Είναι ίσως ο οικονομολόγος που έχει μελετήσει περισσότερο από κάθε άλλον τις πρακτικές με τις οποίες οι υπερπλούσιοι αποφεύγουν τη φορολόγηση του πλούτου τους. Μαθητής του Τομά Πικετί, γνωστός για την αφοπλιστική καθαρότητα των επιχειρημάτων του, ο Γκαμπριέλ Ζουκμάν βρέθηκε την περασμένη χρονιά στο επίκεντρο της γαλλικής πολιτικής σκηνής, όταν η πρότασή του για ελάχιστη ετήσια φορολόγηση 2% επί της καθαρής αξίας περιουσίας νοικοκυριών που υπερβαίνουν τα 100 εκατομμύρια ευρώ υπερψηφίστηκε από το Γαλλικό Κοινοβούλιο, αλλά «κόλλησε» στη Γερουσία (το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Οι δισεκατομμυριούχοι δεν πληρώνουν φόρο εισοδήματος, εμείς όμως μπορούμε να τους σταματήσουμε», στο οποίο επεξηγεί τη λογική αυτής της πρότασης, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις).

«Το Βήμα» συνομίλησε μαζί του για την πιθανή αποτελεσματικότητα του λεγόμενου «φόρου Ζουκμάν», την αρχή της ισότητας απέναντι στον φορολογικό νόμο, αλλά και το γιατί οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες μοιάζουν με… φορολογικούς παραδείσους για τους δισεκατομμυριούχους.

Εχετε μελετήσει εκτενώς τον «κρυμμένο πλούτο των εθνών», τα χρήματα που βρίσκονται σε φορολογικούς παραδείσους. Για τι νούμερα μιλάμε, σε παγκόσμιο επίπεδο; Και ποια είναι η εκτιμώμενη απώλεια φορολογικών εσόδων;

«Εχουμε εδώ δύο ξεχωριστά ζητήματα, το ζήτημα του προσωπικού πλούτου και το ζήτημα των εταιρικών κερδών που μεταφέρονται κάθε χρόνο σε φορολογικούς παραδείσους. Οσον αφορά τον πλούτο των νοικοκυριών, το ισοδύναμο περίπου του 10% του παγκόσμιου ΑΕΠ σε πλούτο κατέχεται από άτομα σε υπεράκτια χρηματοοικονομικά κέντρα, όπως η Ελβετία, ο Παναμάς και ούτω καθεξής, σε μέρη δηλαδή που παραδοσιακά είχαν πολύ αυστηρούς νόμους περί τραπεζικού απορρήτου. Για πολύ καιρό, σχεδόν όλος αυτός ο πλούτος ήταν κρυμμένος, με την έννοια ότι δεν δηλωνόταν στις φορολογικές αρχές. Αυτό όμως άλλαξε δραματικά από το 2018, όταν τέθηκε σε ισχύ η αυτόματη ανταλλαγή τραπεζικών πληροφοριών. Πριν από αυτό, οι τράπεζες και οι φορολογικοί παράδεισοι δεν ήταν υποχρεωμένοι να παρέχουν καμία πληροφορία στις ξένες φορολογικές αρχές. Τώρα, πρέπει να παρέχουν αυτόματα όλες τις πληροφορίες που διαθέτουν για τους πελάτες τους, το εισόδημα που κερδίζουν κ.ο.κ. Σύμφωνα με τις μελέτες που έχουν διεξαχθεί, η συνέπεια αυτού είναι ότι σήμερα μόνο το 1/3 περίπου του πλούτου που βρίσκεται σε φορολογικούς παραδείσους εξακολουθεί να αποφεύγει τη φορολόγηση».

Υπάρχει πρόοδος λοιπόν…

«Ναι, έχει σημειωθεί πρόοδος από πλευράς πολιτικής. Και αυτό είναι σημαντικό, διότι δείχνει ότι η φοροδιαφυγή δεν είναι κάποιος φυσικός νόμος απέναντι στον οποίο στεκόμαστε αβοήθητοι, αλλά μια επιλογή που κάνουμε. Δεν λέω ότι τα προβλήματα έχουν λυθεί, κάθε άλλο. Ολη αυτή η ιστορία, όμως, δείχνει ότι σημαντική πρόοδος είναι όντως εφικτή σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα».

