Σε έναν κυκεώνα αγωνίας, εγκατάλειψης, ανισότητας και γραφειοκρατικών διαδικασιών βρίσκονται συνεχώς οι ασθενείς με σοβαρές παθήσεις που πασχίζουν να κρατηθούν στη ζωή με καινοτόμες θεραπείες οι οποίες ήρθαν να δώσουν λύση στις μέχρι πρότινος ακάλυπτες ιατρικές ανάγκες.

Οι νεότερες θεραπείες είναι διαθέσιμες διεθνώς και στην Ευρώπη, όμως δεν είναι πάντα βέβαιο ότι είναι διαθέσιμες και στη χώρα μας.

Η μειωμένη χρηματοδότηση του συστήματος υγείας της χώρας μας – σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες του πληθυσμού, που δεν έχει συνέλθει ακόμη από την οικονομική και υγειονομική κρίση, ενώ έχει γεράσει και κατά τουλάχιστον 15 χρόνια– έχει οδηγήσει σε ένα οικονομικό περιβάλλον περιορισμών, που ως αποτέλεσμα έχει τις καθυστερήσεις εισαγωγής νέων καινοτόμων θεραπειών στην εσωτερική αγορά φαρμάκου.

Ταυτόχρονα, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου οι φαρμακευτικές εγκαταλείπουν εξ’ ολοκλήρου την ιδέα να φέρουν μια νέα θεραπεία στην αγορά, λόγω των δυσμενών οικονομικών συνθηκών, με αποτέλεσμα μόλις ένα στα πέντε νέα φάρμακα να φτάνουν τελικά στην Ελλάδα.

Το κλίμα που έχει δημιουργηθεί, οδηγεί σε ένα σπιράλ αποεπένδυσης, το οποίο επιτείνεται από τον πρόσφατο σχεδιασμό του υπουργείου Υγείας για το Ταμείο Καινοτομίας. Ο πήχης μπαίνει ακόμη χαμηλότερα, εισάγοντας ακόμη μεγαλύτερους περιορισμούς και προβλέποντας χρηματοδότηση μόλις 50 εκατ. ευρώ. Κι αυτό, όταν οι κατά περίπτωση ανάγκες που κατ΄ εξαίρεση καλύπτονται από εισαγωγές του Ινστιτούτου Φαρμακευτικής Έρευνας και Τεχνολογίας (ΙΦΕΤ), έχουν φτάσει πλέον τα 400 εκατ. ευρώ.

Αναπόφευκτα, η κατάσταση επηρεάζει και το κομμάτι των κλινικών μελετών, στις οποίες κάποιοι ασθενείς έβλεπαν μια διέξοδο, ενώ και η επιστημονική κοινότητα μπορούσε να συμβάλει στη γνώση και στη βελτίωση της θεραπευτικής. Όσο για το κράτος, το σπιράλ καθόδου επιβαρύνεται και από την απώλεια εσόδων που θα μπορούσαν να εισρεύσουν στη χώρα για την εκπόνηση των κλινικών μελετών  στα νοσοκομεία, με τις ανάλογες απώλειες και στο ΕΣΥ.

Για την πορεία της καινοτομίας στη χώρα και τις επιπτώσεις της τρέχουσας πολιτικής στη φαρμακευτική αγορά, στην επιστημονική κοινότητα και στους ασθενείς, μίλησαν στο in.gr σε μια κοινή συνέντευξη: η κ. Λαμπρίνα Μπαρμπετάκη, Πρόεδρος του PhARMA Innovation Forum (του forum που εκπροσωπεί 31 φαρμακευτικές εταιρείες καινοτομίας στη χώρα μας), A’ Αντιπρόεδρος του ΕλληνοΑμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου και Πρόεδρος της Επιτροπής Φαρμακευτικών Εταιριών του ΕλληνοΑμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου και Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος της AbbVie Ελλάδας, Κύπρου και Μάλτας, ο δρ Μανώλης Σαλούστρος, Αναπληρωτής Καθηγητής Ογκολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και Πρόεδρος της Εταιρείας Ογκολόγων – Παθολόγων Ελλάδας και η κ. Βάσω – Ραφαέλα Βακουφτσή, Β’ Αντιπρόεδρος της Ένωσης Ασθενών Ελλάδας, Πρόεδρος του Συλλόγου Ατόμων με Νόσο του Crohn και Ελκώδη Κολίτιδα Ελλάδας και μέλος Δ.Σ. της International Alliance of Patients’ Associations (IAPO).

