Τον Φεβρουάριο του 2022, ο γερμανός καγκελάριος Ολαφ Σολτς χρησιμοποίησε τον όρο Zeitenwende (αλλαγή εποχής) για να περιγράψει τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Το σοκ για την Ευρώπη ήταν αναμφισβήτητο. Για πρώτη φορά μετά το 1945, μεγάλης κλίμακας πόλεμος επέστρεφε στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Με την απόσταση του χρόνου όμως γίνεται σαφές ότι το 2022 δεν αποτέλεσε το σημείο καμπής όπως αρχικά πιστεύτηκε.

Το διεθνές σύστημα κλονίστηκε, αλλά δεν μετασχηματίστηκε ριζικά. Η Δύση αντέδρασε συντονισμένα υπό αμερικανική ηγεσία. Η συνοχή της Ατλαντικής Συμμαχίας διατηρήθηκε. Η μεταπολεμική διεθνής τάξη, βασισμένη σε κανόνες, επιβίωσε, τουλάχιστον σε επίπεδο ρητορικής. Το 2022 επιτάχυνε ήδη υπάρχουσες τάσεις, χωρίς να τις ανατρέψει.

Η πραγματική Zeitenwende έρχεται τώρα, στα τέλη του 2025 και στις αρχές του 2026, καθώς εισερχόμαστε στο δεύτερο τέταρτο του 21ου αιώνα. Πρώτα με τη δημοσίευση της νέας αμερικανικής Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας. Και αμέσως μετά με τη μετάβαση από τα λόγια στα έργα. Η ωμή αμερικανική επέμβαση στη Βενεζουέλα δεν είναι άλλο ένα επεισόδιο περιφερειακής έντασης· είναι το σύμβολο της νέας γεωπολιτικής εποχής.

Για πρώτη φορά από το 1945, οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκαταλείπουν ανοιχτά την παραδοχή ότι η διεθνής τάξη βασίζεται σε κανόνες που δεσμεύουν και τον ίδιο τον ηγεμόνα. Αντί να παρακάμπτουν επιλεκτικά τους κανόνες όπως έκαναν έως τώρα, στρέφονται ευθέως εναντίον της μεταπολεμικής τάξης που οι ίδιες οικοδόμησαν. Το μήνυμα είναι σαφές: όταν οι κανόνες δεν εξυπηρετούν πλέον τα συμφέροντα της ηγεμονικής δύναμης, αναστέλλονται.

Δεν πρόκειται για μεμονωμένη εξαίρεση αλλά για καθολική ρήξη. Το διεθνές σύστημα μεταβαίνει σε ένα περιβάλλον αναρχίας και ανομίας. Το αποτέλεσμα είναι οξυμμένος ανταγωνισμός, παρατεταμένη στρατηγική αστάθεια και αυξανόμενη πιθανότητα στρατιωτικών συγκρούσεων.

Η επιστροφή των σφαιρών επιρροής

Πρώτο χαρακτηριστικό της νέας εποχής είναι η ανοιχτή επιστροφή της λογικής των σφαιρών επιρροής. Η Ουάσιγκτον επαναφέρει το Δόγμα Μονρόε όχι ως ιστορικό κατάλοιπο αλλά ως ενεργή στρατηγική επιλογή. Η νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας κωδικοποιεί την αποκαλούμενη «προσθήκη Τραμπ»: το Δυτικό Ημισφαίριο ορίζεται ως αποκλειστική ζώνη αμερικανικής επιρροής, όπου η παρουσία τρίτων δυνάμεων δεν είναι απλώς ανεπιθύμητη αλλά αντιμετωπίζεται ως απειλή που πρέπει να εξοστρακιστεί.

Πρόκειται για αναβίωση της «διπλωματίας των κανονιοφόρων», προσαρμοσμένης στα σύγχρονα μέσα ισχύος: κυρώσεις, οικονομική πίεση, πολιτική υπονόμευση και επιχειρήσεις πληροφόρησης. Η Βενεζουέλα μπορεί να εξελιχθεί σε πρότυπο εξαναγκασμού κρατών υπό την απειλή χρήσης ένοπλης βίας. Ταυτόχρονα μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο απομάκρυνσης της κινεζικής οικονομικής παρουσίας από τη Λατινική Αμερική.