Και για τα εταιρικά κέρδη στα οποία αναφερθήκατε;

«Σε ό,τι αφορά τις πολυεθνικές εταιρείες έχει σημειωθεί πολύ μικρότερη πρόοδος. Εξακολουθεί να υπάρχει ένα ποσοστό περίπου 30%-35% των παγκόσμιων κερδών των πολυεθνικών που μεταφέρεται σε φορολογικούς παραδείσους. Οταν μιλάμε για κέρδη πολυεθνικών, αναφερόμαστε στα κέρδη που πραγματοποιούνται από εταιρείες εκτός της χώρας όπου εδρεύουν – για παράδειγμα, τα κέρδη που βγάζει η Apple εκτός ΗΠΑ ή η BMW εκτός Γερμανίας. Μιλάμε συνολικά για 1 τρισεκατομμύριο δολάρια κερδών κάθε χρόνο, τα οποία παράγονται σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Γαλλία, η Ινδία ή οι ΗΠΑ, αλλά καταλήγουν να “διοχετεύονται” αλλού, σε μέρη όπως η Ιρλανδία, οι Βερμούδες ή η Σιγκαπούρη, που έχουν σχετικά χαμηλό ή μηδενικό εταιρικό φόρο. Το 2021 130 χώρες είχαν συμφωνήσει σε έναν ελάχιστο φορολογικό συντελεστή 15% για τις πολυεθνικές εταιρείες. Ωστόσο, δυστυχώς, από τότε η συμφωνία έχει αποδυναμωθεί σημαντικά. Ειδικότερα, οι αμερικανικές πολυεθνικές, που αποτελούν μερικούς από τους κύριους “παραβάτες” σε όλη αυτή την ιστορία, έχουν εξαιρεθεί σε μεγάλο βαθμό από αυτόν τον ελάχιστο φόρο του 15%. Επομένως, σε αυτό το ζήτημα, τα περισσότερα παραμένουν ακόμα να γίνουν».

Η φοροδιαφυγή δεν είναι κάποιος φυσικός νόμος απέναντι στον οποίο στεκόμαστε αβοήθητοι, αλλά μια επιλογή που κάνουμε

Και αυτό που λέτε, αν αντιλαμβάνομαι καλά το επιχείρημά σας, είναι ότι η φοροδιαφυγή δεν είναι ένα περιφερειακό ζήτημα, αλλά μια δομική αδυναμία, η οποία καταλήγει να υπονομεύει τα θεμέλια της δημοκρατίας…

«Ναι, απολύτως έτσι. Υπάρχει βεβαίως η τεράστια απώλεια φορολογικών εσόδων για τα κράτη, γιατί τους φόρους που δεν πληρώνουν οι πολυεθνικές αναγκάζεται να τους πληρώσει ο υπόλοιπος πληθυσμός – και πρόκειται για σημαντικά ποσά. Το βαθύτερο, όμως, ζήτημα είναι ότι η φοροδιαφυγή έχει οδηγήσει πολλούς ανθρώπους να χάσουν την ελπίδα τους στην ίδια τη δυνατότητα να υποβληθούν οι ισχυρότεροι οικονομικοί δρώντες, όπως οι πολυεθνικές εταιρείες ή οι υπερπλούσιοι, στον ίδιο νόμο που ισχύει για όλους τους υπόλοιπους. Πολλοί μάλιστα έχουν συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι πρέπει απλώς να αποδεχτούμε πως οι ισχυροί ζουν σε μια παράλληλη κοινωνία. Νομίζω ότι αυτή η άποψη δεν είναι μόνο λανθασμένη, διότι υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους μπορούμε να πολεμήσουμε αυτά τα προβλήματα, αλλά και διαβρωτική. Μετατοπίζει την ουσία όλης της πολιτικής συζήτησης. Οδηγεί στην αδυναμία διασφάλισης της εφαρμογής του νόμου για τους ισχυρότερους οικονομικούς δρώντες. Και όταν συμβαίνει αυτό, τότε τι κάνουν οι κυβερνήσεις; Γίνονται σκληρές με τους φτωχούς, με τους μετανάστες και ούτω καθεξής. Τα πάντα αρχίζουν να περιστρέφονται γύρω από ζητήματα μετανάστευσης και συνόρων, ζητήματα στα οποία οι άνθρωποι έχουν την αίσθηση ότι οι κυβερνήσεις μπορούν πράγματι να κάνουν κάτι. Δημιουργείται, έτσι, γόνιμο έδαφος για τα αντιδραστικά, νατιβιστικά κινήματα, που ανθούν σε πολλά μέρη του κόσμου τα τελευταία 15 χρόνια».

