Αν τον ρωτήσεις «τι σχέση έχεις με την τέχνη;», θα απαντήσει πολύ εμφατικά: «Καμία». Και όμως, στον χώρο όπου ζει σχεδόν όλη την ημέρα και δημιουργεί ο Νικόλας Βιλλιώτης, κοινώς στο κομμωτήριο-βαφείο του – που η απουσία ταμπέλας απ’ έξω αποφεύγει να το «ονομάσει» με τον αυστηρό τρόπο που συνηθίζουμε να κατηγοριοποιούμε τα πράγματα –, η τέχνη είναι πανταχού παρούσα, σε κάθε της μορφή και έκφανση. Οχι µόνο µε τη µεταφορική έννοια, στα µαλλιά των γυναικών που αναζητούν την προσωπική τους έκφραση, αλλά και στους τοίχους που τις περιβάλλουν, σε ένα ακατέργαστο σκηνικό βιομηχανικής αισθητικής και λειτουργικού μινιμαλισμού.
Εκεί υπάρχουν έργα σύγχρονης τέχνης – ορισμένα μάλιστα αιχμής, δίχως διακοσμητικές προθέσεις, από νέους δημιουργούς –, που προκαλούν, διασαλεύουν και ανατροφοδοτούν την καθημερινότητα με ερεθίσματα που ξεφεύγουν από το αναμενόμενο: µια γλυπτική εγκατάσταση του Βαγγέλη Σάββα από βιοδιασπώµενο πλαστικό φυτικών υλικών, ένα γλυπτό της Λένας Κιτσοπούλου, ένας µεγάλος πίνακας του Ανέστη Ιωάννου και ένας πολύ µικρός του Βασίλη Βασιλακάκη και μια εικαστική φωτογραφία της Αμερικανίδας Τζόσελιν Λι που σε υποδέχεται μόλις περάσεις το κατώφλι του «αφανούς» αυτού χώρου στα Ιλίσια.
Σε αυτή εικονίζεται μια ευτραφής, ολόγυμνη γυναίκα, κατάλευκη σε σκοτεινά νερά, η οποία ως άλλη Οφηλία δίνει το καλωσόρισμα-ηχηρό statement που σε προκαλεί να δεις τα πράγματα αλλιώς, χωρίς παρωπίδες. «Για εμένα, αντικατοπτρίζει την ενδυνάμωση της γυναίκας, την αποδοχή και την απουσία φόβου. Δεν πρέπει να φοβάσαι να τοποθετήσεις ένα έργο με έντονη δυναμική, ακόμη και αν κάποιοι το θεωρήσουν προκλητικό, πολιτικά φορτισμένο ή ενταγμένο σε αυτό που αποκαλούν “woke ατζέντα”. Και εγώ δεν φοβάμαι. Δεν φοβάμαι το καινούργιο. Αυτό που με τρομάζει είναι η παρελθοντολαγνεία» εξηγεί ο Νικόλας Βιλλιώτης με την ευθύτητα που αντιλαμβάνεσαι ότι τον χαρακτηρίζει όταν τον γνωρίσεις.

Φωτογραφία: Δημήτρης Σκουλός, Styling: Αριστείδης Ζώης
Βλέποντας τον αληθινό εαυτό στον καθρέφτη
Αυτό είναι το σύμπαν ενός ανθρώπου που μετράει πάνω από 30 χρόνια πορείας στον χώρο της κομμωτικής τέχνης και της δημιουργίας χρώματος στα μαλλιά και θεωρείται από πολλούς ένας από τους πιο επιδραστικούς hair artists της χώρας, pro creator της L’Oréal Professionnel, με συνεργασίες σε υψηλού επιπέδου projects μέσα από τον χώρο της μόδας και τα περιοδικά, αλλά τελικά και μέσα από το ίδιο του το κομμωτήριο, το οποίο πλέον αποτελεί μια μικρή σκηνή τέχνης και αισθητικής.