Το μήνυμα δεν απευθύνεται μόνο στο Καράκας. Αφορά χώρες που έχουν ενταχθεί σε κινεζικά δίκτυα υποδομών και χρηματοδότησης, από τον Παναμά και το Περού έως τη Βολιβία. Ακόμη και μεγάλες περιφερειακές δυνάμεις όπως η Βραζιλία ή το Μεξικό δύσκολα μπορούν να αγνοήσουν ότι η γεωπολιτική ανοχή των ΗΠΑ έχει πλέον σαφή όρια.

Το δίκοπο μαχαίρι των σφαιρών επιρροής

Ο,τι πράττει σήμερα η Ουάσιγκτον στη Βενεζουέλα προσφέρει όμως άλλοθι στο Πεκίνο και τη Μόσχα. Από κινεζική σκοπιά, η Ταϊβάν θεωρείται πολύ περισσότερο «εσωτερική υπόθεση» της Κίνας απ’ ό,τι η Βενεζουέλα μπορεί να θεωρηθεί αποκλειστική αμερικανική σφαίρα επιρροής. Η επίκληση των σφαιρών επιρροής λειτουργεί ως δίκοπο μαχαίρι: ό,τι «νομιμοποιεί» αμερικανικές παρεμβάσεις στη Λατινική Αμερική αποδυναμώνει τα αμερικανικά επιχειρήματα στην Ανατολική Ασία.

Τίποτε συνεπώς δεν θα εμποδίσει το Πεκίνο να χρησιμοποιήσει στο μέλλον ανάλογα επιχειρήματα για την Ταϊβάν ή τη Νότια Σινική Θάλασσα. Εκεί ακριβώς εντοπίζεται ο κίνδυνος κλιμάκωσης. Η κινεζική προσπάθεια ελέγχου της Νότιας Σινικής Θάλασσας – απ’ όπου διέρχεται περίπου το ένα τρίτο του παγκόσμιου εμπορίου – και της Ταϊβάν, κρίσιμου κόμβου παραγωγής προηγμένων ημιαγωγών, συγκρούεται άμεσα με ζωτικά αμερικανικά συμφέροντα. Η πιθανότητα στρατιωτικής σύγκρουσης δεν μπορεί να αποκλειστεί.

Η Ιστορία δείχνει ότι όταν επικαλύπτονται ζώνες επιρροής, ο πόλεμος γίνεται εξαιρετικά πιθανός. Το είδαμε στην Ουκρανία, όπου η ρωσική προσπάθεια επέκτασης της επιρροής οδήγησε σε παρατεταμένο πόλεμο φθοράς. Το είδαμε και πριν από έναν αιώνα, όταν οι συγκρουόμενες αυτοκρατορικές φιλοδοξίες των ευρωπαϊκών δυνάμεων οδήγησαν στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο διχασμός της Δύσης

Δεύτερο χαρακτηριστικό της νέας εποχής είναι ο πρωτοφανής διχασμός της Δύσης. Η αμερικανική απαγκίστρωση από την Ευρώπη δεν είναι απειλή· έχει ήδη ξεκινήσει. Η ρητορική της νέας Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας και η μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ανατολική Ευρώπη, εν μέσω του πολέμου στην Ουκρανία, στέλνουν μήνυμα που καμία ευρωπαϊκή πρωτεύουσα δεν μπορεί να αγνοήσει: η αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας δεν είναι πλέον δεδομένη. Η Ευρώπη βρίσκεται πλέον χαμηλά στην αμερικανική ιεράρχηση συμφερόντων.

Σε αυτό το πλαίσιο αναδύεται ένα σενάριο που μέχρι πρόσφατα θα φάνταζε απίθανο: η διάλυση του ΝΑΤΟ. Αν οι ΗΠΑ προχωρήσουν σε μονομερείς κινήσεις που θίγουν ευρωπαϊκά εδαφικά συμφέροντα, όπως μια επιθετική διεκδίκηση της Γροιλανδίας, το θεσμικό υπόβαθρο της Συμμαχίας κλονίζεται. Καμία συμμαχία δεν επιβιώνει όταν το ισχυρότερο μέλος της ενεργεί εις βάρος ασθενέστερων συμμάχων.