Στο τελευταίο σας βιβλίο, πάντως, λέτε ότι η Γαλλία, ή σχεδόν οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρώπης, είναι στην πραγματικότητα ένας φορολογικός παράδεισος για τους δισεκατομμυριούχους, οπότε δεν χρειάζεται οι ίδιοι να τρέχουν στα πέρατα του κόσμου για να μη φορολογηθούν. Πώς γίνεται αυτό;

«Κοιτάξτε, αυτή είναι μια διαπίστωση που κάναμε τα τελευταία χρόνια. Η αφετηρία της ήταν ότι δεν υπήρχαν αξιόπιστα και επίσημα δημόσια στατιστικά στοιχεία για το τι πληρώνουν σε φόρους οι υπερπλούσιοι, ή ακόμα και για το τι κατέχουν σε πλούτο ή τι εισπράττουν ως εισόδημα. Σε πολλές χώρες υπάρχουν κάποια περιοδικά που προσπαθούν να παρέχουν ορισμένες πληροφορίες σχετικά με αυτό, αλλά δεν υπάρχουν δημόσια δεδομένα. Και ακόμα και τα περιοδικά αυτά δεν παρέχουν καμία πληροφορία για τους φόρους που πληρώνουν οι υπερπλούσιοι. Τα τελευταία 5-6 χρόνια αυτή η αδιαφάνεια άρχισε να διαλύεται, χάρη σε ένα διεθνές ερευνητικό πρόγραμμα στο οποίο συμμετείχαν ομάδες σε δώδεκα χώρες, συνεργαζόμενες συχνά με τις φορολογικές αρχές. Επιχείρησαν να συνδέσουν τους υπερπλούσιους με τις επιχειρήσεις που κατέχουν και από τις οποίες αντλούν τον πλούτο και το εισόδημά τους και να εξετάσουν πόσο φόρο πραγματικά πληρώνουν σε σύγκριση με τον υπόλοιπο πληθυσμό».

Και;

«Ανακαλύψαμε ένα μοτίβο το οποίο επαναλαμβάνεται παντού: αναλογικά, οι δισεκατομμυριούχοι έχουν, με διαφορά, τις χαμηλότερες φορολογικές επιβαρύνσεις από όλες τις κοινωνικές ομάδες, συμπεριλαμβανομένων όλων των φόρων. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, η εργατική τάξη πληρώνει περίπου το 40% του εισοδήματός της σε φόρους, η μεσαία τάξη πληρώνει περίπου το 50% – συμπεριλαμβανομένων όλων των φόρων: φόρος εισοδήματος, ΦΠΑ, άλλοι φόροι κατανάλωσης, φόροι ακίνητης περιουσίας, όλα μαζί. Η ανώτερη μεσαία τάξη πληρώνει λίγο παραπάνω από το 50%, οπότε υπάρχει μια σχετική προοδευτικότητα εκεί, αλλά στη συνέχεια το ποσοστό αυτό πέφτει μόλις στο 25% για τους δισεκατομμυριούχους. Και το ίδιο μοτίβο μέσες-άκρες παρατηρείται σχεδόν και στις δώδεκα χώρες που μελετήσαμε – τη Σουηδία, τη Νορβηγία, τη Βραζιλία, την Ολλανδία, την Ιταλία, τις ΗΠΑ και ούτω καθεξής».

Είναι συγκλονιστικό το στοιχείο…

«Αυτό συνιστά παραβίαση της βασικής αρχής της ισότητας ενώπιον του νόμου, εν προκειμένω της ισότητας ενώπιον του φορολογικού νόμου. Η πιο συντηρητική ερμηνεία που μπορεί να δώσει κανείς σε αυτή τη θεμελιώδη αρχή είναι ότι δεν μπορεί οι πλουσιότεροι άνθρωποι να πληρώνουν μικρότερο φόρο, αναλογικά με το εισόδημά τους, από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Φυσικά, υπάρχει μια θεμιτή συζήτηση γύρω από τον σωστό βαθμό φορολογικής προοδευτικότητας. Αλλά νομίζω ότι επί της αρχής ουδείς δέχεται ότι οι υπερπλούσιοι μπορούν να πληρώνουν λιγότερα από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Αυτό όμως είναι ακριβώς ό,τι συμβαίνει σήμερα. Και οφείλεται θεμελιωδώς στην αποτυχία του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων…».