«Είναι ο χώρος όπου περνάω όλη την ημέρα μου και θέλω να αισθάνομαι όμορφα μέσα σε αυτόν. Δεν ξέρω να σου πω για κινήματα τέχνης ή για τις επιρροές των καλλιτεχνών και δεν ενδιαφέρομαι και ιδιαίτερα να τις μάθω. Δεν ξέρω από τέχνη. Ξέρεις όμως πόσο σημαντικό είναι να αισθάνομαι;» λέει με αφοπλιστική ειλικρίνεια. «Πολύ», θα έλεγα, καθώς δεν συναντάς καθημερινά ανθρώπους που έχουν μια τόσο δυνατή σχέση με την τέχνη. Μια σχέση που δεν είναι ακαδημαϊκή ή θεωρητική, αλλά βιωματική, συναισθηματική και καθημερινή – γιατί βέβαια και το σπίτι του είναι γεμάτο έργα. Και αυτό το πάθος δεν είναι επιφανειακό, ούτε τόσο ανεπέξεργαστο όσο διακηρύσσει, καθώς αναδύεται από έναν εσωτερικό κόσμο πλούσιο σε ευαισθησίες. «Πιστεύω – και επιθυμώ – ότι τα έργα αυτά δημιουργούν μια ουσιαστική επιρροή στους ανθρώπους, είτε το συνειδητοποιούν είτε όχι. Ο ακατέργαστος αυτός χώρος λειτουργεί σαν καθρέφτης: σε καλεί να δεις τον εαυτό σου κατάματα, χωρίς πολυτέλειες και χωρίς αποστάσεις, μαζί με τα έργα τέχνης. Να τον δεις όπως είναι, να σταματήσεις να φοβάσαι τις ατέλειές σου και να επιτρέψεις στην τέχνη να σου δώσει κάτι. Είναι και αυτός ένας έμμεσος τρόπος, μέσα από έναν κατ’ εξοχήν “λαϊκό” τόπο όπου πας για να χαλαρώσεις, να έρχεσαι σε επαφή με την τέχνη σχεδόν χωρίς να το καταλαβαίνεις» παρατηρεί ο ίδιος.

Φωτογραφία: Δημήτρης Σκουλός, Styling: Αριστείδης Ζώης
Η αλήθεια όμως είναι ότι είναι δύσκολο να μην το «καταλάβεις», να μην αντιληφθείς δηλαδή την ύπαρξη της τέχνης, και είμαι περίεργη να μάθω πώς ανταποκρίνονται οι πελάτισσές του σε αυτή τη «συνάντηση». «Η σύγχρονη τέχνη συχνά φοβίζει, πολλές προτιμούν την ασφάλεια ενός Τσαρούχη ή ενός Μόραλη. Οι αντιδράσεις είναι γενικά θετικές, αλλά, όπως και να έχει, πιστεύω ότι όλοι χρειαζόμαστε χρόνο για να μάθουμε. Και εγώ συνεχίζω να μαθαίνω, δεν θέλω να σταματήσω ποτέ. Πιστεύω πως αυτό που πραγματικά σε εξελίσσει είναι η νέα ματιά: τα νέα παιδιά και ο τρόπος που βλέπουν τον κόσμο» μου απαντά εκείνος. Και πού «σκαλώνουν» άραγε οι αρνητικές εντυπώσεις; Ο ίδιος περιγράφει: «Οι πιο συντηρητικοί άνθρωποι δυσκολεύονται να δεχθούν την εικόνα ενός σώματος με πολλά κιλά στη φωτογραφία της Τζόσελιν Λι, δεν το θεωρούν καλαίσθητο. Και όμως, αν γυρίσει κανείς αιώνες πίσω, αυτό ακριβώς ήταν το κυρίαρχο πρότυπο ομορφιάς. Αλλοι βλέπουν μόνο το σκοτεινό νερό – ως κάτι απειλητικό ή αινιγματικό – και αγνοούν τη φωτεινότητα του σώματος στη φωτογραφία. Παρόμοια αμηχανία προκαλεί και ο “Αγιος Σεβαστιανός” του Σταύρου Παπαγιάννη. Ομως, όλοι κουβαλάμε τον σταυρό μας και υπομένουμε τα πάθη μας. Αυτή η αναμέτρηση με την εικόνα, με το σώμα και με το βλέμμα μας είναι ακριβώς το ζητούμενο».
