Αν κάτι χαρακτηρίζει την Ελλάδα έναντι των υπόλοιπων χωρών της ευρωζώνης, είναι ότι ο πληθωρισμός δεν αποτελεί μια παροδική δυσκολία αλλά μια επίμονη πραγματικότητα. Από το 2021 και μετά, με αφορμή και τον πόλεμο Ουκρανίας – Ρωσίας, η ελληνική οικονομία κινείται σταθερά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο χωρίς ουσιαστικές ενδείξεις σύγκλισης.
Αυτό δεν είναι απλώς αποτέλεσμα διεθνών εξελίξεων. Είναι, σε μεγάλο βαθμό, το αποτύπωμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών. Οταν σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας κυριαρχούν ολιγοπωλιακά συμφέροντα και η κυβέρνηση αποφεύγει να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις ενίσχυσης του ανταγωνισμού, τότε ο πληθωρισμός μετατρέπεται σε μηχανισμό αναδιανομής εισοδήματος εις βάρος των πολλών και προς όφελος των λίγων.
Η κυβέρνηση επιλέγει να παρουσιάζει την αύξηση των επενδύσεων ως απόδειξη επιτυχίας. Ομως το ερώτημα δεν είναι αν αυξάνονται οι επενδύσεις, αλλά υπό ποιους όρους και με ποιο αποτέλεσμα για την κοινωνία. Ενα μοντέλο ανάπτυξης με χαλαρή ρύθμιση και περιορισμένο έλεγχο μπορεί να ευνοεί τη γρήγορη εισροή κεφαλαίων, αλλά σε περιόδους κρίσης αποδεικνύεται εύθραυστο και πληθωριστικό.
Το κόστος αυτής της επιλογής είναι ήδη ορατό. Δεν κατανέμεται δίκαια. Τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά καλούνται να πληρώσουν τον λογαριασμό, καθώς δαπανούν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για βασικές ανάγκες. Τα στοιχεία είναι αμείλικτα: το φτωχότερο 20% του πληθυσμού διαθέτει περίπου το 34% των δαπανών του για τρόφιμα, όταν το πλουσιότερο 20% μόλις το 12,7%.
Η ίδια λογική αποτυπώνεται και στη στεγαστική κρίση. Τα ενοίκια αυξάνονται με ρυθμούς που υπερβαίνουν τις αντοχές της κοινωνίας, ενώ οι παρεμβάσεις έρχονται καθυστερημένα και δεν αγγίζουν τη ρίζα του προβλήματος. Η εμμονή σε επιδόματα αντί για ουσιαστική ρύθμιση της αγοράς καταλήγει να τροφοδοτεί τον φαύλο κύκλο των αυξήσεων.
Στο πεδίο των επενδύσεων, η πραγματικότητα είναι εξίσου αποκαλυπτική. Η εκτίναξη του κόστους ενέργειας και πρώτων υλών υποχρεώνει μεγάλα επενδυτικά σχέδια να επανασχεδιάζονται, να καθυστερούν ή να ακυρώνονται. Το αφήγημα της ΝΔ περί δυναμικής ανάπτυξης δοκιμάζεται στην πράξη.
Το ΤΑΑ αποτελεί ήδη χαρακτηριστικό παράδειγμα, με έργα που, σύμφωνα με επιχειρηματίες και εργολάβους, «κολλάνε» λόγω αυξημένου κόστους.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πρόταση του ΠαΣοΚ για προσωρινή μείωση του ΕΦΚ στην ενέργεια, για όσο διάστημα διαρκεί η κρίση, αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Είναι ένα εργαλείο συγκράτησης του κόστους παραγωγής, ενίσχυσης των επενδύσεων και προστασίας της αγοραστικής δύναμης. Στόχος είναι η προσέγγιση των τιμών ενέργειας σε επίπεδα προ κρίσης, περιορίζοντας τις δευτερογενείς πληθωριστικές επιδράσεις.
Δεν πρόκειται για μια αποσπασματική επιλογή. Αντίστοιχες παρεμβάσεις έχουν υιοθετηθεί σε πολλές χώρες της ευρωζώνης, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τη Γερμανία και την Ισπανία, επιβεβαιώνοντας ότι σε περιόδους κρίσης η ενεργητική δημοσιονομική πολιτική μπορεί να λειτουργήσει ως παράγοντας σταθερότητας. Το ζητούμενο για την ελληνική οικονομία δεν είναι απλώς η καταγραφή επενδυτικών ροών, αλλά η διαμόρφωση ενός πλαισίου που διασφαλίζει δίκαιη ανάπτυξη και ανθεκτικότητα απέναντι σε διαρκείς εξωγενείς πιέσεις.
Ο κ. Γιώργος Παλαιοδήμος είναι δρ οικονομολόγος, γραμματέας Τομέα Οικονομικών ΠαΣοΚ.
Ο κ. Ηλίας Πεντάζος είναι οικονομολόγος, τ. γ.γ. Δημοσιονομικής Πολιτικής, ΥΠΟΙΚ.



