Ο διάσημος χορογράφος Σίντι Λαρμπί Σερκαουί, ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του σύγχρονου ευρωπαϊκού χορού αλλά και συνεργάτης διεθνών σταρ της ποπ, όπως η Μπιγιονσέ και η Μαντόνα, θα επισκεφθεί σύντομα την Αθήνα για δύο παραστάσεις της νέας δημιουργίας του με τίτλο «Ihsane», η οποία θα παρουσιαστεί στις 17 και 18 Μαρτίου από το Ballet du Grand Théâtre de Genève και την ομάδα χορού Eastman, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ της Ανοιξης στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Γεννημένος στην Αμβέρσα από φλαμανδή μητέρα και μαροκινό πατέρα, ο Σερκαουί μεγάλωσε σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον που διαμόρφωσε βαθιά τη χορογραφική του γλώσσα. Η εμπειρία της διττής ταυτότητας και οι οικογενειακές αντιθέσεις διαπερνούν το έργο του, το οποίο χαρακτηρίζεται από φιλοσοφική διάθεση και συνδυάζει το προσωπικό με το οικουμενικό.
Το «Ihsane» αποτελεί έναν βαθιά συγκινητικό φόρο τιμής στον πατέρα του και μια προσπάθεια συμφιλίωσης με την απώλεια, ενώ ταυτόχρονα αντλεί έμπνευση από πραγματικά περιστατικά βίας και αποκλεισμού. Η παράσταση στοχάζεται πάνω στη μνήμη και τις αντιφάσεις της ανθρώπινης εμπειρίας μέσα από μια πολυφωνική ομάδα χορευτών από διαφορετικές χώρες και ζωντανή μουσική επί σκηνής. Μέρος των εσόδων θα διατεθεί στον οργανισμό Lifeline Hellas, που στηρίζει με σύγχρονο ιατρικό εξοπλισμό τα κρατικά Νοσοκομεία Παίδων της Ελλάδας.

Photo©Rahi Rezvani Sidi Larbi Cherkaoui
Πώς γεννήθηκε το «Ihsane»;
«Ηθελα αρχικά να φτιάξω ένα έργο που να τιμά την κληρονομιά του πατέρα μου. Είχα ήδη δημιουργήσει ένα έργο για τη μητέρα μου – το “Vlaemsch”, για τις φλαμανδικές ρίζες μου – και ήθελα να κάνω κάτι αντίστοιχο για τον πατέρα μου. Το ονόμασα “Ihsane” για πολλούς λόγους, αλλά όσο άρχιζα να αγγίζω την κληρονομιά του πατέρα μου και τη σχέση μας συνειδητοποιούσα πόσα πράγματα είχαν μείνει ανείπωτα. Ο πατέρας μου πέθανε όταν ήμουν 19 – ακριβώς πριν από 30 χρόνια. Και η σχέση μας ήταν περίπλοκη. Ηταν κάποιος που με φόβιζε. Δεν καταλάβαινε πλήρως κάθε πλευρά του ποιος ήμουν και τι γινόμουν.
Ενιωθα απόσταση από εκείνον. Ομως, όσο μεγάλωνα αναγνώριζα και τον εαυτό μου μέσα του: συγκεκριμένα συναισθήματα, θυμό, μια αίσθηση ότι δεν σε καταλαβαίνουν, μια πείνα για ελευθερία. Επρεπε να τα εξευγενίσω όλα αυτά μέσω της μορφής τέχνης με την οποία δουλεύω, του χορού. Και η πρώτη δομική απόφαση ήταν ότι το έργο έπρεπε να είναι κάτι σαν κηδεία. Γιατί δεν πήγα στην κηδεία του όταν πέθανε.
Στα 19 ήμουν κάπως εγωκεντρικός, προσπαθούσα να προστατευθώ, να τρέξω μακριά από τα συναισθήματα, να σβήσω κομμάτια του εαυτού μου. Οπότε το έργο έγινε μια τελετουργία αποχαιρετισμού – μια δέηση με αναμνήσεις, τραγούδια, λουλούδια, μια τελευταία στιγμή με το σώμα. Και καθώς το δούλευα, κατάλαβα ότι δεν αφορούσε μόνο τον πατέρα μου. Εγινε μια κηδεία για πολλούς άνδρες, ένας στοχασμός για το πώς αποτιμάται ή δεν αποτιμάται σήμερα η ζωή τους, ιδιαίτερα εκείνων που είναι από τη Μέση Ανατολή».
