λατρείας και την προσωπική σχέση του πιστού με την Παναγία. Στο δαχτυλίδι αυτό του τέλους του 12ου αιώνα είναι καθαρά γραμμένη η επίκληση ΘΚΕ ΒΟΗΘΕΙ ΤΩ ΣΩ ΔΟΥΛΩ. Ενα ακόμη σπάνιο έκθεμα είναι η λινή ταινία με υφασμένες επάνω της σκηνές από τη ζωή της Παναγίας που προέρχεται από το Τμήμα Αιγυπτιακών Αρχαιοτήτων του Λούβρου. Η ταινία στην οποία σώζονται παραστάσεις Ευαγγελισμού και Γέννησης χρονολογείται στον 5ο-6ο αιώνα και είναι κοπτικής τεχνοτροπίας.
«Θλιμμένες Παναγιές, χλωμές εικόνες…»: σχεδόν πάντα οι Παναγίες οι Βρεφοκρατούσες είναι θλιμμένες. Οι απεικονίσεις, δηλαδή, της Παναγίας σε μια από τις πιο χαρούμενες στιγμές της, της μάνας που κρατάει το βρέφος της στην αγκαλιά, θέλουν τη Θεοτόκο να γνωρίζει εξαρχής ποια μοίρα επιφυλάσσεται στο Παιδί της και τη συνδέουν με το Πάθος. Αυτή άλλωστε η σχέση τονίζεται πολύ συχνά μέσα από τις αμφιπρόσωπες εικόνες οι οποίες φέρουν από τη μία όψη τη Βρεφοκρατούσα Παναγία και από την άλλη είτε τη σκηνή της Σταύρωσης είτε της Ακρας Ταπείνωσης, σκηνές δηλαδή άμεσα δεμένες με το Πάθος. Αλλωστε οι αμφιπρόσωπες αυτές εικόνες ήταν εικόνες περιφοράς στη λειτουργία της Μεγάλης Παρασκευής.
Στην ίδια ενότητα των απεικονίσεων της Παναγίας της Βρεφοκρατούσας όπου προεικονίζεται το Πάθος θα εκτεθεί το δίπτυχο από τη Μονή Μεταμορφώσεως των Μετεώρων με την Παναγία θρηνούσα στο ένα φύλλο και τον Χριστό ως Ακρα Ταπείνωση στο άλλο και μια εικόνα που απέκτησε τελευταία το Μουσείο Μπενάκη με την Παναγία θρηνούσα. Περιλαμβάνονται επίσης μια σειρά εικόνες της Παναγίας της Γλυκοφιλούσας που προέρχονται από διάφορες συλλογές και συνδέονται με το Πάθος.