Ο οποίος είναι φόρος επί των εισοδημάτων και όχι επί της περιουσίας…

«Ναι. Και υπήρξε το μέσο διά του οποίου επιχειρήθηκε να αντισταθμιστεί η αντιπροοδευτικότητα των φόρων κατανάλωσης, όπως είναι ο ΦΠΑ. Οι τελευταίοι είναι πολύ άδικοι και επιβαρύνουν δυσανάλογα τους οικονομικά ασθενέστερους, επειδή απορροφούν ένα πολύ μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους σε σχέση με τους πλούσιους. Οπως και να ‘χει, ο φόρος εισοδήματος υποτίθεται ότι είναι ο τρόπος με τον οποίο εντοπίζουμε τους πλούσιους, αλλά στην πράξη αποτυγχάνει στην περίπτωση των υπερπλουσίων. Διότι, όταν είσαι εξαιρετικά πλούσιος, είναι πολύ εύκολο να διαρθρώσεις την περιουσία σου με τέτοιον τρόπο ώστε να αποφύγεις να δηλώσεις ότι έχεις κάποιο εισόδημα ή τουλάχιστον κάποιο αξιοσημείωτο εισόδημα».

Στη Γαλλία, η εργατική τάξη πληρώνει 40% του εισοδήματός σε φόρους, η μεσαία τάξη 50%, η ανώτερη μεσαία τάξη λίγο πάνω από 50%, αλλά οι δισεκατομμυριούχοι 25%

Ενα παράδειγμα;

«Ενα παράδειγμα είναι οι αποκαλύψεις που έγιναν πριν από τρία χρόνια στις ΗΠΑ σχετικά με τους φόρους που πληρώνουν οι αμερικανοί δισεκατομμυριούχοι. Εκεί είδαμε ανθρώπους όπως ο Ιλον Μασκ ή ο Τζεφ Μπέζος να δηλώνουν σε ορισμένες χρήσεις ελάχιστο ή μηδενικό εισόδημα, πληρώνοντας πολύ μικρό ή καθόλου φόρο εισοδήματος. Υπάρχει μάλιστα και μια χρονιά που ο Μπέζος ζητάει, και λαμβάνει, οικογενειακό επίδομα. Και δεν υπάρχει τίποτα παράνομο σε αυτό! Δεν είναι ότι έκρυβε χρήματα στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ο φόρος εισοδήματος όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά και αλλού. Αν έχεις βρει τρόπους να προσποιείσαι ότι δεν έχεις εισόδημα, τότε δεν έχεις υποχρέωση και να πληρώσεις φόρο εισοδήματος. Ως διευθύνων σύμβουλος της Amazon, ο Μπέζος δεν όρισε μισθό για τον εαυτό του. Εδωσε εντολή στην Amazon να μη διανείμει μερίσματα. Δεν πούλησε ποτέ μετοχές. Και έτσι, δεν πραγματοποίησε ποτέ κεφαλαιακά κέρδη. Το φορολογητέο εισόδημά του εμφανίστηκε, λοιπόν, πράγματι πολύ χαμηλό, παρόλο που το πραγματικό του εισόδημα, το οποίο αποτελεί το μερίδιό του από τα κέρδη της Amazon, είναι πολύ υψηλό. Η δε ικανότητά του να καταβάλλει φόρους ως ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στον κόσμο είναι επίσης πολύ υψηλή.

Επομένως, εδώ υπάρχει μια σοβαρή ανωμαλία. Και αυτό που έχουν δείξει πρόσφατες έρευνες είναι ότι το πρόβλημα εκτείνεται πολύ πέρα από λίγες μεμονωμένες περιπτώσεις. Είναι αντιθέτως δομικό. Μάλιστα, στην Ευρωπαϊκή Ενωση είναι ακόμη χειρότερο απ’ ό,τι στις ΗΠΑ, διότι γίνεται συστηματική χρήση μιας συγκεκριμένης τεχνικής φοροαποφυγής από τους δισεκατομμυριούχους, η οποία είναι γνωστή ως χρήση εταιρειών συμμετοχών (holding companies)».