Πείτε μας μερικά πράγματα ακόμη για τον πατέρα σας.
«Ηρθε από το Μαρόκο στο Βέλγιο, ερωτεύθηκε μια Βελγίδα, τη μητέρα μου – γνωρίστηκαν χορεύοντας σε ένα club. Πάντα λέω ότι είμαι χορευτής επειδή εκείνοι ερωτεύθηκαν χορεύοντας. Πέθανε στα 57, μόλις επτά χρόνια μεγαλύτερος από εμένα σήμερα – κλείνω τα 50 τον Μάρτιο. Δούλεψε πολύ σκληρά ώστε εγώ και ο αδελφός μου να έχουμε καλύτερη ζωή, ακόμη και αν ο ίδιος υπέφερε. Με έναν τρόπο, του οφείλω αυτή τη ζωή – γιατί αυτό ευχόταν για εμάς. Διαφωνούσαμε σε πολλά.
Υπήρχε μέσα του και μια υποβόσκουσα ομοφοβία και αυτό με διαμόρφωσε νωρίς με δύσκολους τρόπους – είναι τρομερό να σε βασανίζουν άνθρωποι από τους οποίους αυτό που θέλεις περισσότερο είναι να σε αγαπήσουν. Ομως ήξερα ότι δεν ήθελα να γεμίσω πικρία. Η πικρία είναι αυτό που συμβαίνει όταν τα παρατάς. Οπότε το έργο είναι και μια άσκηση στο να την αποφύγω, να μετασχηματίσω τον πόνο σε κάτι άλλο».
Ο τίτλος της παράστασης έχει διττή σημασία. Θα μας την εξηγήσετε;
«Η αραβική λέξη “ihsane” είναι εξαιρετικά δύσκολη στη μετάφραση. Σημαίνει “τελειότητα”, αλλά με τη έννοια της πλήρωσης – περισσότερο σε ηθικό και πνευματικό επίπεδο. Στην ισλαμική θρησκευτική παράδοση το ihsane σηματοδοτεί το υψηλότερο επίπεδο πίστης, τη στιγμή όπου γίνεσαι ένα με το σύμπαν, με τον Θεό, μέσα από την αναπνοή, μέσα από μια ενσώματη πρακτική, που είναι κάτι σαν τον χορό στην πιο ατόφια μορφή του, μια συνθήκη στην οποία χάνεις τον εαυτό σου.
Πάντα με συγκινούσε αυτή η ιδέα. Αλλά η λέξη κουβαλά και μια άλλη μνήμη: τον Ιχσάν Ζαρφί. Ηταν 33 ετών όταν δολοφονήθηκε στο Βέλγιο το 2012. Ηταν, επίσημα, το πρώτο ομοφοβικό έγκλημα μίσους που αναγνωρίστηκε ως τέτοιο στη χώρα. Ηταν μαροκινής και βελγικής καταγωγής, όπως εγώ. Queer, όπως εγώ. Σκέφτηκα “αυτό θα μπορούσα να είχε συμβεί και σε εμένα”. Οταν άρχισε να διαμορφώνεται αυτή η παράσταση, γνώρισα την αδελφή του και τον πατέρα του, τον Χασάν Ζαρφί, έναν δάσκαλο ισλαμικών σπουδών, που όταν έχασε τον γιο του δημιούργησε ένα ίδρυμα κατά της ομοφοβίας και πηγαίνει σε σχολεία και μιλάει στους εφήβους, προσπαθώντας να ανατρέψει τις εδραιωμένες αντιλήψεις με τις οποίες μεγαλώνουν.
