Πόσο ελεύθερος είναι ο δημόσιος διάλογος στη χώρα μας; Οχι και πολύ. Καταδυναστεύεται από την ασφάλεια των κλισέ, τη μελετημένη οργή, τον φόβο του κόστους. Καλύτερα να κάνεις πως πλακώνεσαι χωρίς να λες τίποτα, παρά να εκτεθείς με μια βουτιά στην επικράτεια της λογικής που θα σε ρουφήξει στον βυθό της τρέλας.
Ετσι, απολύτως λογικά και ιδιωτικά, έλεγε κάποτε ένας πρώην πρωθυπουργός ότι «δεν είμαστε παράλογοι για να πιστέψουμε ότι θα δεχθεί οποιοσδήποτε στη διεθνή κοινότητα την επέκταση των χωρικών μας υδάτων στα 12 μίλια». Ναι, αυτό που προβάλλεται δημοσίως ως «αναφαίρετο κυριαρχικό δικαίωμα» ιδιωτικώς χαρακτηρίζεται «παραλογισμός». Αλλά πώς να το πεις παραέξω χωρίς να σου κολλήσει την ίδια στιγμή η στάμπα της εθνικής μειοδοσίας;
Αυτή η απόκλιση δημόσιων τοποθετήσεων και ιδιωτικών συζητήσεων παρατηρείται σε ολόκληρη την γκάμα της πολιτικής κατεύθυνσης της χώρας. Από τα εθνικά θέματα έως την οικονομία. Στις ιδιωτικές τους συζητήσεις, policymakers με φιλοεπενδυτικό προφίλ περιγράφουν αδρά τα αδιέξοδα του παραγωγικού μοντέλου. Η θέα της Αθήνας από τον Λυκαβηττό είναι αυτή μιας «ευρωπαϊκής Καμπούλ». «Η οικοδομική δραστηριότητα σκοτώνει την οικονομική αξία» λένε. Η πρωτεύουσα, όμως, όπως και οι υπόλοιπες πόλεις εξακολουθούν να χτίζονται λες και βγήκαν από τα ερείπια του πολέμου. Παντού λάσπη και τσιμέντο. Ακόμη και στη νησιωτική χώρα.
Τα νησιά είναι το τελευταίο Ελντοράντο, όχι ενός έθνους ναυτικών αλλά εργολάβων. Σε ιδιωτική συζήτηση, και με αφορμή το σχέδιο του Προεδρικού Διατάγματος για το Θαλάσσιο Πάρκο των Νότιων Κυκλάδων που παρουσιάζει σήμερα «Το Βήμα», όσο και το Χωροταξικό για τον Τουρισμό, που παρουσιάστηκε προ ημερών, κάποιος που γνωρίζει καλά την πολιτική όσο και την αγορά εντόπιζε δύο Ελλάδες.
«Δες τους ψαράδες στην Αμοργό» έλεγε. «Κατάλαβαν ότι με την υπεραλιεία δεν θα έμενε τίποτε για τις επόμενες γενιές. Για τα παιδιά τους. Από την άλλη πλευρά, οι επενδυτές πιέζουν. Δεν τους αρκεί η πρόβλεψη για ξενοδοχειακές μονάδες με 350 κλίνες, θέλουν 500. Το μέλλον τούς είναι αδιάφορο, ο γνώμονας είναι το κέρδος σήμερα».
Στα εθνικά θέματα, ο Ευάγγελος Βενιζέλος έχει επισημάνει δημοσίως το πρόβλημα της «απουσίας εσωτερικών προϋποθέσεων που θα επιτρέψουν να συζητήσουμε και να διαμορφώσουμε και εθνική συναίνεση και εθνική στρατηγική». Αρκεί να ανεβεί ένας εθναμύντορας στα κάγκελα για να εγκλωβιστεί ο δημόσιος διάλογος στην ασφάλεια των κλισέ του. Στην οικονομία, τα παραγωγικά υπουργεία – ιδιωτικώς πάντα – φοβούνται την επιστροφή σε ένα τέλμα από το οποίο μπορεί να ανοίξει ένας νέος κύκλος κρίσης.
Ο συνδυασμός οδηγεί σε ένα ουσιώδες ερώτημα. Τι έχει αλλάξει πραγματικά στην πολιτική και την επιχειρηματική κουλτούρα της χώρας τα τελευταία χρόνια; Πολλά πράγματα έχουν γίνει αντιληπτά ιδιωτικώς, αλλά σχεδόν τίποτε από αυτά δεν λέγεται δημοσίως. Ο δημόσιος διάλογος κατατρύχεται από ερωτήματα της επικαιρότητας.
Πότε θα γίνουν οι εκλογές, ποιος θα είναι ο επόμενος, ποιος θα βγει πρώτος, δεύτερος και τρίτος και ποιος περιμένει στον πάγκο τη σειρά του. Μια χαρά ύλη για δημόσιες αναλύσεις και συζήτηση για ιδιωτικό κουτσομπολιό, αλλά με τις αναλύσεις και το κουτσομπολιό δεν χτίζεται η επόμενη μέρα.
Εντάξει, χρειάζονται κι αυτά. Οχι όμως περισσότερο από την κανέλα στο ρυζόγαλο. Ως εκεί φτάνει η νοστιμιά τους και η θρεπτική τους αξία. Επομένως; Ας «κουτσομπολέψουμε» και για το Αιγαίο και τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, το παραγωγικό μοντέλο και την αρπακτική οικονομία που σιτίζεται από τη μεγάλη διαφθορά. Ας μιλήσουμε ελεύθερα και ας ακούσουμε χωρίς κραυγές. Μήπως και επιτέλους μπορέσουμε να κάνουμε κάτι και για αυτά που «γίνονται χωρίς να λέγονται» και για εκείνα που «λέγονται χωρίς να γίνονται».