Από αριστερά: Λαμπρίνα Μπαρμπετάκη – Πρόεδρος PIF και της Επιτροπής Φαρμακευτικών Εταιρειών AMCHAM, Αντιπρόεδρος AMCHAM, Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος της AbbVie Ελλάδας, Κύπρου, Μάλτας, δρ Μανώλης Σαλούστρος – Αναπληρωτής Καθηγητής Ογκολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και Πρόεδρος της Εταιρείας Ογκολόγων – Παθολόγων Ελλάδας, Βάσω Βακουφτσή – Β’ Αντιπρόεδρος Ένωσης Ασθενών Ελλάδας

  • Η καινοτομία παρουσιάζει υστέρηση στη χώρα. Πώς επιδρά το γεγονός αυτό στον τομέα σας;

Λαμπρίνα Μπαρμπετάκη: Δεν πρόκειται πλέον για υστέρηση, αλλά για σταδιακή αποεπένδυση. Όταν ένα σύστημα καθιστά μη βιώσιμη τη διάθεση καινοτόμων θεραπειών, οι εταιρείες αναγκάζονται να αναπροσαρμόσουν τη στρατηγική τους. Αυτό ήδη αποτυπώνεται σε καθυστερημένα ή μηδενικά λανσαρίσματα, σε επανεξέταση της διατήρησης υπαρχουσών θεραπειών και σε σαφή επιβράδυνση των κλινικών μελετών. Η Ελλάδα δεν ανταγωνίζεται πλέον ισότιμα για επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη και αρχίζει να καταγράφεται ως αγορά που αποφεύγεται.

Μανώλης Σαλούστρος: Η υστέρηση στην υιοθέτηση της καινοτομίας μεταφράζεται σε συστηματική καθυστέρηση ένταξης σύγχρονων θεραπειών στην κλινική πράξη. Στην ογκολογία, όπου η πρόοδος είναι ραγδαία, αυτό δημιουργεί ένα ουσιαστικό «χάσμα φροντίδας» σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Παράλληλα, η αβεβαιότητα του πλαισίου αποζημίωσης και η υποχρηματοδότηση αποθαρρύνουν τις εταιρείες, με αποτέλεσμα τη μειωμένη προτίμηση της χώρας για επενδύσεις και κλινικές μελέτες. Το σύστημα, αντί να ενσωματώνει την καινοτομία, συχνά λειτουργεί ανασταλτικά στην αξιοποίησή της.

Βάσω Βακουφτσή: Η υστέρηση στην καινοτομία στην Ελλάδα επηρεάζει άμεσα τους ασθενείς και έχει ουσιαστικές συνέπειες στην καθημερινότητά τους. Πρώτα απ’ όλα, μεταφράζεται σε καθυστερημένη πρόσβαση σε νέες θεραπείες, γεγονός που επηρεάζει άμεσα την πορεία της νόσου, την ποιότητα ζωής και σε ορισμένες περιπτώσεις την επιβίωση. Επιπλέον, συχνά καλούνται να κινηθούν μέσα σε πολύπλοκες και χρονοβόρες διαδικασίες για να λάβουν την αγωγή τους. Για την κοινότητα των ασθενών και την εκπροσώπησή τους, η πραγματικότητα αυτή μετατοπίζει τις προτεραιότητες. Αντί να επενδύουμε περισσότερο στη συνδιαμόρφωση πολιτικών και στην ενίσχυση της συμμετοχής σε μηχανισμούς όπως η αξιολόγηση τεχνολογιών υγείας (ΗΤΑ), συχνά αναλωνόμαστε σε παρεμβάσεις για την επίλυση άμεσων προβλημάτων πρόσβασης. Τέλος, η συνεχής αβεβαιότητα γύρω από τη διαθεσιμότητα καινοτόμων λύσεων διαβρώνει την εμπιστοσύνη των ασθενών προς το σύστημα υγείας, ενισχύοντας το αίσθημα ανασφάλειας και εγκατάλειψης.