Παράλληλα οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν πλέον την Ευρωπαϊκή Ενωση όχι ως στρατηγικό εταίρο αλλά ως γεωοικονομικό ανταγωνιστή. Δασμοί, βιομηχανικές επιδοτήσεις, ενεργειακός ανταγωνισμός και πολιτική παρέμβαση στις ευρωπαϊκές πολιτικές εξελίξεις υπονομεύουν τη συνοχή της ΕΕ. Η αμερικανική εχθρότητα απέναντι στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν είναι συγκυριακή αλλά δομική. Χωρίς αξιόπιστο ΝΑΤΟ και με μια ΕΕ που αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα συνοχής, η Ευρώπη χάνει το θεσμικό δίχτυ ασφαλείας που της επέτρεψε επί δεκαετίες να ευημερήσει. Σε αυτό το περιβάλλον η στρατηγική αυτονομία παύει να είναι σύνθημα και γίνεται αναγκαιότητα – με περιορισμένες όμως πιθανότητες επιτυχίας.

Επιστροφή στον ανταγωνισμό ελέγχου πλουτοπαραγωγικών πόρων

Τρίτο χαρακτηριστικό της νέας εποχής είναι η επιστροφή σε μια μορφή σύγχρονου ιμπεριαλισμού πόρων. Στην περίπτωση της Βενεζουέλας ο καθοριστικός παράγοντας της αμερικανικής εμπλοκής είναι η ενέργεια – κάτι που ο ίδιος ο πρόεδρος Τραμπ δεν επιχείρησε να αποκρύψει. Το πετρέλαιο της χώρας είναι στρατηγικός πόρος σε μια περίοδο εκρηκτικής αύξησης της ενεργειακής ζήτησης λόγω της τεχνητής νοημοσύνης και των κέντρων δεδομένων. Με δεδομένα τα όρια της σχιστολιθικής παραγωγής στις ΗΠΑ, τα τεράστια αποθέματα της Βενεζουέλας, τα μεγαλύτερα στον πλανήτη, επανέρχονται στο επίκεντρο της αμερικανικής στρατηγικής.

Για μεγάλο μέρος του παγκόσμιου Νότου η υπόθεση της Βενεζουέλας εκλαμβάνεται ως κλασικό παράδειγμα αρπαγής πόρων – αφήγημα που οι αντίπαλοι των ΗΠΑ θα επιχειρήσουν αναμφίβολα να αξιοποιήσουν. Σε κάθε περίπτωση ο ανταγωνισμός για τον έλεγχο πλουτοπαραγωγικών πόρων αυξάνει τον κίνδυνο σύγκρουσης.

Τι σημαίνει η αλλαγή εποχής για την Ελλάδα

Η υπόθεση της Βενεζουέλας δεν είναι ένα μακρινό γεωπολιτικό επεισόδιο. Αποτυπώνει τη μετάβαση σε έναν κόσμο όπου έχουν χαμηλώσει οι περιορισμοί στη χρήση ένοπλης βίας. Σε αυτό το περιβάλλον τα κράτη που βρίσκονται στις ζώνες επιρροής μεγάλων ή περιφερειακών δυνάμεων εκτίθενται στον μεγαλύτερο κίνδυνο.

Για την Ελλάδα το μήνυμα είναι σαφές. Σε μια εποχή αναβίωσης των σφαιρών επιρροής και με μια Τουρκία που διατυπώνει ανοιχτά φιλοδοξίες αναθεώρησης και αυτοκρατορικής ανασύστασης, τα όρια των διεθνών θεσμών και του διεθνούς δικαίου γίνονται εμφανή. Η ελληνική στρατηγική οφείλει να προσαρμοστεί σε μια πραγματικότητα όπου η ασφάλεια δεν εξασφαλίζεται με ευχολόγια αλλά με αξιόπιστη αποτροπή και στοχευμένες συμμαχίες με κράτη που αντιμετωπίζουν αντίστοιχες απειλές.

Η Zeitenwende είναι η νέα γεωπολιτική πραγματικότητα. Και για την Ευρώπη και για την Ελλάδα το κόστος της μη προσαρμογής μπορεί να αποδειχθεί καταστροφικό.

Ο κ. Αθανάσιος Πλατιάς είναι ομότιμος καθηγητής Στρατηγικής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και πρόεδρος του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων.