Αν κάτι εντυπωσίασε από την ουσιαστική επανάκαμψη στο πολιτικό προσκήνιο, ως ηγέτη κόμματος, του κ. Αλ. Τσίπρα την περασμένη Δευτέρα, δεν ήταν τόσο τα παλαιοκομμουνιστικά «τσιτάτα» περί σπορών, θεριστή και θερισμού, που παρέπεμπαν ευθέως στις βερμπαλιστικές αναφορές των κομματικών στελεχών της Σοβιετικής Ενωσης. Ηταν οι μαξιμαλιστικές διαθέσεις που εξέφρασε και οι οποίες προδιαγράφουν για τις επόμενες εκλογές μια επανάληψη του σκηνικού των εκλογών του 2019 και του 2023. Τσίπρας εναντίον Μητσοτάκη και Μητσοτάκης εναντίον Τσίπρα.
Αν και το παρελθόν αυτών των αναμετρήσεων δεν είναι και τόσο ευοίωνο για τις προθέσεις του κ. Τσίπρα (έχασε όλες τις μάχες και μερικές, όπως εκείνη του 2023, κατά κράτος), η εκ μέρους του αναβάθμιση των στόχων που θέτει δημιουργεί την αίσθηση ότι η κινητήρια δύναμη για τις επιδιώξεις του είναι να πάρει μια ρεβάνς από τον αντίπαλό του.
Αν και μέχρι πρότινος – ο ίδιος το αποκάλυψε στη σύναξη της Δευτέρας – είχε ως στόχο να επανέλθει στη δρώσα πολιτική και να έχει μια ευπρόσωπη παρουσία στην πολιτική σκηνή, κατέληξε να αναβαθμίσει τον ρόλο του διεκδικώντας και πάλι την εξουσία από τον κ. Μητσοτάκη.
Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για άμετρη φιλοδοξία, δεδομένων των συνθηκών που επικρατούν στην πολιτική μας ζωή. Και να αναρωτηθεί πόθεν αυτή προέρχεται, δεδομένου ότι με εξαίρεση τον ΣΥΡΙΖΑ και τη Νέα Αριστερά (περισσότερο ο πρώτος, λιγότερο η δεύτερη), που θα αυτοδιαλυθούν προκειμένου να ενταχθούν στον νέο φορέα, οι υπόλοιπες δυνάμεις της Αριστεράς δεν φαίνονται διατεθειμένες να τον ακολουθήσουν στο νέο εγχείρημα.
Αρα, αν η εδραία βάση του νέου κόμματος είναι περίπου 7 ποσοστιαίες μονάδες, πρέπει να συμβούν κατακλυσμιαίες εξελίξεις στην πολιτική ζωή της χώρας, προκειμένου να καταστεί το κόμμα του πρώτο και να διεκδικήσει την εξουσία. Είναι προφανές ότι προσβλέπει και πάλι στην εξαφάνιση του ΠαΣοΚ, αλλά μοιάζει να παραβλέπει το γεγονός ότι το 2026 δεν είναι 2015, όταν λεηλάτησε το ΠαΣοΚ φτάνοντάς το σχεδόν στα όρια της εξαέρωσης και κατάφερε να κυβερνήσει τη χώρα.
Επίσης, από τις αναλύσεις του φαίνεται να απουσιάζει τόσο το κόμμα της κυρίας Καρυστιανού όσο και ο πόλεμος χαρακωμάτων που είναι σίγουρο ότι θα αντιμετωπίσει από τα υπόλοιπα του ΣΥΡΙΖΑ, μάλλον με επικεφαλής τον κ. Πολάκη, όπως και από τη δημογεροντία της Νέας Αριστεράς, η οποία δεν πρόκειται να τον ακολουθήσει.
Φυσικά στην εξίσωση υπάρχει και το ΠαΣοΚ, το οποίο παραβλέπει μεν, ίσως και σκόπιμα, θεωρώντας ότι αν καταφέρει να κερδίσει εκείνος τον κ. Μητσοτάκη, έστω και με μία ψήφο, το ΠαΣοΚ θα συμπράξει μαζί του για τη συγκρότηση μιας κυβέρνησης συνεργασίας. Αλλά η πραγματικότητα είναι πολύ σκληρή για τις επιδιώξεις του. Το ΠαΣοΚ δεν πρόκειται να συνεργαστεί μαζί του και το επόμενο διάστημα θα ξεδιπλώσει έναν διμέτωπο, όπου ο κ. Τσίπρας θα εξομοιώνεται με τον κ. Μητσοτάκη ως προς τις καταστροφικές συνέπειες της δικής του διακυβέρνησης.
Η ως τώρα τακτική του Κινήματος να μην ασχολείται με τις θέσεις που εξέφραζε ο κ. Τσίπρας, ο οποίος συχνά επιτίθετο έμμεσα στο ΠαΣοΚ, ότι δεν ασκεί ουσιαστική αντιπολίτευση στην κυβέρνηση, θα δώσει τη θέση της σε σκληρή κριτική των όσων υπόσχεται και τα οποία παραπέμπουν απολύτως στην περίοδο της διακυβέρνησης 2015-2019 από τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.
Η ολική επαναφορά του κ. Τσίπρα, με δυο λόγια, δεν θα είναι ούτε ανέφελη ούτε στρωμένη με ρόδα. Θα ωφελήσει όμως καταλυτικά τον κ. Μητσοτάκη. Γιατί έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση είναι σχεδόν στριμωγμένη στα σκοινιά, καθώς αδυνατεί να ξεφύγει από τον κύκλο των σκανδάλων, ο οποίος την ταυτοποιεί ως διεφθαρμένη.
Το Μέγαρο Μαξίμου εκτιμά, και σε έναν βαθμό ίσως και λογικά, ότι το «στήσιμο» του κ. Τσίπρα ως αντιπάλου του κ. Μητσοτάκη θα επιδράσει καίρια στο εκλογικό σώμα, καθώς θα ανακαλέσει στο συλλογικό υποσυνείδητο τις μνήμες από την καταστροφική διακυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, που λίγο έλειψε να ρίξει τη χώρα στα βράχια. Θεωρεί δηλαδή ότι τα λάθη, οι παραλείψεις, ακόμη και τα ζητήματα διαφθοράς, παραβίασης των κανόνων του κράτους δικαίου και των θεσμών, θα περάσουν σε δεύτερη μοίρα κατά τη σύγκριση των δύο ανδρών και θα είναι αυτό που θα πρυτανεύσει αποφασιστικά στην επιλογή των πολιτών στο πρόσωπο του κ. Μητσοτάκη. Αλλωστε συνειδητά και επί μήνες οι αναλυτές-σύμβουλοι του Πρωθυπουργού δούλευαν πάνω σε αυτό το σενάριο και ουσιαστικά προσπαθούσαν να σπρώξουν τον κ. Τσίπρα να κάνει τώρα το βήμα.
Είναι εύκολος αντίπαλος ο κ. Τσίπρας λοιπόν; Το ερώτημα δεν πρόκειται να βρει την απάντησή του προτού ανοίξουν οι κάλπες των εκλογών, όποτε και αν αυτές στηθούν. Επί του παρόντος, έχουμε ένα πραγματικό γεγονός – ότι αποφάσισε να πετάξει το γάντι στον κ. Μητσοτάκη. Το αν θα τα καταφέρει θα πάρει χρόνο να το μάθουμε…