Συγκινήθηκα βαθιά, γιατί στην Ευρώπη έχουμε μια τάση να δαιμονοποιούμε τους μουσουλμάνους και τους Aραβες, να ισοπεδώνουμε τις ταυτότητες, να αντιμετωπίζουμε εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους από τόσες διαφορετικές χώρες ως καρικατούρες, με μια στερεοτυπική προσέγγιση. Είδα σε εκείνον αυτόν που θα μπορούσε να είχε γίνει ο πατέρας μου. Και νομίζω πως και εκείνος έβλεπε σε εμένα τον άνθρωπο που θα μπορούσε να είχε γίνει ο γιος του. Ηταν μια πολύ συναισθηματική συνάντηση. Ηρθε στις πρόβες, είδε το έργο, συγκινήθηκε και ακόμη κρατάμε επαφή».
Είπατε πριν ότι αναγνωρίζετε στον εαυτό σας την ίδια ανάγκη για αναζήτηση της ελευθερίας που διακρίνατε στον πατέρα σας. Πώς την ορίζετε σήμερα;
«Δεν ξέρω αν υπάρχει πραγματική ελευθερία. Η μόνη ελευθερία που υπάρχει σταθερά στη ζωή μου είναι η ελευθερία της φαντασίας – μέσα στο μυαλό, όπου μπορείς να φανταστείς τα πράγματα όπως θα ήθελες να είναι. Η ελευθερία του σώματος έχει τίμημα. Συνδέεται με διαβατήρια, καταγωγή, χρήματα, με το αν μπορείς να ταξιδέψεις και πού. Μεγάλωσα με προνόμια χωρίς να το καταλαβαίνω – και όσο μεγάλωνα τόσο αυξανόταν το αίσθημα ευθύνης, γιατί έβλεπα πως δεν είχαν όλοι αυτές τις δυνατότητες.
Και έπειτα, η ελευθερία είναι και κάτι που σου το δίνουν οι άλλοι – μια άδεια να είσαι ο εαυτός σου. Πάντα αντιμετωπίζεις συνέπειες και ένα πλαίσιο που σε καθορίζει με βάση το πώς σε μεγάλωσαν, τι θεωρείς ότι επιτρέπεται, τι φοβάσαι. Μερικές φορές, η ελευθερία είναι απλώς να έχεις το δικαίωμα να κάνεις αυτό που κάνουν οι άλλοι χωρίς να το σκέφτονται – όπως να φιλάς τον σύντροφό σου στον δρόμο.
Αν με κάποιον τρόπο καταλήξεις μια ηγετική φιγούρα, οι άνθρωποι νομίζουν ότι είσαι ελεύθερος, αλλά στην πραγματικότητα είσαι υπεύθυνος, υπάρχουν προσδοκίες που πρέπει να διαχειριστείς. Και η ευθύνη συχνά είναι το αντίθετο της ελευθερίας. Η απόλυτη ελευθερία ίσως να μοιάζει με έρημο: ένας ορίζοντας ανοιχτός προς κάθε κατεύθυνση και καμία βεβαιότητα για το προς τα πού να προχωρήσεις».
Μιλάμε για άνδρες, για πατέρες και γιους, και σήμερα ακούμε συχνά να γίνεται λόγος για μια κρίση της αρρενωπότητας. Πώς σας φαίνεται αυτό;
«Μου φαίνεται λιγότερο σαν κρίση της αρρενωπότητας και περισσότερο σαν κρίση της ανθρώπινης συνθήκης εν γένει. Οπως και να αυτοπροσδιορίζεσαι, θα τη νιώσεις αυτή την κρίση. Μεγάλωσα με τους άλλους να με θεωρούν θηλυπρεπή και δούλεψα σκληρά για να γίνω πιο ανδροπρεπής επειδή αυτό αναμενόταν από εμένα. Πολλοί από εμάς προσαρμοζόμαστε προκειμένου να επιβιώσουμε και να σταματήσουμε να πληγωνόμαστε.

PHOTO Gregory Batardon
Η μάσκα που φοράμε στον εαυτό μας γίνεται τελικά το πρόσωπό μας. Αλλά δεν μπορούν όλοι να το κάνουν αυτό, ούτε έχουν αυτή την υποχρέωση – υπάρχουν άνθρωποι που γεννιούνται με μια άλλη αλήθεια και χρειάζεται να τους αφήσουμε ήσυχους ώστε να γίνουν αυτό που πραγματικά είναι. Πιστεύω βαθιά στην πολλαπλότητα: πολλές ταυτότητες μπορούν να κατοικούν στο ίδιο σώμα. Αυτό μπερδεύει όσους θέλουν τον κόσμο δυαδικό, όσους βλέπουν τα πάντα με μια οπτική του τύπου “άσπρο ή μαύρο”. Εγώ νομίζω ότι θα έπρεπε να γιορτάζουμε αυτή την ποικιλομορφία. Την έχω ανάγκη στη ζωή μου, χωρίς αυτήν ένιωθα παγιδευμένος, δυστυχισμένος.