Η αισθητική ως κοσμοθεωρία
Κάθε έργο στους τοίχους του κομμωτηρίου του Βιλλιώτη είναι προσωπική επιλογή του και συνδέεται όχι μόνο με την αισθητική του αλλά και με τη θέση του απέναντι στη ζωή, τη μόδα και την τέχνη της κομμωτικής. «Πάντα λέω ότι όποιος θέλει πραγματικά να μάθει τα χρώματα πρέπει να σταθεί μπροστά στους πίνακες του Καραβάτζο. Να παρατηρήσει τον τρόπο με τον οποίο το φως αγγίζει τα μαλλιά, πώς τα διαπερνά και τα μεταμορφώνει. Στο έργο του θα βρει κανείς το απόλυτο χάλκινο των μαλλιών
– αν μείνουμε μόνο στην πρώτη, άμεση ανάγνωση. Είναι το φως που το γεννά: ο τρόπος με τον οποίο το έχει χτίσει πάνω στην ύλη. Το βλέπεις και μαθαίνεις, όχι θεωρητικά, αλλά με το βλέμμα» αναλύει εκείνος.
Για τον Βιλλιώτη, η μόδα μπορεί να συνδυαστεί ουσιαστικά με την τέχνη, όχι απλώς ως επιφάνεια ή εικόνα, αλλά ως πηγή έμπνευσης, ιδεών και αισθητικής: «Η ιστορία το δείχνει καθαρά: κορυφαίοι σχεδιαστές έχουν εμπνευστεί από εικαστικούς καλλιτέχνες και μεγάλα έργα τέχνης, και αυτή η σχέση συνεχίζεται ακόμη και σήμερα μέσα από συνεργασίες και συλλογές που φλερτάρουν με τα όρια των δύο πεδίων. Οι άνθρωποι της μόδας – σχεδιαστές, hair και make-up artists, stylists – μπορούν να “διαβάζουν” την τέχνη με την ίδια σοβαρότητα που “διαβάζουν” ένα μοτίβο ή μια υφή. Το να “ακούσεις” έναν εικαστικό, δηλαδή να του δώσεις χώρο να εκφράσει τις ιδέες του και να σε επηρεάσει αισθητικά και στοχαστικά, είναι μια ικανότητα που μπορεί να αναπτύξει κανείς όχι απλώς για να μάθει, αλλά για να αισθανθεί περισσότερο».
Θα προχωρήσει ακόμη ένα βήμα παραπέρα υπογραμμίζοντας ότι τόσο η τέχνη όσο και το κομμωτήριο λειτουργούν ως δημοκρατικά πεδία ελεύθερης έκφρασης, όπου το άτομο μπορεί να διαμορφώσει και να αφηγηθεί την ταυτότητά του χωρίς κοινωνικούς ή αισθητικούς φραγμούς. «Σήμερα το μαλλί δεν “φωνάζει” την κοινωνική τάξη, όπως συνέβαινε παλαιότερα. Κάθε γυναίκα έχει τη δυνατότητα να το διαμορφώσει όπως θέλει, να το χρησιμοποιήσει ως μέσο έκφρασης της ταυτότητάς της. Και αυτό είναι κάτι που δεν πρέπει να περιοριστεί. Κάθε γυναίκα οφείλει να εκφράζεται ελεύθερα, όπως ακριβώς και κάθε καλλιτέχνης».