  • Τι επιπτώσεις βλέπετε στην υγεία του πληθυσμού εξαιτίας αυτού;

Λαμπρίνα Μπαρμπετάκη: Οι επιπτώσεις δεν είναι θεωρητικές. Όταν θεραπείες καθυστερούν, δεν εισάγονται ή αποσύρονται, οι ασθενείς μένουν με λιγότερες ή παλαιότερες επιλογές. Αυτό επηρεάζει άμεσα την πορεία της νόσου, ιδιαίτερα σε σοβαρές και χρόνιες παθήσεις. Δημιουργείται μια σιωπηλή, αλλά ουσιαστική ανισότητα: οι Έλληνες ασθενείς δεν έχουν την ίδια πρόσβαση στην εξέλιξη της ιατρικής με άλλους Ευρωπαίους. Και αυτό, σε βάθος χρόνου, μεταφράζεται σε επιβάρυνση της νοσηρότητας και της ποιότητας ζωής.

Μανώλης Σαλούστρος: Οι επιπτώσεις είναι πραγματικές: λιγότερες θεραπευτικές επιλογές και καθυστερημένη πρόσβαση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ασθενείς ενδέχεται να στερούνται ακόμη και θεραπείες «ύστατης λύσης». Παράλληλα, η περιορισμένη συμμετοχή σε κλινικές μελέτες μειώνει τις ευκαιρίες για καινοτόμες θεραπείες. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα που δεν προσφέρει ισότιμη πρόσβαση και διευρύνει τις ανισότητες στην υγεία.

Βάσω Βακουφτσή: Η περιορισμένη πρόσβαση στην καινοτομία έχει άμεσες και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην υγεία των ασθενών, με τρόπους που συχνά δεν είναι άμεσα ορατοί, αλλά συσσωρεύονται με τον χρόνο. Σε κλινικό επίπεδο, οδηγεί σε καθυστερημένη πρόσβαση σε πιο αποτελεσματικές και συχνά πιο στοχευμένες θεραπείες, με αποτέλεσμα χειρότερο έλεγχο των νοσημάτων, περισσότερες επιπλοκές και αυξημένη νοσηρότητα. Ιδιαίτερα σε χρόνιες παθήσεις, η απουσία σύγχρονων επιλογών μπορεί να σημαίνει ταχύτερη εξέλιξη της νόσου και μειωμένη ποιότητα ζωής. Παράλληλα, αυξάνεται η πίεση στο σύστημα υγείας, καθώς η μη έγκαιρη πρόσβαση οδηγεί πολλές φορές σε περισσότερες νοσηλείες και συνολικά υψηλότερο κόστος μακροπρόθεσμα. Επιπλέον, υπάρχει επιβάρυνση όχι μόνο του συστήματος υγείας, αλλά και της κοινωνικής και οικονομικής ζωής της χώρας.

  • Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να ξεπεραστούν τα προβλήματα που δημιουργούνται;

Λαμπρίνα Μπαρμπετάκη: Η δυσκολία δεν είναι τεχνική αλλά δομική. Σήμερα το σύστημα βασίζεται σε ένα μοντέλο χωρίς όρια και χωρίς προβλεψιμότητα, όπου η επιβάρυνση μεταφέρεται δυσανάλογα στη βιομηχανία. Αυτό οδηγεί αναπόφευκτα σε στρεβλώσεις και αποεπένδυση. Χωρίς σαφή ανώτατα όρια, σταθερούς κανόνες και ένα πιο ισορροπημένο πλαίσιο, καμία μεμονωμένη παρέμβαση δεν μπορεί να αλλάξει την πραγματικότητα.

Μανώλης Σαλούστρος: Τα προβλήματα είναι σύνθετα αλλά αντιμετωπίσιμα με στοχευμένες παρεμβάσεις. Απαιτείται ενίσχυση της δημόσιας χρηματοδότησης και διαδικασίες έγκρισης και αποζημίωσης με σταθερό κανονιστικό πλαίσιο που θα ενθαρρύνει επενδύσεις και κλινικές μελέτες. Παράλληλα, η διαφάνεια και η αξιοποίηση μηχανισμών αξιολόγησης τεχνολογιών υγείας μπορούν να συμβάλουν σε πιο ορθολογικές αποφάσεις. Η συνεργασία πολιτείας, επιστημονικών φορέων και βιομηχανίας είναι απαραίτητη για ουσιαστική πρόοδο.

