Ακτιβιστής της ριζοσπαστικής Ακροδεξιάς. Ακροδεξιός ακτιβιστής. Εθνικιστής. Υπέρμαχος της ταυτοτικής Δεξιάς. Εδώ και δέκα μέρες, τα γαλλικά μέσα ενημέρωσης ακροβατούν ανάμεσα σε αυτούς τους χαρακτηρισμούςγια να ορίσουν τι ήταν ακριβώς ο Κεντέν Ντεράνκ, 23 ετών φοιτητής που δολοφονήθηκε στη Λυών στις 12 Φεβρουαρίου, στη διάρκεια συμπλοκής που ξέσπασε με αφορμή την ομιλία της Ριμά Χασάν, ευρωβουλευτού του ακροαριστερού κόμματος Ανυπότακτη Γαλλία στη Σχολή Πολιτικών Επιστημών της πόλης.
Σύμφωνα με τη δικαστική έρευνα, ο Ντεράνκ δολοφονήθηκε από επτά άτομα που τον γρονθοκόπησαν μέχρι θανάτου ενώ ήταν πεσμένος στο έδαφος. Η γαλλική αστυνομία συνέλαβε έντεκα υπόπτους, έξι εκ των οποίων έχουν προφυλακιστεί καθώς αντιμετωπίζουν κατηγορίες για ανθρωποκτονία από πρόθεση.
Οι ύποπτοι είναι ακροαριστεροί, ανάμεσά τους και μέλη του γκρουπούσκουλου «Νεαρή Φρουρά», που είχαν πάει για «περιφρούρηση» της ομιλίας της Χασάν. Δύο εξ αυτών ήταν βοηθοί του Ραφαέλ Αρνό, που εξελέγη βουλευτής με την Ανυπότακτη Γαλλία στις εκλογές του 2024.
Ο Ντεράνκ βρέθηκε στο σημείο της συμπλοκής για να υπερασπίσει κοπέλες οι οποίες διαδήλωναν εναντίον της Χασάν και του ισλαμοαριστερισμού της. Ηταν ένας ήσυχος, μελετηρός φοιτητής μαθηματικών που διάβαζε τα κείμενα του Θωμά του Ακινάτη και του Αγίου Αυγουστίνου, δεν ήταν ενταγμένος σε κόμμα ή οργάνωση. Οι ιδέες του ήταν αντίθετες με τις ιδέες της παλαιστινιακής καταγωγής Χασάν, η οποία καθυβρίζει τη Γαλλία που τη μεγάλωσε, τη σπούδασε και η οποία δηλώνει ότι «η Χαμάς έχει το διεθνές δίκαιο με το μέρος της». Αυτή την τζάμπα επανάστατρια υπερασπίζονταν οι «αντίφα» – οι «αντιφασίστες» που δολοφόνησαν τον Κεντέν Ντεράνκ.
Πόσο «αντιφασίστας» είναι αυτός που δολοφονεί έναν ιδεολογικό του αντίπαλο; Δεν περιμένουμε από την Ανυπότακτη Γαλλία του Μελανσόν να δει το φως της δημοκρατίας, περιμένουμε όμως από τα υπόλοιπα γαλλικά αριστερά/κεντροαριστερά κόμματα να ξεκαθαρίσουν τη θέση τους. Το ίδιο περιμένουμε και από τον σοβαρό γαλλικό Τύπο. Γιατί, πλην εξαιρέσεων, δίνει την εντύπωση ότι καταδικάζει τη δολοφονία του Ντεράνκ αλλά ότι η καταδίκη είναι πιο στρογγυλεμένη, πιο κομψή.
Είναι εύκολη η «καραμέλα» του «αντιφασίστα», εύκολη και ανεκτή. Οπως γράφει η Σώτη Τριανταφύλλου στο πρόσφατο βιβλίο της με τίτλο «Φασισμός, η ιστορία μιας ιδεολογίας» (Εκδ. Πατάκη, 2026), «είναι πολλοί αυτοί που τείνουν να χαρακτηρίζουν φασίστα οποιονδήποτε δεν ενστερνίζεται τις ιδέες τους και εκείνοι που αποδέχονται αδιαμαρτύρητα τη δράση φασιστών μόνο και μόνο επειδή δεν αυτοπροσδιορίζονται ως φασίστες».