Μια συλλογή-οικογενειακό βίωμα
Το ενδιαφέρον του Βιλλιώτη για την τέχνη ήταν πάντα παρόν, αλλά άρχισε να γίνεται συλλεκτική έξη πριν από περίπου δέκα χρόνια. «Είναι η δική μου ανάγκη να μη γεράσω στο μυαλό, να κρατάω ζωντανή την περιέργεια, την αμφισβήτηση και την εξερεύνηση» εξηγεί ο ίδιος. Ξεκίνησε να αγοράζει μικρά έργα από την CheapArt και στη συνέχεια μεγαλύτερα (όχι μόνο από άποψη διαστάσεων) από αθηναϊκές γκαλερί, με έμφαση εδώ και έναν χρόνο στην Crux Galerie του Σάκη Παπακωνσταντίνου, στο πρόσωπο του οποίου θεωρεί ότι έχει βρει έναν συνομιλητή και έναν καθοδηγητή – ή, πιο απλά, τον άνθρωπο που τον φέρνει σε επαφή με καλλιτέχνες που τον εκφράζουν: «Πάντα είχα στον χώρο εργασίας μου έργα ελλήνων καλλιτεχνών – Φασιανό, Μαντζαβίνο, Τσαρούχη κ.ά. Απλώς τώρα έβαλα πιο σύγχρονα έργα αλλά και δύο δημιουργίες ξένων καλλιτεχνών, όπως της Τζούλια Στράους και της Τζόσελιν Λι».
Του ζητάω να ξεχωρίσει ένα έργο και εκείνος θα επιλέξει το «σαρκίο» του Δημήτρη Ρεντούμη, ένα γλυπτικό «ερείπιο» σαν διαβρωμένο δέρμα, που κρέμεται στον τοίχο, αλλά είναι φιλοτεχνημένο από χαρτί, γραφίτη και ακρυλικά (από τη σειρά «Devotions»). Υπάρχει ιδιαίτερος λόγος, και αυτός είναι ότι το βλέπει σαν την προσωπογραφία του: «Αν παρατηρήσει κανείς τον τρόπο που ντύνομαι κάθε μέρα, σε μια πρώτη ανάγνωση, βλέπει όχι μόνο το πώς είμαι αλλά και το πώς “λερώνομαι”: πώς φθείρομαι, πώς διαβρώνομαι ως άνθρωπος από όσα βιώνω καθημερινά. Από τον καταιγισμό πληροφοριών, από όσα περνούν συνεχώς μέσα από την οθόνη του κινητού μου. Επηρεάζομαι πολύ εύκολα, βλέπω ασταμάτητα εικόνες και ειδήσεις, χωρίς πάντα να προλαβαίνω να τις φιλτράρω. Ετσι μπορείς, σχεδόν ανεπαίσθητα, να διαβρώσεις τις αξίες σου. Κι όμως, στο τέλος υπάρχει εκείνο το κόκκινο φως, όπως στο έργο, μια στιγμή φωτεινότητας. Οπότε, όταν το είδα, είπα: “Αυτός είμαι εγώ”».
Ο Βιλλιώτης γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Σαλαμίνα, όπου έζησε μέχρι τα 19 του, προτού έρθει στην Αθήνα για να παρακολουθήσει σχολή κομμωτικής και να ξεκινήσει μια μακροχρόνια πορεία σε κομμωτήρια, περιοδικά και την τηλεόραση. Σε αυτά τα πρώιμα βιώματα αναγνωρίζει ότι έχει υφανθεί το νήμα που συνδέει τα έργα της συλλογής του. «Είναι η μητέρα μου» ξεκαθαρίζει εκείνος, η οποία τον μεγάλωσε μόνη της σε μια εποχή που αυτό θεωρούνταν μεγάλο ταμπού. «Με γέννησε στα 39 της, το 1974, σε μια εποχή όπου αυτή η ηλικία θεωρούνταν μεγάλη για να κάνεις παιδί. Πιθανώς η έλλειψη που ένιωσα από την απουσία κάποιων πραγμάτων στην ανατροφή μου έχει παίξει ρόλο στο πώς εκφράζομαι σήμερα. Η μητέρα μου δεν είχε τη μόρφωση για να με βοηθήσει σε κάποια πράγματα, και όλα αυτά τα αφιερώνω λίγο-πολύ σε εκείνη. Κάπως θέλω να τη δικαιώνω συνεχώς μέσα από αυτή τη συλλογή». «Και εκείνη πώς έχει ανταποκριθεί σε αυτή τη δημόσια παρουσίαση;» τον ρωτάω. «Α, της αρέσει! Αλλά πάντα μου λέει: “Βάψε λίγο και τους τοίχους…”».