Βάσω Βακουφτσή: Η αντιμετώπιση των προβλημάτων που σχετίζονται με την πρόσβαση στην καινοτομία δεν είναι εύκολη, αλλά είναι απολύτως εφικτή εφόσον υπάρξει πολιτική βούληση και στρατηγικός σχεδιασμός. Πρόκειται για ένα σύνθετο θέμα που απαιτεί παρεμβάσεις σε πολλαπλά επίπεδα: θεσμικό, διοικητικό και χρηματοδοτικό. Παράλληλα, απαιτείται μια διαφορετική προσέγγιση στη λήψη αποφάσεων, με μεγαλύτερη έμφαση στη μακροπρόθεσμη αξία της καινοτομίας και όχι μόνο στο άμεσο κόστος. Ωστόσο, οι αλλαγές αυτές συχνά συναντούν εμπόδια, όπως γραφειοκρατία, περιορισμένους πόρους και θεσμικές αγκυλώσεις. Γι’ αυτό, η πρόοδος απαιτεί συνεργασία όλων των εμπλεκομένων -πολιτείας, επιστημονικής κοινότητας, βιομηχανίας και ασθενών. Δεν είναι μια γρήγορη διαδικασία, αλλά με συντονισμένες κινήσεις μπορεί να επιτευχθεί ουσιαστική βελτίωση σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα.

  • Πόσο αποτελεσματικό πιστεύετε ότι μπορεί να είναι το προτεινόμενο Ταμείο Καινοτομίας;

Λαμπρίνα Μπαρμπετάκη: Το Ταμείο Καινοτομίας μπορεί να συμβάλει, αλλά δεν αρκεί. Υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να λειτουργήσει ως αποσπασματική παρέμβαση σε ένα συνολικά μη βιώσιμο σύστημα. Οι διαθέσιμοι πόροι, της τάξης των 50 εκ. ευρώ, είναι σαφώς ανεπαρκείς σε σχέση με το πραγματικό μέγεθος των αναγκών και δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως ουσιαστική απάντηση. Στην πράξη, δεν μπορούν να αλλάξουν ουσιαστικά την εικόνα της πρόσβασης. Ειδικά αν συνοδευτεί από περιορισμό άλλων μηχανισμών πρόσβασης χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση πόρων, τότε δεν θα καλύψει το κενό. Η καινοτομία δεν μπορεί να στηριχθεί σε ένα μεμονωμένο εργαλείο όταν το συνολικό πλαίσιο παραμένει αποτρεπτικό.

Μανώλης Σαλούστρος: Το Ταμείο Καινοτομίας μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό βήμα για τη βελτίωση της πρόσβασης σε νέες θεραπείες, εφόσον σχεδιαστεί και λειτουργήσει με σαφείς κανόνες, διαφάνεια και ταχύτητα. Για να πετύχει όμως, χρειάζεται πραγματική ενίσχυση πόρων και όχι ανακατανομή των ήδη περιορισμένων. Σε διαφορετική περίπτωση, υπάρχει ο κίνδυνος να μην επιτύχει τον στόχο του. Παράλληλα, είναι κρίσιμο να συνδεθεί με την προσέλκυση κλινικών μελετών και την ενίσχυση της καινοτομίας στη χώρα, προς όφελος των ασθενών.

Βάσω Βακουφτσή: Το Ταμείο Καινοτομίας μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό εργαλείο βελτίωσης της πρόσβασης, ειδικά σε ένα σύστημα που χαρακτηρίζεται από καθυστερήσεις. Υπό αυτή την έννοια, έχει τη δυναμική να προσφέρει οφέλη, ιδιαίτερα για σοβαρές παθήσεις όπου ο χρόνος είναι κρίσιμος. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητά του θα κριθεί από το εάν θα έχει ξεκάθαρο ρόλο και όχι απλώς προσωρινό χαρακτήρα. Εάν ενσωματωθεί σωστά στο σύστημα, με σταθερή και δίκαιη χρηματοδότηση, μπορεί να επιταχύνει την είσοδο της καινοτομίας. Εάν όχι, υπάρχει ο κίνδυνος να παραμείνει ένα περιορισμένης εμβέλειας εργαλείο χωρίς ουσιαστική επίδραση. Συνολικά, μπορεί να αποτελέσει καταλύτη αλλαγής, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα λειτουργήσει αποσπασματικά αλλά ως μέρος μιας ευρύτερη μεταρρυθμιστικής στρατηγικής. 