Πώς ακριβώς λειτουργεί;

«Τοποθετούν όλο τον πλούτο τους σε προσωπικές εταιρείες συμμετοχών, οι οποίες τους προφυλάσσουν από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων. Στα χαρτιά, αυτές οι εταιρείες εισπράττουν όλο το εισόδημα, τα μερίσματα και ούτω καθεξής, αλλά χωρίς να φορολογούνται. Είναι τόσο παράλογο που οι ΗΠΑ, σχεδόν έναν αιώνα πριν, αποφάσισαν να το καταστήσουν παράνομο. Το συνειδητοποίησαν το 1933, κατά τη διάρκεια του New Deal, όταν αποκαλύφθηκε ότι ο J.P. Morgan – ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους της εποχής – δεν είχε πληρώσει καθόλου φόρο εισοδήματος το 1931 και το 1932. Ετσι, θέσπισαν νόμους ώστε να καταστήσουν, στην πράξη, αδύνατο για τους υπερπλούσιους να χρησιμοποιούν εταιρείες συμμετοχών για να αποφεύγουν τον φόρο εισοδήματος. Στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ωστόσο, δεν έχουμε τέτοιους νόμους, εξ ου και το ακόμη μεγαλύτερο φορολογικό προνόμιο για τους υπερπλούσιους στην επικράτεια της Ενωσης σε σύγκριση με τις ΗΠΑ».

Η δική σας πρόταση εδώ ποια είναι; Σε τι ακριβώς συνίσταται ο «φόρος Ζουκμάν»;

«Πρόκειται για τη δημιουργία μιας νέας αρχής, μιας αρχής σύμφωνα με την οποία ο ακραίος πλούτος πρέπει να συνοδεύεται από αναπόφευκτα καθήκοντα απέναντι στην κοινωνία. Αν είσαι εξαιρετικά πλούσιος – μπορεί κανείς να συζητήσει τι σημαίνει αυτό, εγώ προτείνω τα 100 εκατομμύρια ευρώ περιουσία – πρέπει να πληρώνεις έναν ελάχιστο φόρο. Το μηδέν είναι πολύ λίγο, νομίζω ότι όλοι μπορούν να συμφωνήσουν σε αυτό. Πώς υπολογίζουμε, λοιπόν, αυτό το ελάχιστο; Αν το υπολογίσουμε ως ποσοστό του εισοδήματος, δεν θα οδηγηθούμε μακριά. Αυτό ακριβώς φανερώνει το παράδειγμα με τον Τζεφ Μπέζος που συζητήσαμε προηγουμένως. Επομένως, πρέπει να το υπολογίσουμε σε σχέση με κάτι που είναι πολύ πιο δύσκολο να χειραγωγηθεί από το εισόδημα, δηλαδή τον πλούτο. Εξ ου και η πρόταση για έναν ελάχιστο φόρο που εκφράζεται ως ποσοστό του πλούτου».

Και πού τοποθετείτε τον συντελεστή;

«Η δική μου πρόταση είναι στο 2%. Διότι είναι ο συντελεστής που θα διασφάλιζε ότι, συμπεριλαμβανομένων όλων των φόρων, οι δισεκατομμυριούχοι θα πληρώνουν αναλογικά με το εισόδημά τους όσο και ο υπόλοιπος πληθυσμός. Είναι, λοιπόν, ο συντελεστής που θα εξάλειφε την αντίστροφη προοδευτικότητα που έχουμε σήμερα. Δεν θα καθιστούσε το φορολογικό σύστημα προοδευτικό, ούτε θα επαρκούσε για την καταπολέμηση της ανισότητας. Ο πλούτος των δισεκατομμυριούχων, άλλωστε, αυξάνεται κατά 10% ετησίως εδώ και δεκαετίες. Δεν θα αλλάξει κάτι ουσιαστικό σε αυτό με έναν φόρο 2%. Θα έλυνε όμως ένα άλλο ζήτημα: το γεγονός ότι σήμερα δεν τηρούμε την αρχή περί ισότητας ενώπιον του φορολογικού νόμου. Με αυτόν τον ελάχιστο φόρο 2% επί της περιουσίας τους, οι υπερπλούσιοι θα πλήρωναν ποσοστιαία τουλάχιστον όσο – ούτε καν περισσότερο – και η μεσαία τάξη. Αυτό ακριβώς ψήφισε η Γαλλική Εθνοσυνέλευση τον Φεβρουάριο του 2025 για άτομα με περιουσία άνω των 100 εκατομμυρίων ευρώ. Η ρύθμιση αναχαιτίστηκε ωστόσο στη Γερουσία τον περασμένο Ιούνιο. Θα επανέλθει όμως. Και η συζήτηση έχει ανάψει σε πολλές χώρες…».