Είναι κρίμα να μην μπορούμε να απολαύσουμε μέσω της συμπερίληψης τον τεράστιο πλούτο που μας προσφέρει η διαφορετικότητά μας. Εχω ταξιδέψει πολύ χάρη στη δουλειά μου, από την Κίνα και την Ιαπωνία μέχρι το Μεξικό και τον Καναδά, και έχω καταλάβει ότι ανάλογα με τη γεωγραφία υπάρχουν τόσο διαφορετικοί ορισμοί της αρρενωπότητας και της θηλυκότητας. Είναι κρίμα να έχουμε μπροστά μας τόσες αποχρώσεις και εμείς να θέλουμε να εκφράσουμε τα πάντα μέσα από δύο μόνο χρώματα».
Εχω την αίσθηση, από όσα μου περιγράψατε, ότι το «Ihsane» είναι και μια άσκηση συγχώρησης, κάτι που προϋποθέτει συμπόνια, τρυφερότητα και καλοσύνη. Η εποχή μας ωστόσο προάγει τον κυνισμό.
«Ναι, κατά κάποιον τρόπο συγχωρώ τον πατέρα μου μέσα από αυτή την παράσταση, επειδή δεν ήταν αυτό που είχα ανάγκη, όμως είναι σαν να με συγχωρεί και εκείνος που δεν υπήρξα ο γιος που ήθελε. Η σύγχρονη τέχνη μπορεί να είναι πολύ κυνική – να καταδικάζει, να επιτίθεται, να απολαμβάνει την αίσθηση ανωτερότητας και ηθικής υπεροχής. Και εγώ είμαι κυνικός συχνά, αλλά με το “Ihsane” ήθελα να βρεθώ σε μια πιο ταπεινή θέση, κάτι που απαιτεί ενέργεια όταν έχεις μεγάλο εγώ – είναι σαν μια άσκηση αποδόμησης του εγώ σου. Προετοιμάστηκα και τελετουργικά: ακολούθησα ξανά το Ραμαζάνι έπειτα από χρόνια.
Πήγα στη Μέκκα – όχι επειδή είμαι πιστός μουσουλμάνος, αλλά στο όνομα του πατέρα μου, γιατί ήταν το όνειρό του. Είμαι αυτό που απέμεινε από εκείνον στον κόσμο, εγώ και ο αδελφός μου. Ηθελα να δώσω ένα συμβολικό κλείσιμο στη ζωή ενός ανθρώπου που δεν το είχε. Ο πατέρας μου πέθανε με έναν θλιβερό τρόπο – μόνος, εγκαταλελειμμένος, μισοπαράλυτος. Θα μπορούσε να ξαναχτίσει τη ζωή του, αλλά άφησε τον εαυτό του να φύγει, αρνούνταν να φάει.
Πέθανε τέσσερα χρόνια μετά το διαζύγιο από τη μητέρα μου, κάτι που πιστεύω ότι είχε ραγίσει ανεπανόρθωτα την καρδιά του. Αυτό μπορεί να λειτουργήσει και ως προειδοποίηση για εμάς: οι άνθρωποι μπορούν να σε εγκαταλείψουν, όμως και εσύ μπορείς να εγκαταλείψεις τον εαυτό σου. Γι’ αυτό, ως καλλιτέχνης, προσπαθώ να μην ξεχνάω την ευαισθησία μου. Η καλοσύνη είναι σοβαρή υπόθεση. Ξέρετε, σκέφτομαι μερικές φορές την Πίνα Μπάους.