  • Πόσο σημαντική είναι η ύπαρξη του ΙΦΕΤ και του Συστήματος Ηλεκτρονικής Προέγκρισης (ΣΗΠ) και πώς βλέπετε να εξελίσσεται;

Λαμπρίνα Μπαρμπετάκη: Το ΙΦΕΤ και οι μηχανισμοί πρώιμης πρόσβασης αποτελούν σήμερα την τελευταία γραμμή άμυνας για ασθενείς χωρίς εναλλακτικές. Έχουν διαχρονικά προσφέρει ουσιαστική αξία, καλύπτοντας επείγουσες και ακάλυπτες ιατρικές ανάγκες. Σε πολλές περιπτώσεις καλύπτουν κρίσιμα κενά του συστήματος. Ωστόσο, δεν μπορούν — και δεν πρέπει — να λειτουργούν ως κανονικό κανάλι πρόσβασης. Όταν η εξαίρεση μετατρέπεται σε κανόνα, αυτό υποδηλώνει δυσλειτουργία του συστήματος και οδηγεί σε ανεξέλεγκτη επιβάρυνση της δαπάνης χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό. Η λύση δεν είναι η διεύρυνση της χρήσης τους, αλλά η ενίσχυση ενός σταθερού και προβλέψιμου πλαισίου αποζημίωσης που θα μειώνει την ανάγκη για «έκτακτες» διαδρομές. Διαφορετικά, ο κίνδυνος είναι διπλός: από τη μία να παγιωθεί μια μη βιώσιμη πρακτική και από την άλλη να περιοριστεί τελικά και αυτή η δυνατότητα, αφήνοντας εκ νέου ακάλυπτες ανάγκες.

Μανώλης Σαλούστρος: Το ΙΦΕΤ αποτελεί κρίσιμο μηχανισμό κάλυψης επειγουσών και ακάλυπτων ιατρικών αναγκών, λειτουργώντας ως «δίχτυ ασφαλείας» για τους ασθενείς. Οποιοσδήποτε περιορισμός της λειτουργίας του χωρίς ισοδύναμες εναλλακτικές ενέχει κινδύνους για την πρόσβαση. Το ΣΗΠ είναι ένα σημαντικό εργαλείο ελέγχου, ωστόσο απαιτείται εξορθολογισμός, καθώς η αυξανόμενη ψηφιακή γραφειοκρατία μπορεί να οδηγεί σε καθυστερήσεις στην έναρξη θεραπείας. Η εξέλιξη των δύο αυτών μηχανισμών θα πρέπει να στοχεύει στη διευκόλυνση της πρόσβασης στην καινοτομία, με απλοποίηση διαδικασιών και έμφαση στην ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα.

Βάσω Βακουφτσή: Η ύπαρξη του ΙΦΕΤ είναι σημαντική, καθώς αποτελεί κρίσιμο μηχανισμό για την κάλυψη θεραπευτικών αναγκών όταν δεν υπάρχουν διαθέσιμες επιλογές στην ελληνική αγορά, μέσω του ΣΗΠ. Ωστόσο, στην πράξη, συχνά παρατηρούνται καθυστερήσεις ή γραφειοκρατικά εμπόδια που δημιουργούν αβεβαιότητα στους ασθενείς. Παράλληλα, είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι το κανάλι αυτό δεν θα γίνεται αντικείμενο κατάχρησης, ούτε θα υποκαθιστά τη συστηματική ένταξη φαρμάκων στη θετική λίστα. Το ΣΗΠ και το ΙΦΕΤ πρέπει να παραμείνουν ένας στοχευμένος μηχανισμός για εξαιρετικές περιπτώσεις και ανεκπλήρωτες ανάγκες. Συνολικά, η εξέλιξή τους θα πρέπει να κινηθεί προς μεγαλύτερη ευελιξία και ασθενοκεντρική προσέγγιση, αποφεύγοντας υπερβολικούς περιορισμούς που τελικά επιβαρύνουν τους ασθενείς.