Πώς απαντάτε στην κριτική ότι εάν φορολογηθούν οι υπερπλούσιοι από μια χώρα, θα πάρουν τα χρήματά τους και θα πάνε σε μια άλλη, που δεν θα τους φορολογήσει;

«Αυτό είναι ένα αντεπιχείρημα το οποίο πρέπει να πάρουμε στα σοβαρά, το ενδεχόμενο της φορολογικής εξορίας. Είναι πράγματι ένα ζήτημα, το οποίο όμως έχει λύση. Και αυτή έγκειται στο να συνεχίσουν τα κράτη να φορολογούν τους δισεκατομμυριούχους τους για πέντε με δέκα έτη μετά τη μετεγκατάστασή τους σε άλλη χώρα. Για να γίνεις, άλλωστε, δισεκατομμυριούχος σε ένα κράτος σημαίνει ότι επωφελήθηκες από την εκπαίδευση, τα δημόσια αγαθά, τις υποδομές της χώρας και ούτω καθεξής».

Μια τελευταία ερώτηση. Η πρότασή σας είναι πολύ μετριοπαθής, με την καλή έννοια. Ακόμα και ένας κακόπιστος θα μπορούσε να τη δει με θετικό μάτι. Λύνει όμως το πραγματικό ζήτημα; Ποιο είναι το πρόβλημα, το ότι έχουμε τόσους δισεκατομμυριούχους ή το ότι αυτοί δεν πληρώνουν τους φόρους που πρέπει;

«Είναι εξαιρετική η ερώτηση. Εχουμε δύο διαφορετικά προβλήματα. Το ένα είναι ότι οι δισεκατομμυριούχοι δεν πληρώνουν το φορολογικό μερίδιο που τους αναλογεί. Και η πρότασή μου αναφέρεται σε αυτό ακριβώς το ζήτημα. Το άλλο είναι η ένταση που υπάρχει σε κάθε δημοκρατική κοινωνία ανάμεσα στον υπερβολικό πλούτο από τη μία πλευρά και στην ίδια την πιθανότητα ύπαρξης μιας εύρυθμης δημοκρατίας από την άλλη. Κι αυτό γιατί ο υπερβολικός πλούτος συνεπάγεται πάντα υπερβολική ισχύ. Ολοι οι στοχαστές της δημοκρατίας, ήδη από την εποχή του Αριστοτέλη, έχουν γράψει για το πώς ο υπερβολικός πλούτος αποτελεί πάντα κίνδυνο για τους δημοκρατικούς θεσμούς. Με τον υπερβολικό πλούτο μπορείς να εξαγοράσεις εκλογές, να επηρεάσεις τη χάραξη πολιτικής, να αγοράσεις εφημερίδες, να επηρεάσεις την κυρίαρχη ιδεολογία, να επηρεάσεις τις αγορές εξαγοράζοντας ανταγωνιστές.

Πιστεύω ότι για αυτό το δεύτερο ζήτημα, της επιρροής των δισεκατομμυριούχων και της ακραίας συγκέντρωσης πλούτου, θα πρέπει να καινοτομήσουμε κατά τη διάρκεια του 21ου αιώνα. Η μάχη μεταξύ δημοκρατίας και ολιγαρχίας θα είναι πιθανότατα ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα του αιώνα αυτού. Ενα μεγάλο μέρος αυτού που συμβαίνει στις ΗΠΑ είναι απόρροια της τεράστιας έκρηξης του πλούτου των δισεκατομμυριούχων και του τρόπου με τον οποίο τον μετατρέπουν σε πολιτική ισχύ. Ο ελάχιστος φόρος 2% είναι η αρχή αυτού που πρέπει να αποτελέσει μια συλλογική προσπάθεια για να εφεύρουμε τις νέες πολιτικές, τους νέους θεσμούς, που θα επιτρέψουν στη δημοκρατία να επικρατήσει».