Πάντα μου φαινόταν συναρπαστικό το ότι προς το τέλος της ζωής της κάποιοι έλεγαν πως η δουλειά της είχε γίνει πολύ απαλή, υπερβολικά χαριτωμένη, καθόλου αιχμηρή. Τώρα το καταλαβαίνω απόλυτα. Οταν είσαι νέος είναι εύκολο να είσαι πιο σκληρός – ξέρεις λιγότερα. Ετσι, μπαίνεις σε μια λογική ότι η βία του κόσμου χρειάζεται να αντιμετωπιστεί με βία και αυτό σε οδηγεί στο να δημιουργείς έργα με αυτή τη φιλοσοφία. Μεγαλώνοντας, όμως, αν είσαι τυχερός, συνειδητοποιείς ότι στην πραγματικότητα απλώς δημιουργείς έναν φαύλο κύκλο. Και τότε νιώθεις την ανάγκη να βρεις άλλους τρόπους να εκφραστείς. Δεν θέλεις να προκαλέσεις απλώς περισσότερο πόνο».
Ηθελα να σας ρωτήσω και προηγουμένως αν ξέρετε τι μουσική χόρευαν οι γονείς σας όταν γνωρίστηκαν.
«Γνωρίζω μόνο ότι χόρευαν σε ένα club που, αν δεν κάνω λάθος, λεγόταν Port du Congo. Ο πατέρας μου αγαπούσε πολύ τον Χούλιο Ιγκλέσιας. Στο σπίτι ακούγαμε πολλή ισπανική, γαλλική και αραβική μουσική – παρ’ όλο που μιλούσαμε μόνο στα γαλλικά. Εμένα βέβαια μου άρεσαν πάντα οι λίγο πιο μελαγχολικοί καλλιτέχνες, η Τόρι Εϊμος, η Κέιτ Μπους, ο Τζορτζ Μάικλ. Ακόμη και τη Μαντόνα, που τη λάτρευα, την προτιμούσα στις μπαλάντες της».

Aρα η συνεργασία σας μαζί της στην τελευταία της περιοδεία ήταν ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα.
«Τη γνώρισα μέσω ενός φίλου και συνεργάτη μου, του βελγογάλλου χορογράφου Νταμιάν Ζαλέ, που ήδη δούλευε μαζί της. Χορογράφησα τέσσερα τραγούδια για την τελευταία τουρνέ της. Αυτό που αγάπησα περισσότερο ήταν το “Like a Prayer”. Είχε την ιδέα να φορέσουν οι χορευτές μάσκες ώστε να μην αποσπά το κοινό η έκφραση του προσώπου τους, αλλά να εστιάζουν οι θεατές μόνο στο ανθρώπινο σώμα.
Τη θεωρώ αγία – πάντα μου αρέσει να το λέω αυτό για εκείνη, γιατί πολλοί τη βλέπουν ως μια επαναστάτρια, ως μια προσωπικότητα αμφιλεγόμενη. Νιώθω ότι στην πραγματικότητα είναι βαθιά αφοσιωμένη στον κόσμο. Νοιάζεται πραγματικά για πολλά πράγματα και προσπαθεί μέσα από την τέχνη της να δείξει αυτή τη φροντίδα. Είναι μια πολύ δυνατή γυναίκα και πάρα πολύ αστεία. Νομίζω επίσης ότι είναι ο πιο εργατικός άνθρωπος που γνωρίζω. Είδα πόσο βαθιά αφοσιωμένη ήταν στο εγχείρημά της και με συγκινεί το ότι, παρ’ όλο που τα έχει κάνει όλα, συνεχίζει, δεν σταματά. Αυτό, για εμένα, είναι κάτι που λειτουργεί ως πηγή έμπνευσης».
Παρακολουθείτε έλληνες χορογράφους;
«Γνωρίζω τη δουλειά του Χρήστου Παπαδόπουλου. Προσεγγίζει τη σωματικότητα με έναν πολύ πρωτότυπο, εντελώς δικό του τρόπο. Μου αρέσει πολύ. Φυσικά θαυμάζω την πορεία του Δημήτρη Παπαϊωάννου και τους κόσμους που δημιουργεί. Υπάρχουν πολλοί έλληνες χορευτές ή ερμηνευτές, όπως ο Ηλίας Λαζαρίδης ή ο Αιμίλιος Αράπογλου, που έχουν ξεχωρίσει στην Ευρώπη. Και η Μαρίνα Αμπράμοβιτς έχει κάποια πολύ ταλαντούχα παιδιά από την Ελλάδα στο “Balkan Erotic Epic” που παρουσιάζει αυτό το διάστημα».
Υπάρχει κάτι στη σύγχρονη σκηνή του χορού, μια νέα τάση ίσως, που πραγματικά σας ενθουσιάζει;
«Η αλήθεια είναι ότι δεν ενθουσιάζομαι εύκολα με πράγματα – ίσως βρίσκομαι σε μια μεταιχμιακή φάση. Θεωρώ ότι μετά την πανδημία πολλοί άνθρωποι άρχισαν να αμφισβητούν πιο βαθιά την ίδια τους την ύπαρξη. Ετσι, άρχισαν να δημιουργούν περισσότερο από μια θέση αναγκαιότητας και λιγότερο επειδή απλώς βρέθηκαν να κάνουν κάτι. Ανησυχώ ωστόσο για το μέλλον, γιατί νιώθω ότι η στήριξη είναι περιορισμένη. Οι ευκαιρίες που είχα εγώ ως νέος χορογράφος ήταν πολύ περισσότερες σε σχέση με αυτές που έχουν σήμερα οι νεότεροι. Ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί η έκθεση έχει αλλάξει.
Για παράδειγμα, η Μπιγιονσέ ανακάλυψε τη δουλειά μου μέσω YouTube – είδε τι έκανα και επικοινώνησε η ομάδα της μαζί μου. Υπήρχε ακόμη χώρος για ανακάλυψη τότε. Σήμερα κατακλυζόμαστε από ψηφιακό περιεχόμενο και βλέπω πολλούς να κάνουν πράγματα που δεν είναι πραγματικά δικά τους, αλλά προκύπτουν από μίμηση – κάτι που δεν θεωρώ εξ ορισμού αρνητικό, γιατί η μίμηση είναι μέρος της διαδικασίας εξέλιξης.

PHOTO Gregory Batardon
Οπως τα μωρά μαθαίνουν επαναλαμβάνοντας, έτσι και η χορογραφία περνά αναπόφευκτα από στάδια αντιγραφής. Το πρόβλημα προκύπτει όταν η μίμηση εμφανίζεται πριν ακόμη γνωρίσουμε την πηγή της, όταν προωθούνται άνθρωποι που μιμούνται χωρίς να κατανοούν ουσιαστικά τι κάνουν. Εκεί το πράγμα γίνεται περίπλοκο. Νομίζω ότι σήμερα αρκετοί αποκτούν κοινό πολύ νωρίς και δεν έχουν τον χρόνο να εξερευνήσουν αυτή τη φάση, με αποτέλεσμα να καλούνται να είναι πρωτότυποι υπερβολικά γρήγορα και λίγο άτσαλα. Από την άλλη πλευρά, εκτιμώ βαθιά τη διασυνδεσιμότητα της εποχής.
Μπορώ να ανακαλύψω έναν χορευτή στην Ιαπωνία μέσω Instagram ή να γνωρίσω καλλιτέχνες με τους οποίους νιώθω πραγματική σύνδεση χάρη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Οταν χρησιμοποιούνται σωστά, μπορούν να αποτελέσουν έναν χώρο όπου βρίσκουμε ανθρώπους με κοινή σκέψη, δημιουργούμε σχέσεις και ανακαλύπτουμε νέα δουλειά. Παρ’ όλα αυτά, θα έλεγα σε όλους να επιδιώκουν τη ζωντανή εμπειρία: να συναντούν τους ανθρώπους από κοντά, να ταξιδεύουν για να δουν μια παράσταση, να βιώνουν το έργο στον φυσικό του χώρο. Μη βλέπετε την Πίνα μόνο στο YouTube ή στο Instagram – πηγαίνετε να δείτε μια παράσταση στο Βούπερταλ. Το έκανα συχνά όταν ήμουν μικρός και αποδείχθηκε καθοριστικό για τη ζωή μου».
INFO:
«Ihsane»: Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Βασ. Σοφίας και Κόκκαλη, Αθήνα), στις 17 και 18 Μαρτίου.
Συµπαραγωγή: Lifeline Hellas, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.






